Γερμανικές Σφαγές στην Κατοχή και κίνητρα: Η περίπτωση του Διστόμου

Του Μιχάλη Π. Λυμπεράτου


Το ζήτημα των σφαγών που διέπραξαν οι δυνάμεις Κατοχής στην Ελλάδα απαιτείται να είναι στο επίκεντρο όχι μόνο της ιστοριογνωσίας μας αλλά και της άρθρωσης των επιχειρημάτων για τη διεκδίκηση των πολεμικών αποζημιώσεων που μας οφείλονται. Είναι πράγματι η συγκυρία τέτοια που καθιστά το ζήτημα κεφαλαιώδες και επιτάσσει την περαιτέρω έρευνα γύρω από αυτό, αναμοχλεύοντας παράλληλα και το πρόβλημα της ιστοριογραφίας που διέσωσε τα γεγονότα αυτά, τις διαστρεβλώσεις που προκάλεσε αλλά και τις σημαντικές ελλείψεις που δεν κατόρθωσε να αναπληρώσει και μάλιστα απέναντι σε μια εποχή «αναθεωρήσεων» της ιστορικής μνήμης.

Αυτές οι «Αναθεωρήσεις» αποδεικνύουν σήμερα τη σκοπιμότητά τους καθιστώντας καταφανές ότι συμπληρώνουν τη συνδυασμένη απόπειρα να υποτιμηθεί μια ολόκληρη χώρα, να της αποδοθεί ο ρόλος του «παρία» στα πλαίσια των σύγχρονων οικονομικών διαδικασιών και να κατασυκοφαντηθεί ο λαός της, που είναι το θύμα και όχι ο θύτης, των διεθνών οικονομικών μεθοδεύσεων. Γιατί πώς αλλιώς θα νομιμοποιηθούν αυτά, αν δεν αμφισβητηθεί η συμβολή της Ελλάδας στην παγκόσμια αντιφασιστική προσπάθεια και δεν αλλοιωθεί το αντιστασιακό πνεύμα με το οποίο ιστορικά συνδέθηκε η συλλογική μας ταυτότητα; Γιατί αυτό είναι το πραγματικό υπόστρωμα της σύγχρονης αμφισβήτησης του ιστορικού μας παρελθόντος, εκείνο ιδιαίτερα που σχετίζεται με την αυτενέργεια των ανθρώπων ως μαζικών υποκειμένων, ιδίως όταν προσπαθούν να το παρουσιάσουν εκφυλισμένο, ως μια σειρά μικρόψυχων πολιτικών αντιδικιών, δήθεν διαρκές χαρακτηριστικό ενός λαού συμφεροντολόγων και πολιτικά εμπαθών, που δεν δικαιούνται να ισχυρίζονται ότι κάποτε αγωνίστηκαν για υψηλά ιδανικά.

Ειδικά οι μαζικές σφαγές δεν αποτελούν μόνο ένα ιστορικό γεγονός αλλά συνιστούν αφεαυτή μια διαχρονική συλλογική εμπειρία, μια δημόσια ιστορία, ένα διαρκές κοινωνικό βίωμα. Με την έννοια αυτή τέτοια γεγονότα είναι μνήμη, ιστορική παράδοση, όπως αυτή μεταφέρθηκε από γενιά σε γενιά, και επικαθορίστηκε από την ίδια την ιστορική πορεία της χώρας. Το γεγονός αναδεικνύεται ως στοιχείο λειτουργίας μιας ολόκληρης κοινωνίας στη διάρκειά της, που υφίσταται μια σύγκρουση μνήμης και λήθης, με δεσπόζουσες τις ιδεολογικές λαθροχειρίες, που παρήχθησαν στη μετεμφυλιακή περίοδο και δυστυχώς, πολλές από αυτές, επιβιώνουν και σήμερα.

Σημειωτέον, ότι και από ακαδημαϊκή σκοπιά τα γεγονότα αυτά προσδιορίστηκαν ως προς την ανάδυσή τους ως ιστορία και αντικείμενο έρευνας από τις σχέσεις διεθνούς εξάρτησης που βίωσε στο άμεσο παρελθόν η χώρα, παρεμποδίζοντας την ολόπλευρη επιστημονική τους προσέγγιση. Παράδειγμα: η αναστολή διεκδίκησης των πολεμικών αποζημιώσεων από τη Γερμανία ήταν εκείνη που εξαφάνισε και το πλούσιο αρχείο της μεταπολεμικής Επιτροπής που συνέταξε τις δικογραφίες για τα εγκλήματα των Γερμανών στην Ελλάδα. Διασώθηκε μόνο η έκθεση του διευθυντή της Υπηρεσίας δικαστή Δημ. Κιουσόπουλου. Τα υπόλοιπα υλικά δεν παραδόθηκαν ποτέ στους ιστορικούς στο βαθμό που οφείλονταν πρωτίστως στις ίδιες τις οικογένειες των θυμάτων, ούτε, βέβαια, στις Επιτροπές που διεκδίκησαν τις αποζημιώσεις, αλλά, εν χορδές και οργάνοις, καταστράφηκαν από τις ίδιες τις κρατικές υπηρεσίες, αφού το ελληνικό κράτος στα 1975 παρουσίασε όλες αυτές τις δικογραφίες ως υλικό άνευ σημασίας. 1

Το κύριο πρόβλημα με τις ελλείψεις αυτές στο πραγματολογικό υλικό είναι ότι παρεμποδίζουν τόσο την επιστημονική παραγωγή όσο και τη συγκρότηση της συλλογικής μνήμης, στο μέτρο που αποδίδουν συνήθως τα αίτια τέτοιων σφαγών σε ιδεολογικές διαταραχές και ανθρώπινες έξεις των θυτών και άρα παρακάμπτουν το πραγματικό ιστορικό περιεχόμενό τους. Δεν τις αντιμετωπίζουν δηλαδή ως ιστορικό γεγονός που ανάγεται σε συγκεκριμένα αίτια, αλλά πολύ βολικά τις καταβυθίζουν σε σχηματοποιήσεις στερεότυπων αντιθετικών ζευγμάτων. Έτσι, το ερώτημα γιατί έγινε η σφαγή απλοποιείται και απαντάται με το επιδερμικό επιχείρημα ότι μια παραμορφωτική ιδεολογία (ο φασισμός) παρήγαγε διαταραγμένες έξεις που τυχαία εκδηλώθηκαν στην περίπτωση της κάθε σφαγής. Αναζητούμε δε με τη λογική αυτή της «κακιάς στιγμής» και ευθύνες σε εκείνους που έδωσαν την αφορμή στον «τρελό να εκδηλωθεί».

Οπωσδήποτε ο αποκρουστικός χαρακτήρας της σφαγής στο Δίστομο συνδέεται με πολιτισμούς και ένστιχτα, που άπτονται αυτού που ο Φρόυντ χαρακτήρισε τερατώδες «άλλο» στην ανθρώπινη προσωπικότητα και η Χ. Άρεντ το απέδωσε ως «πολιτισμό» του ολοκληρωτισμού. Ωστόσο, δεν ήταν μόνο αυτό. Σε πείσμα αυτών που προσπαθούν να της προσδώσουν πολιτικά χαρακτηριστικά, η σφαγή είχε συγκεκριμένη σκοπιμότητα, επιλέχθηκε εν ψυχρώ και εξυπηρέτησε μια συγκεκριμένη στρατηγική στα πλαίσια των στρατιωτικών εξελίξεων της εποχής.

Ο τρόπος με τον οποίο μπορεί κανείς να διαυγάσει αυτό το σημείο είναι η ίδια η ιστορική μελέτη. Γιατί μόνο αν η σφαγή συνδεθεί με την καθοριστική φάση της ιστορίας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αυτή της υλοποίησης του σχεδίου Overload, το άνοιγμα, δηλαδή, του δεύτερου συμμαχικού μετώπου στην Ευρώπη με την απόβαση στη Νορμανδία, τότε εξηγείται πραγματικά. Μόνο έτσι μπορεί να δοθεί μια αφοπλιστική απάντηση στο επιχείρημα εκείνων που αρνήθηκαν τις αποζημιώσεις στα θύματα της σφαγής, με το αιτιολογικό ότι δεν μπορεί το γερμανικό δημόσιο να αναλάβει την ευθύνη υποθέσεων που αφορούν κάποιες ιδιόμορφες εκδηλώσεις μια ομάδας στρατιωτών της Βέρμαχτ, οι οποίοι σε τελευταία ανάλυση προκλήθηκαν από αντίστοιχες δήθεν ειδεχθείς συμπεριφορές των Ελλήνων ανταρτών.

Όμως, το Δίστομο δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός, σύμπτωμα απλά της συμπεριφοράς ψυχικά διαταραγμένων ανθρώπων. Ήταν στην πραγματικότητα τμήμα της στρατιωτικής προσπάθειας του Άξονα να αποκρούσει την επίθεση που δεχόταν στο ευρύτερο ευρωπαϊκό μέτωπο, τμήμα του οποίου ήταν και η Ελλάδα. Γιατί πραγματοποιήθηκε την τέταρτη μέρα της απόβασης των συμμάχων στη Νορμανδία,2 ενώ στο μέτωπο του Άρνο στην Ιταλία ο συμμαχικός στρατός πλησίαζε να απελευθερώσει την Ρώμη. 3 Πράγματι, στις 4 Ιουνίου 1944 η Διοίκηση Μάχης της Ιης Θωρακισμένης Μεραρχίας του αμερικανικού στρατού πέρασε από τη γέφυρα του Σαν Τζιοβάνι μέσα σε ένα πλήθος κόσμου που ζητωκραύγαζε τους απελευθερωτές. Στην Ελλάδα η αντιστασιακή δράση επεκτεινόταν, δημιουργώντας το προγεφύρωμα για πιθανή νέα απόβαση των συμμάχων στην Πελοπόννησο. Στο δε ανατολικό μέτωπο ο σοβιετικός στρατός στην Ουκρανία καταδίωκε τους Γερμανούς, είχε προσπελάσει τα σύνορα της Τσεχοσλοβακίας, και πλησίαζε τα σύνορα της Πολωνίας. Στις 9 Ιουνίου 1944, την παραμονή της σφαγής στο Δίστομο, ο Κόκκινος Στρατός εξαπέλυσε επίθεση και στη Φιλανδία, ενώ η Ρουμανία, κύρια σύμμαχος του Χίτλερ, ζητούσε να πληροφορηθεί από την ΕΣΣΔ τους όρους της δικής της ανακωχής.4

Ως συνέπεια των εξελίξεων αυτών, οι Γερμανοί έχουν άμεση ανάγκη από στρατιωτικές δυνάμεις, εφόδια και βιομηχανικά υλικά, τμήμα των οποίων προμηθεύονται από την Ελλάδα. Έπρεπε, επιπλέον, να καλύψουν και τα νώτα τους σε μια ενδεχόμενη αποχώρησή τους από το ελληνικό έδαφος. Το πόσο επιτακτική ήταν η ανάγκη τους αυτή φαίνεται από το γεγονός ότι σχεδόν εγκαταλείφθηκε στη μοίρα του ο γερμανικός στρατός στο Ανατολικό Μέτωπο. Όμως, τα πράγματα και στην Ελλάδα αποδείχθηκαν πολύ δύσκολα αφού, όπως διαπίστωναν όλες οι γερμανικές εκθέσεις, οι αντιστασιακές ενέργειες αποκτούσαν, σε συνεργασία με τους συμμάχους, ολοένα και μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και ο γερμανικός στρατός φοβόταν να αποσύρει μεγαλύτερες δυνάμεις, ιδίως από την Πελοπόννησο, πιθανό χώρο νέας αποβίβασης συμμαχικών στρατευμάτων.

Σε αυτή τη βάση η σφαγή στο Δίστομο ήταν τμήμα της προσπάθειας των Γερμανών να αντιμετωπίσουν δραστικά την ελληνική αντίσταση και να απεμπλέξουν δυνάμεις τους από την Ελλάδα, χωρίς καν να εμπλακούν σε στρατιωτικές επιχειρήσεις που απαιτούσαν χρόνο, δυνάμεις και πολεμοφόδια. Και αυτό έγινε με την άσκηση τρομοκρατίας εναντίον του άμαχου πληθυσμού, που γνώριζαν ότι έμμεσα ή άμεσα συντηρούσε και τροφοδοτούσε με αστείρευτες εφεδρείες τους αντάρτες, και αυτό ιδίως σε περιοχές της χώρας κομβικής σημασίας για τη μετακίνηση στρατευμάτων τους προς την Ευρώπη. 5 Ήταν μια πρακτική στην οποία είχε ειδικευθεί ο φασισμός από την εποχή που επιβλήθηκε στη Γερμανία, εξαρτήθηκε από αυτή και δεν ήταν τυχαίο ότι τη σφαγή στο Δίστομο πραγματοποίησε ο μηχανισμός που και στη Γερμανία επέβαλε, μέσω και της τρομοκρατίας, τον εκφασισμό της: τα SS.6 Αν πρέπει να καταδικάσει κανείς τη «νύχτα των κρυστάλλων» ή το ολοκαύτωμα, με τους ίδιους όρους πρέπει να καταδικάσει και τα γερμανικά αντίποινα.

Το πώς συνδέεται η σφαγή με τις πολεμικές επιδιώξεις των Γερμανών, και όχι απλά με την «ψυχολογία» τους, φαίνεται αδρά από το τελευταίο τμήμα της ανακοίνωσης των ίδιων αρχών Κατοχής που δόθηκε στον αθηναϊκό Τύπο στις 9 Ιουλίου 1944 για να δικαιολογηθεί η σφαγή. Οι Γερμανοί προσπάθησαν να την αποδώσουν στην επίθεση των ανταρτών που δέχθηκαν, αλλά κυρίως στους ίδιους τους κατοίκους του Διστόμου (μια φωλέα συμμοριτών κατά την ανακοίνωση) που οδήγησε στον θάνατο περίπου 250 τέτοιους «συμμορίτες». Επιπλέον, στην ίδια ανακοίνωση αποκαλυπτόταν η βαθύτερη αιτία της σφαγής: έπρεπε να μάθουν όλοι ότι η Ελλάδα κινδύνευε να ερειπωθεί και να έχει εκατόμβες θυμάτων, όπως έγινε και στη Νορμανδία, αν οι Αγγλο-αμερικανοί τολμούσαν να εισβάλουν στην Ελλάδα, όπως επιθυμούσε και τους βοηθούσε να κάνουν το ΕΑΜ. Κατά την ανακοίνωση «μια αγγλοαμερικανική εισβολή θα συνεπλήρωνε ό,τι ήρχισεν ο εμφύλιος κομμουνιστικός πόλεμος: την αυτοεξόντωσιν και την εξολόθρευσιν του ελληνισμού». Και συμπλήρωνε ότι ο λαός όφειλε να απέχει «από το να λαμβάνη οιανδήποτε πολιτικήν ή, προ παντός, στρατιωτικήν στάσην». Γιατί, όπως επισήμαινε η γερμανική ανακοίνωση, η «τρομερά καταστροφή που υπέστη ο ειρηνικός πληθυσμός εις την περιοχήν της εισβολής της βορείου Γαλλίας, είναι μια προειδοποίησις και για τους Έλληνας. 47.000 άτομα -άνδρες γυναίκες και παιδιά- ουδεμίαν έχοντας συμμετοχήν εις τον αγώνα εφονεύθησαν εκεί κατά την διεξαγωγή των φοβερών μαχών».7

Είναι με άλλα λόγια οι ίδιοι οι Γερμανοί που αποκάλυπταν ότι τέτοιες σφαγές δεν ήταν ασυντόνιστες, τυχαίες και συμπτωματικές. Μάλιστα, υπερέβαιναν τα όρια του ελλαδικού χώρου: ακριβώς τα ίδια αντίποινα και με τις ίδιες σκοπιμότητες υπέστησαν την ίδια περίοδο οι Γάλλοι, οι Πολωνοί αντιστασιακοί, οι Γιουγκοσλάβοι, οι Βέλγοι και οι Ολλανδοί. Για παράδειγμα, δύο μέρες πριν τη σφαγή του Διστόμου οι Γερμανοί, για να τρομοκρατήσουν τον πληθυσμό και τους Γάλλους αντάρτες, που είχαν εντολή από το συμμαχικό στρατηγείο να παρεμποδίσουν τις μετακινήσεις των γερμανικών δυνάμεων προς τη Νορμανδία, -σημειωτέον ότι ειδική υπηρεσία του BBC (the Voice of SHAEF) έστελνε καθημερινά μηνύματα και εντολές στη γαλλική αντίσταση από το στρατηγείο του Μοντγκόμερι- συνέλαβαν 135 Καναδούς στρατιώτες και τους εκτέλεσαν, σε δημόσια θέα, με συνοπτικές διαδικασίες. Πέταξαν δε τα πτώματά τους στο δρόμο, πάνω από τα οποία πέρασαν τα γερμανικά πάντζερ του 26 Συντάγματος Γρεναδιέρων των SS.8

Η αποτρόπαια αυτή συμπεριφορά δεν εξηγείται από «έξεις» και «μανίες». Ήταν μια συμβολική, εν ψυχρώ σχεδιασμένη, εκφοβιστική ενέργεια για να καταδείξουν στους Γάλλους αντιστασιακούς και ιδίως στον άμαχο πληθυσμό της περιοχής, ότι θα αντιμετωπιζόταν χωρίς καμιά διάκριση, σαν εχθρικός στρατός, είτε έφεραν όπλα είτε όχι. Και αυτό γιατί η δράση των Γάλλων αντιστασιακών έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ολοκλήρωση της συμμαχικής απόβασης στη Νορμανδία.9 Ειδικά γύρω από τη Βρετάνη παρεμπόδισαν, μαζί με τη συμμαχική αεροπορία, τη μετακίνηση γερμανικών στρατευμάτων στη Ρεν και τα προγεφυρώματα των συμμάχων στη Νορμανδία,10 ιδίως στην κρίσιμη φάση της συμμαχικής επίθεσης από 7 έως 11 Ιουνίου 1944.11 Να σημειωθεί ότι οι Γάλλοι αντιστασιακοί, πάνω από 4.000 στην περιοχή, έδιναν ακατάπαυστες μάχες στην περιοχή του Βερκόρ, ένα ορεινό φυσικό οχυρό στην κοιλάδα του Ροδανού, που λειτούργησε ως συμμαχικό προγεφύρωμα.12

Προκειμένου δε να γίνει απτή η γερμανική απειλή, γρήγορα στράφηκαν και κατά των αμάχων της περιοχής. Την αμέσως επόμενη μέρα της σφαγής των Καναδών αιχμαλώτων, στην Tulle, κοντά στη Λιμόζ στην Κεντρική Γαλλία, η 2η μεραρχία Πάντσερ των SS μπήκε στην πόλη, συγκέντρωσε όλους τους άντρες, επέλεξε 133 κατοίκους, εκ των οποίων εκτέλεσαν 99. Τα πτώματά τους κρεμάστηκαν στους φανοστάτες της πόλης. Άλλοι 145 κάτοικοι στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία, από τους οποίους μόνο 40 γύρισαν πίσω.13

Αλλά με ακόμα πιο ειδεχθή τρόπο, την 10η Ιουνίου 1944, την ίδια μέρα με τη σφαγή στο Δίστομο, στο Oradour sur Glane στην Κεντρική Γαλλία, η ίδια μεραρχία, επειδή παρεμποδίστηκε από δυνάμεις των Γάλλων ανταρτών χωρίς καν να έχει υποστεί σοβαρές απώλειες, συγκέντρωσε όλους τους άνδρες του χωριού στην αγορά της πόλης, και τα γυναικόπαιδα στην τοπική εκκλησία. Όλοι οι άνδρες εκτελέστηκαν μέσα στα μαγαζιά της αγοράς σε τετράδες, συνολικά 196 άτομα. Τα 452 γυναικόπαιδα τα έκαψαν μέσα στην εκκλησία, στην οποία έριξαν εμπρηστικές χειροβομβίδες από τα παράθυρα. Στο Oradour 648 άνθρωποι (245 γυναίκες, 207 παιδιά και 196 άντρες) εξολοθρεύτηκαν. Σημείωση: τους άντρες τους πυροβόλησαν αρχικά στα πόδια και τους έβλεπαν να πεθαίνουν αργά από αιμορραγία, ενώ έκαψαν ζωντανούς όσους καθυστερούσαν να πεθάνουν.14 Ο Adolf Diekmann, επικεφαλής της ομάδας που οργάνωσε τη σφαγή, ισχυρίστηκε, όπως κάτι αντίστοιχο έγινε και στο Δίστομο, ότι ήταν επιβεβλημένα αντίποινα για τη δράση των ανταρτών κοντά στο Tulle και την απαγωγή του στρατηγού Helmut Kampfe από τους αντάρτες και ομάδα δολιοφθορών των συμμάχων.15 Μάλιστα, και εδώ οι ανώτεροι του Diekmann στρατιωτικοί της βέρμαχτ αμφέβαλαν για τις εκθέσεις που υπέβαλε για να δικαιολογήσει τη σφαγή, και ξεκίνησε ανάκριση, που τη ματαίωσε ο θάνατος του Diekmann, λίγες μέρες αργότερα στο μέτωπο.16

Και μια άλλη αναλογία με το Δίστομο: Στις 12 Ιανουαρίου 1953 στρατιωτικό δικαστήριο στο Μπορντώ εκδίκασε τις υποθέσεις 65 Γερμανών, υπευθύνων της σφαγής, που εντοπίστηκαν.17 Από αυτούς μόνο 21 προσήχθησαν τελικά στην αίθουσα του δικαστηρίου. Όλοι τους ισχυρίστηκαν ότι σύρθηκαν στα Waffen SS παρά τη θέλησή τους και ως στρατιώτες εκτελούσαν το καθήκον τους. Από αυτούς, ενώ τυπικά όλοι καταδικάστηκαν σε ισόβια, πέντε χρόνια μετά ήταν όλοι ελεύθεροι, όπως συνέβη και στην ελληνική περίπτωση. Το γαλλικό κράτος δεν διεκδίκησε, όπως και το ελληνικό σε αντίστοιχες περιπτώσεις, από τους Βρετανούς ούτε καν την έκδοση του στρατηγού Heinz Lammerding που έδωσε τις εντολές. Ο μόνος τελικά που τιμωρήθηκε ήταν ένας λοχαγός που δικάστηκε στα 1983 ισόβια και απελευθερώθηκε στα 1997. Μετά τον πόλεμο ο στρατηγός Charles de Gaulle αποφάσισε το χωριό να μην ξαναχτιστεί αλλά να μείνει ως μαυσωλείο και σύμβολο της πάλης κατά του φασισμού.

Να σημειωθεί ότι τόσο στην υπόλοιπη Ευρώπη, όσο και στην Ελλάδα, τα αντίποινα αυτά επιχείρησαν και κάτι ευρύτερο πέραν της τρομοκράτησης του πληθυσμού. Επιχειρήθηκε να λειτουργήσουν έτσι ώστε να στρέψουν τμήμα του εγχώριου κατεχόμενου πληθυσμού εναντίον της αντίστασης. Για αυτό και δεν επιλέχθηκε ένα οποιοδήποτε ανταρτοχώρι της περιοχής για τη σφαγή, αλλά το Δίστομο, το οποίο δεν αποτελούσε μια τέτοια περίπτωση. Επιλέχθηκε γιατί έπρεπε να καταδειχθεί με ωμότητα ότι η Αντίσταση ήταν σε βάρος των αθώων πολιτών χωρίς καν συμμετοχή στην Αντίσταση. Η επιδίωξη αυτή κατέστη επιτακτική δεδομένου, όπως διαπίστωνε το Γ.Σ του ΕΛΑΣ, συμπτωματικά την ίδια μέρα που πραγματοποιήθηκε η σφαγή στο Δίστομο, οι Γερμανοί είχαν μεταφέρει μεγάλο τμήμα των μάχιμων δυνάμεών τους εκτός Ελλάδας, αφήνοντας πίσω μικρότερης μαχητικής αξίας τμήματα, και μάλιστα αποτελούμενα από τους συμμάχους των Γερμανών αλλοεθνείς τους, όπως Ρουμάνους, που δεν μπορούσαν αλλιώς να αντιμετωπίσουν την ελληνική αντίσταση.18

Για αυτό το λόγο αναζητήθηκαν εφεδρείες και σε Έλληνες συνεργάτες, αξιοποιώντας ως κίνητρο όποιας μορφής αντίθεση προς τις πολιτικές δυνάμεις της Αντίστασης προϋπήρχε. Πρωτίστως στα Τάγματα Ασφαλείας που προσπαθούσαν διακαώς να πολιτικοποιήσουν τον ρόλο τους ή σε αντικομμουνιστικές οργανώσεις που υποκατέστησαν σε τοπικό επίπεδο τα SS. Έτσι, οι Γερμανοί επέκτειναν την οδηγία του στρατάρχη V. Keitel, στα τέλη του 1941, ότι έπρεπε να δίνονται πλουσιοπάροχες χρηματικές αμοιβές σε όσους από τον τοπικό πληθυσμό έδιναν πληροφορίες κατά των ανταρτών, αλλά και την πρακτική να προσφέρεται ελαφρύς οπλισμός σε ομάδες που είχαν συγκροτήσει τις δικές τους εξουσίες στην ελληνική ύπαιθρο.

Πράγματι, εξαιτίας των σχεδίων αυτών άρχισαν να πληθαίνουν οι καταδότες, ενώ ολόκληρα χωριά απέκτησαν εξοπλισμένους «οπλαρχηγούς», όπως οι «Κούκοι» της Κατερίνης ή τα χωριά των Ποντίων μουσουλμάνων στη Μακεδονία (ο κορυφαίος ανάμεσά τους ο Τσαούς Αντόν- Φωστερίδης), στην περιφέρεια των οποίων πραγματοποιήθηκαν εγκλήματα κατά της Αντίστασης με τη μορφή αποκεφαλισμών ή λιντσαρισμάτων. Ιδίως στην Πελοπόννησο, το γερμανικό σχέδιο αξιοποιήθηκε πιο ολοκληρωμένα με τη δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας, την ευθύνη των οποίων ανέλαβε η πιο ειδεχθής περίπτωση αιμοσταγών Γερμανών αξιωματικών, ο Walter Schimana, επικεφαλής της υπηρεσίας του «Ανώτερου Αρχηγού των SS και της Αστυνομίας» που υπαγόταν απευθείας στον αρχηγό των SS H. Himmler στο Βερολίνο. Έτσι, όταν οι σύμμαχοι παραπλάνησαν τους Γερμανούς ότι η απόβαση στη Σικελία στα 1943 θα γινόταν στην Ελλάδα, οι τελευταίοι, εκτός από τον πολλαπλασιασμό τυφλών αντιποίνων, (θυμηθείτε την εκτέλεση των 10 στη Λιβαδειά), έριξαν στο παιχνίδι τα Τάγματα Ασφαλείας ως επικουρική δύναμη κατοχής. Με διαταγή του Φον Βάικς, τον Γενάρη του 1944, δόθηκε ρητή εντολή να αναβαθμιστεί ο εφοδιασμός των δυνάμεων αυτών με επαρκέστερο οπλισμό.

Μάλιστα, αν στην Ελλάδα οι Γερμανοί αξιοποίησαν παλιές πολιτικές αντιθέσεις για να δικαιολογήσουν τη δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας, στη Γιουγκοσλαβία χρησιμοποίησαν τον εθνικισμό και τις θρησκευτικές διαφορές: στις 27 Μαίου 1944, 14 μέρες πριν τη σφαγή στο Δίστομο, στρατεύματα από την 7h Prinz Eugen Division των SS εκτέλεσαν 834 Σέρβους αμάχους και έβαλαν φωτιά σε 500 σπίτια στα χωριά Ruda, Cornji, Dorfer Otok and Dalnji στη Δαλματία. Τους τιμώρησαν ως υποστηρικτές των γιουγκοσλάβων παρτιζάνων. Η ίδια στρατιωτική δύναμη ήταν εκείνη που δύο μήνες μετά, στις 28 Ιουλίου 1944, συγκέντρωσε Σέρβους και Εβραίους του Κοσόβου στο χωριό Velika και εκτέλεσε 428 ανθρώπους. Το μυστικό ήταν ότι στη σφαγή συμμετείχαν και ένοπλες δυνάμεις των Αλβανών της περιοχής, και η σφαγή ήταν της μορφής των εθνικών εκκαθαρίσεων. Τα ίδια έγιναν και στο χωριό Blagaj, όπου 520 άνθρωποι εκτελέστηκαν προς όφελος, αυτή τη φορά, των Κροατών Ustazi.19

Δυστυχώς για το Δίστομο, στη ανατολική Στερεά δεν βρέθηκαν οι «πρόθυμοι» συνεργάτες των Γερμανών. Για αυτό η σφαγή δεν ήταν απλά αυτό που υπογράμμισε ο Αμερικανός υπουργός των Εξωτερικών D. Acheson όταν την πληροφορήθηκε: ένα ακόμη δείγμα της τρομοκρατίας που είχαν εξαπολύσει οι Γερμανοί σε ολόκληρη την Ευρώπη.20 Ήταν και μια μορφή τιμωρίας, αφού ο πληθυσμός της περιοχής δεν δέχτηκε τα Τάγματα Ασφαλείας.21 Γιατί σε όλη τη Στερεά συγκροτήθηκαν μόνο ένα Τάγμα στη Χαλκίδα, και ένα στο Αγρίνιο, στο μέτρο που δεν πραγματοποιήθηκε στην περιοχή, σχεδόν καμία, εθελοντικά κατάταξη σε αυτά.22 Το στοιχείο της εκδίκησης φαίνεται από τη μορφή που πήρε η σφαγή: δεν ήταν η μεγαλύτερη σφαγή αμάχων στην Ελλάδα, όπως για παράδειγμα τα Καλάβρυτα, ήταν, όμως, ίσως η πιο ειδεχθής.

Να σημειωθεί ότι από την ευρύτερη περιοχή, και ιδίως το μεταλλείο και το λιμάνι της Λάρυμνας, η πολεμική βιομηχανία του Ράιχ προμηθευόταν τεράστιες ποσότητες μεταλλευμάτων. Οι υπεύθυνοι για τα εργοστάσια αυτά Γερμανοί ιθύνοντες διαμαρτύρονταν ότι το εργοστάσιο της περιοχής είχε υποστεί συνεχείς επιθέσεις από τους αντάρτες, τον Μάιο του 1944, οι εγκαταστάσεις είχαν λεηλατηθεί, οι στοές εξόρυξης μεταλλευμάτων είχαν ανατιναχθεί, όπως και οι γέφυρες φόρτωσης των μεταλλευμάτων στο λιμάνι της Λάρυμνας. Στις 29 Ιουνίου το εργοστάσιο δέχθηκε καίριο πλήγμα από τους αντάρτες με αποτέλεσμα χιλιάδες τόνοι μεταλλεύματος να εγκαταλειφθούν στο λιμάνι χωρίς δυνατότητα να μεταφερθούν στη Γερμανία.23

Μάλιστα, η σφαγή ήρθε σε μια στιγμή που το Γενικό Αρχηγείο του ΕΛΑΣ, καλύτερα οργανωμένο από ποτέ, είχε εγκαινιάσει πολιτική αποφυγής των ασυντόνιστων ενεργειών, που διευκόλυναν τους Γερμανούς να προβαίνουν σε αντίποινα.24 Πράγματι, το Αρχηγείο των ανταρτών ζητούσε πλέον σχέδια δράσης από τα επιμέρους τμήματά του, απαιτούσε να εγκρίνονται οι ενέργειες από το ίδιο, να μην γίνονται κοντά σε κατοικημένες περιοχές και να σχετίζονται με το γενικότερο στρατιωτικό σχεδιασμό των συμμάχων και των εντολών της Μέσης Ανατολής.25 Ήταν, κατά σύμπτωση, μια μέρα μετά τη σφαγή στο Δίστομο που το Γενικό στρατηγείο του ΕΛΑΣ είχε ζητήσει από τη Μέση Ανατολή να το ενημερώνει εγκαίρως για τις επιχειρήσεις που ζητούσε να εκτελεστούν στην Ελλάδα, για να αποφεύγεται η σύγχυση και να προετοιμάζονται οι μονάδες του ΕΛΑΣ να αντιμετωπίσουν τυχόν γερμανικά αντίποινα.26

Αυτή ακριβώς η εξέλιξη εξηγεί απόλυτα και τον τρόπο με τον οποίο μεθοδεύτηκε η σφαγή του Διστόμου: οι Γερμανοί, αναζητώντας προσχήματα, έπρεπε να παρασύρουν τον ΕΛΑΣ, αφού είχε εντολές να μην εμπλέκεται σε συγκρούσεις χωρίς να έχει προηγηθεί πλήρης αναγνώριση της δύναμης του αντιπάλου. Όμως, γνώριζαν ότι οι μόνες περιπτώσεις που οι μαχητές του ΕΛΑΣ δεν περίμεναν ρητές εντολές από το Αρχηγείο τους ήταν όταν επρόκειτο να απελευθερώσουν πολίτες που μεταφέρονταν για εκτέλεση. Για αυτό στην ουσία εξώθησαν τους αντάρτες να τους κτυπήσουν αφού τους κατεδίωξαν. Να σημειωθεί ότι ευνοήθηκαν και από τις αδυναμίες του μηχανισμού με τον οποίο εξασφάλιζε πληροφορίες ο ΕΛΑΣ της περιοχής. Μάλιστα, και σε άλλες περιπτώσεις το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ είχε διαμαρτυρηθεί ότι ο ΕΛΑΣ Ανατολικής Στερεάς, είχε παρασυρθεί από τους Γερμανούς, με αποτέλεσμα, σε μια περίπτωση, ούτε καν να πληροφορήσει την ηγεσία του για τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Γερμανών στην περιοχή Ελικώνα και Παρνασσίδας, στις αρχές Οκτωβρίου του 1943, θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο όλες τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ της ευρύτερης περιοχής. 27

Έτσι, όπως δείχνουν και οι μαρτυρίες ακόμα και υπαλλήλων της νομαρχίας Λιβαδειάς, Γερμανοί με πολιτικά, προσποιούμενοι τους Έλληνες επιβιβάστηκαν στο πρώτο φορτηγό της φάλαγγας που κατευθύνθηκε στο Δίστομο. Μάλιστα, για να καταστεί πιο αληθοφανής η επιχείρηση, η αφετηρία της ήταν οι φυλακές της πόλης, ώστε να σχηματιστεί η εντύπωση ότι κρατούμενοι οδηγούνταν σε εκτέλεση. Προκειμένου δε να διασφαλίσουν ότι θα παρέσυραν τελικά τους αντάρτες, 14 χιλιόμετρα έξω από τη Λιβαδειά, όπως γράφει και η απόφαση του δικαστικού συμβουλίου για τα εγκλήματα Πολέμου, άρχισαν να συλλαμβάνουν και να επιβιβάζουν δια της βίας στα φορτηγά και όσους βρήκαν στα χωράφια, ενώ εκτέλεσαν όσους προσπάθησαν να διαφύγουν. Ενώθηκαν δε με άλλη φάλαγγα που προερχόταν από την Άμφισσα και συνέχισαν τις προκλήσεις, λεηλατώντας σπίτια στο Δίστομο. Δεδομένου ότι δεν παρενοχλήθηκαν μέσα στην πόλη, αναζήτησαν τους αντάρτες εκτός του Διστόμου και δέχτηκαν τελικά επίθεση από αυτούς, αφού οι τελευταίοι τήρησαν την εντολή της απόστασης από κατοικημένες περιοχές. Ωστόσο, οι Γερμανοί, έχοντας προσχεδιάσει τη σφαγή επέστρεψαν στο Δίστομο, κατασφάζοντας τον πληθυσμό του.

Πρέπει να γίνει μια παρένθεση εδώ: οι αντάρτες κινήθηκαν βάσει των εντολών που είχαν δεχθεί από τη διοίκησή τους. Κτύπησαν -και μάλιστα πεπεισμένοι ότι οι Γερμανοί επρόκειτο να προβούν και στο γειτονικό χωριό Στείρι σε εκτελέσεις-28 και διέφυγαν πολύ σύντομα στα γύρω βουνά αφού από το επιτελείο του ΕΛΑΣ είχαν σαφείς οδηγίες για την όσο το δυνατόν πιο γοργή απεμπλοκή τους. Γιατί από τον Σεπτέμβριο του 1943 οι Γερμανοί εφάρμοζαν την τακτική να διασπείρουν ακτινωτά σε μια περιοχή τις δυνάμεις τους ώστε να εξωθήσουν τον ΕΛΑΣ να στραφεί εναντίον φαινομενικά μικρών τμημάτων τους, να τον καθυστερήσουν σε μια μάχη εκ του συστάδην και μετά να τον κυκλώσουν με δυνάμεις που θα έσπευδαν στο σημείο αυτό. Για αυτό το Γ.Σ του ΕΛΑΣ είχε δώσει εντολή στα σώματά του, χωρίς επαρκείς δυνάμεις, να μην εμπλέκονται σε παρατεταμένες συγκρούσεις αλλά να διαφεύγουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα. 29 Να μην παραμένουν καν στο χώρο της σύγκρουσης επί μακρώ για να μην δίνουν αφορμές για την πυρπόληση χωριών με το πρόσχημα ότι γινόταν μάχη μέσα σε αυτά. Πράγματι, ο λόχος του ΕΛΑΣ μόλις κινήθηκαν δυνάμεις των Γερμανών πίσω από την εμπροσθοφυλακή τους στο Στείρι συμπτύχθηκαν και διέφυγαν, αφού οι υπέρτερες γερμανικές δυνάμεις δεν τους επέτρεψαν να προσεγγίσουν καν τα προκαθορισμένα σημεία σύμπτυξης.30

Το γεγονός ότι η σφαγή μόνο προσχηματικά συνδέθηκε με την επίθεση των ανταρτών στο Στείρι φαίνεται και από το γεγονός ότι σε αυτή μετείχε λόχος των SS που ήρθε από την Άμφισσα, προφανώς με τέτοια εντολή ενώ και την επόμενη μέρα καινούργια φάλαγγα γερμανικών αυτοκινήτων πήγε στο Δίστομο και εν ψυχρώ εκτέλεσε όσους απέφυγαν τη σφαγή της πρώτης μέρας και πήγαν στο χωριό για να κηδέψουν τους συγγενείς τους. Το ίδιο μάλιστα απόγευμα στο Καλάμι, κοντά στη Λιβαδειά, έκαναν μπλόκο συγκέντρωσαν βάσει καταλόγου 23 άτομα και τα εκτέλεσαν και αυτά.31

Είναι αρκούντως εντυπωσιακό ότι ακόμα και ο κατοχικός νομάρχης αποσβολωμένος από την επίδειξη βαρβαρότητας των Γερμανών, δεν έκρυψε στην έκθεσή του προς το κατοχικό υπουργείο Εσωτερικών τα πραγματικά χαρακτηριστικά της σφαγής. Μάλιστα, είναι ο ίδιος που επισήμανε ότι το Δίστομο δεν καταχωρούνταν στα «ανταρτοχώρια», ούτε είχαν γίνει σημαντικές ενέργειες στην περιοχή γύρω από αυτό για να μπορεί έστω και στο ελάχιστο να δικαιολογηθεί η σφαγή.

Είναι φανερό ότι οι Γερμανοί επιδίωξαν να καταστήσουν τη σφαγή όσο το δυνατόν πιο αποκρουστική για να εξασφαλίσουν το αποτέλεσμα κατατρομοκράτησης στο οποίο προσέβλεπαν. Γιατί σε πολλές περιπτώσεις η τακτική που στο παρελθόν ακολούθησαν να στρέφουν τα αντίποινα, κυρίως κατά των οικογενειών των ανταρτών, δεν είχε αποδώσει, προκαλώντας, αντί τον εκφοβισμό τους, τη μαζικοποίηση των ανταρτικών οργανώσεων. Όμως, ήταν τέτοια η καταισχύνη που προκάλεσαν, ξεπερνώντας κάθε όριο, ώστε ακόμα και ο πολιτικός διοικητής των Γερμανών στην Ελλάδα Χέρμαν Νόιμπαχερ ζήτησε έρευνα για τα γεγονότα.

Οι επικεφαλής των γερμανικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Ελλάδα έφτασαν μέχρι του σημείου να απολογηθούν για την ενέργειά τους στο ίδιο το στρατηγείο της Βέρμαχτ στο Βερολίνο. Και παρέκαμψαν εύκολα όλες τις αιτιάσεις, αφού παρουσίασαν τη σφαγή ως τμήμα στρατιωτικής σύγκρουσης μέσα στην πόλη. Όπως ο στρατάρχης von Weichs (Μαξιμίλιαν φον Βαίκς, Διοικητής της Νοτιοανατολικής Ευρώπης), πληροφόρησε στις 16 Ιουλίου 1944 το Βερολίνο, η επίθεση έγινε εναντίον Διστομιτών που έπληξαν τον γερμανικό στρατό εντός του οικισμού. Για αυτό, όπως σημείωνε στην τελευταία της παράγραφο η γερμανική αναφορά, «μετά την εκκαθάριση του χωριού μετρήθηκαν 250 νεκροί ύποπτοι συμμορίτες και μέλη συμμοριών». Είναι εξίσου χαρακτηριστικό ότι οι Γερμανοί μίλησαν για κομμουνιστική δημοκοπία που διέσπειρε ψευδείς ειδήσεις περί υποτιθέμενων ωμοτήτων, αφού γερμανική μονάδα «εβλήθη έμπροσθεν του χωριού Διστόμου με όπλα πολυβόλα και ολμοβόλα» και απλώς ανταπάντησε στα πυρά. Όσοι σκοτώθηκαν ήταν τα αναπόφευκτα θύματα της χρήσης βαρέων όπλων για να καταληφθεί το χωριό, αφού οι αντάρτες είχαν υποτίθεται οχυρωθεί σε αυτό με «όλα τα υπάρχοντα μέσα». Έτσι, δικαιολογήθηκε και ο θάνατος παιδιών και γυναικών, που κατά τις αρχές Κατοχής, ήταν αναπόφευκτος λόγω του κανονιοβολισμού του χωριού. 32

Να σημειωθεί ότι υπήρξε και άλλη μαρτυρία για τα γεγονότα, την οποία μάλιστα o Weichs δεν έκρυψε από τους ανωτέρους του. Επρόκειτο για έναν υπαξιωματικό αυτόπτη μάρτυρα, που μίλησε με σαφήνεια για πλήρη απουσία ανταρτικών ενεργειών μέσα στην πόλη. Ήταν η αναφορά του Georg. Koch, ενός μέλους της στρατιωτικής αστυνομίας της Βέρμαχτ (Wehrmacht GFP Geheime Feldpolizei), που υποστήριξε ότι τα τμήματα των SS μπήκαν στο Δίστομο χωρίς να αντιμετωπίσουν κανένα απολύτως πρόβλημα και την επίθεση από τους αντάρτες την δέχθηκαν, αφού αποχώρησαν από το Δίστομο, ερευνώντας πληροφορίες για πιθανές ομάδες ανταρτών, και σε απόσταση από αυτό. Μετά γύρισαν και διέπραξαν τη σφαγή, πράγμα που αντιφάσκει πλήρως προς την αναφορά του Fritz Lautenbach (SS-Standartenführer Schührers), του επικεφαλής της σφαγής. Αξιοσημείωτο η έρευνα της ίδιας της Wehrmacht για το γεγονός αναγνώρισε ότι ο Lautenbach εσκεμμένα παραποίησε τα γεγονότα. Όμως στο τέλος ο Veichs δικαίωσε τις πράξεις των υφισταμένων του ως απόρροια υποτιθέμενης στρατιωτικής αναγκαιότητας και τις χαρακτήρισε ως μέτρο «εξιλέωσης» (;)33 .

Είναι αξιοσημείωτο ότι ακριβώς με τα ίδια επιχειρήματα αιτιολογήθηκε και η σφαγή στο Oradour στη Γαλλία, που δείχνει ότι υπήρχε κοινό σχέδιο ακόμα και για δικαιολόγηση των σφαγών αυτών. Και εκεί αρχικά παρουσιάστηκε ως «παράπλευρη απώλεια». Όμως, όπως φάνηκε στη δίκη για τη σφαγή που έγινε στο Μπορντώ στα 1953, ένας από τους αυτόπτες μάρτυρες ο C. Weidinger επέμεινε ότι ο εκεί σφαγέας Diekmann δεν είχε καν εντολή από τους ανωτέρους του όταν έκαψε το χωριό. Όταν δε γύρισε στην έδρα του αρχηγείου της Βέρμαχτ, αργά το απόγευμα μετά τη σφαγή, στην πρώτη του αναφορά, ούτε καν ανέφερε τους θανάτους των παιδιών και των γυναικών μέσα στην εκκλησία. Όπως και στην περίπτωση του Διστόμου, η αρχική έκθεση ισχυριζόταν ότι δέχθηκε επίθεση μέσα στον οικισμό από τους κατοίκους του. Επειδή δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί η σφαγή επειδή ένας στρατηγός, ο Kampfe , απήχθη από τους αντάρτες και εξοντώθηκε η συνοδεία του, ο Diekmann ισχυρίστηκε ότι βρήκε έναν αριθμό δολοφονημένων Γερμανών στρατιωτών μέσα στο χωριό, γεγονός που υποτίθεται προκάλεσε την έξαλλη αντίδρασή του και τη σφαγή. Σε βιβλίο, όμως, που ο άλλος μάρτυρας εξέδωσε, το «Comrades to the End,» σημείωσε ότι στην αναφορά του ο Diekmann προς στο γερμανικό στρατηγείο στη Λιμόζ πρόσθεσε εκ των υστέρων ότι στην έρευνά του μέσα στο χωριό βρήκε μεγάλη ποσότητα όπλων και σκότωσε τους κατοίκους γιατί τους θεώρησε όλους παρτιζάνους Μακί. Τα γυναικόπαιδα κάηκαν, ισχυρίστηκε, γιατί όταν σκότωνε τους άντρες τα πυρομαχικά που ήταν σε κάθε σπίτι κρυμμένα από τους χωρικούς έσκασαν ξαφνικά, προκαλώντας τη φωτιά που έκαψε την εκκλησία, στην οροφή της οποίας υπήρχαν επίσης πολεμοφόδια των ανταρτών. 34

Είναι επίσης εντυπωσιακό ότι το ίδιο γεγονός επαναλήφθηκε και στο Ugine, κοντά στο Annecy της δυτικής Γαλλίας 5 μέρες πριν τη σφαγή στο Δίστομο, πράγμα που επιβεβαιώνει ότι τίποτα σε αυτές τις σφαγές δεν ήταν τυχαίο. Μια νάρκη των ανταρτών που πυροδοτήθηκε με τηλεχειριστήριο σκότωσε 11 Γερμανούς σε κομβόι της Στρατιωτικής Αστυνομίας της Βερμαχτ. Οι Γερμανοί μπήκαν στο Ugine συνέλαβαν όλους τους άντρες που βρήκαν μπροστά τους και εκτέλεσαν 28. Άλλους 19 τους μετέφεραν στο σημείο που έσκασε η νάρκη, τους εκτέλεσαν και έριξαν τα σώματά τους στην τρύπα που είχε προκαλέσει η έκρηξη. Λεηλάτησαν, μάλιστα, τουλάχιστον 500 σπίτια.

Και μια τελευταία αναφορά στους λόγους που επιλέχθηκε το Δίστομο για τη σφαγή. Η περιοχή, της οποίας κέντρο ήταν το Δίστομο, είχε κομβική σημασία, αφού από την αρχή της Κατοχής ο Ελικώνας και τα γύρω βουνά ήταν τα πεδία ρίψης όπλων, ασυρμάτων, αλλά και συνδέσμων αξιωματικών, Ελλήνων και Βρετανών, της Μέσης Ανατολής. Αφετέρου ήταν και ο κύριος δρόμος μετακίνησης ανταρτών και στελεχών της Αντίστασης από την Αθήνα προς το βουνό. Επιπλέον, ήταν η κύρια οδός για τη μεταφορά μεταλλευτικών προϊόντων, μέσω Γαλαξιδίου, ώστε να μετατραπούν σε πολεμοφόδια της Βέρμαχτ στην Ευρώπη. (Ιδίως στα 1944 μεταφέρθηκαν από την Ελλάδα 50.000 τόνοι χρωμίου για την κατασκευή χάλυβα). Αλλά και απαραίτητος χώρος διέλευσης σε μια ενδεχόμενη μετακίνηση γερμανικών στρατευμάτων στα άλλα μέτωπα του πολέμου όσο και η κύρια οδός διαφυγής σε περίπτωση υποχώρησης. Για αυτό και επιχείρησαν όλο το διάστημα της άνοιξης του 1944 να ξεκαθαρίσουν την αντίσταση από τις γύρω περιοχές, να δημιουργήσουν τα κατάλληλα προγεφυρώματα και να ελέγξουν τις διαβάσεις.

Στη βάση αυτής της επιδίωξης δεν είναι τυχαίο ότι λίγες μέρες πριν τη σφαγή στο Δίστομο, με την ίδια λογική εκφοβισμού, τον Μάιο του 1944, έχουμε σφαγές αμάχων στις Λίμνες Αργολίδας, στο Αγγελόκαστρο Κορινθίας, στους Αγίους Θεοδώρους (όπου εκτελούν σε δύο επιχειρήσεις 113 κατοίκους), στο Αγιονόρι και στο χωριό Άγιος Ιωάννης Κορινθίας, στο Κακολύρι Εύβοιας, στη Χαλκίδα και στη Ριτσώνα. Στη Βοιωτία, εκτός από την εκτέλεση 29 ομήρων στη Στενή Λιβαδειάς, στις 27 Φεβρουαρίου 1944, στις 2 Απριλίου εκτελούν 100 Βοιωτούς στη Λαμία, ενώ στις 30 Απριλίου εκτέλεσαν 138 ομήρους στον Καρακόλιθο. Αντίστοιχες εκτελέσεις πραγματοποιήθηκαν και στο Κυριάκι την ίδια μέρα. Μετά σειρά, πιο βόρεια, πήρε η Υπάτη Φθιώτιδας στις 17 Ιουνίου 1944, αλλά και η Θεσσαλία που δέχεται αλλεπάλληλες καταστροφές ένα ολόκληρο μήνα μετά.35 Όπως πληροφορούσαν το Foreign Office οι Βρετανοί σύνδεσμοι, στα πλαίσια των επιχειρήσεων αυτών οι Γερμανοί, μόνο μέσα σε ένα 15μερο, τον Ιούνιο του 1944 έκαψαν 28 χωριά και κατέστρεψαν τις σοδειές τους. Τα δε Τάγματα Ασφαλείας εκτέλεσαν 250 αμάχους και λεηλάτησαν μεγάλες ποσότητες τροφίμων.36

1 Ωστόσο, αρκετές από τις δικογραφίες αυτές έχουν εντοπιστεί σε διάφορες αρχειοθήκες, όπως αυτή του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου ή του Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών. Ανάμεσα σε αυτά υπάρχει η δικογραφία του Λοχαγού Χόλμαν, Στρατιωτικού Διοικητή Λιβαδειάς, του Β. Γιάννις, υποδιοικητή Λιβαδειάς, του Χίλμπιγκ φρούραρχου Λιβαδειάς, όπως και του Κ. Πάαρ διευθυντή Φυλακών Λιβαδειάς. Απομένει στο ενδιαφέρον που θα δείξει ή τοπική κοινωνία να καλυφθούν κάποια από τα κενά της βιβλιογραφίας που αφορά σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις σφαγών των Γερμανών σε όλη την ελληνική επικράτεια.

2 War Department Pamflet, Procedure for Military Executions, 12 June 1944, http://www.loc.gon.

3 Fireside Chat 29, Franklin D. Roosvelt: On the fall of Rome, 5 Ιουνίου 1944, Millercenter. org, president Roosvelt Speeches.

4Λ. Αραγκόν, Ιστορία της Σοβιετικής Ενώσεως, τομ. Β, Αθήνα 1962, σ. 61-62.

5 Ch. Wilmot, The Struggle for Europe, Hertfordshire 1997, σ. 186-188, 192-193.

6 M. Mazower, Inside Hitler`s Greece, London 1993, σ. 155.

7 «Η δημοκοπία περί ωμοτήτων στο Δίστομον», Δίστομο, Το Ολοκαύτωμα (επιμ. Γ. Θεοχάρη), Λιβαδειά Αθήνα 2010, σ. 141-142.

8 Ch. Wilmot, The Struggle for Europe, ο.π. σ. 204.

9 A. Beevor, D-Day: The Battle for Normandy. New York; Toronto: Viking, 2009, σ. 43-46.

10 Ford, Ken; Zaloga, Steven J. (2009). Overlord: The D-Day Landings. Oxford; New York, 2009, 22-239.

11 Ρ. Καρτιέ, Ιστορία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, τομ. 2, Αθήνα 1955, σ. 270-271.

12 J. Keegan, The Oxford Companion to World War II, Oxford 2001, σ. 24-49.

13 www.dasreich.ca/oradour.html

14 S. Farmer, Martyred Village: Commemorating the 1944 Massacre at Oradour-sur-Glane, Berkeley and Los Angeles: University of California Press 1999.

15 Oradure: Jean-Jacques Fouché, Oradour, June 10th, 1944: A Nazi Massacre in Occupied France, Online Encyclopedia of Mass Violence, [online], published on 5 November 2007, accessed 24 June 2010, URL : ttp://www.massviolence.org/Oradour-June-10th-1944-A-Nazi-Massacre-in-Occupied-France,

16 Ρ. Καρτιέ, ο.π. σ. 308-309.

17Όπως και στο Δίστομο υπήρχε η επίσημη εκτίμηση SS που μιλούσε για επίθεση των ανταρτών που δικαιολόγησε τν σφαγή: οι μάρτυρες μίλησαν για επίθεση που έγινε μέρες πριν, βλ. www.scrapbookpages.com/oradoursurglane/index.html.

18 ΕΛΑΣ ΧVΙ Ταξιαρχία, Επιτελικό Γραφείο 3, αρ. ΕΠΕ 573, 10 Ιουνίου 1944, ΓΕΣ/ΔΙΣ, Αρχείο Εθνικής Αντίστασης, ΕΛΑΣ, τομ. 4, σ.58-62.

19 Για το θέμα αυτό και τη γενικότερη πολιτική των Γερμανών σε σχέση με τις εθνικιστικές αντιθέσεις, βλ. και T. Judt, Postwar, A History of Europe since 1945, London 1945, σ. 33-35.

20 FO 371/43690, R11972, Halifax προς FO, 19 Ιουλίου 1944.

21 Για το ρόλο των Ταγμάτων ασφαλείας και των Αντιποίνων στην Πελοπόννησο βλ. και Μ. Λυμπεράτος, «Τα γερμανικά αντίποινα, τα Τάγματα ασφαλείας και ο ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο», στο Νότια Πελοπόννησος, 1935-1950, Αθήνα 2009, σ. 61-101,

22 Γ. Δουατζής, Οι Ταγματασφαλίτες, Αθήνα 1982, σ. 53 κε.

23 ΚΚΑ Πότσνταμ, αρ. φιλμ. 43171, 29 Ιουνίου 1944, Ντοκουμέντα από τα Γερμανικά Αρχεία (επιμ Μ. Ζέκεντορφ), Αθήνα 1991, σ. 233.

24 Για το θέμα Μ. Λυμπεράτος, «Οι Οργανώσεις της Αντίστασης», Ιστορία της Ελλάδας του 20 αιώνα, τομ. Γ 2, Αθήνα 2007, σ. 16-17.

25 Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 493, φ 30/1/54, ΕΛΑΣ, ΓΣ, Επιτ. Γραφ. ΙΙΙ, αρ. πρ.467, Οδηγίαι Προσωπικαί και απόρρηται δια τους διοικητάς μεγάλων μονάδων του ΕΛΑΣ, 5 Δεκεμβρίου 1943, Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας.

26 FO 371/43688, R 9537 Γ.Σ του ΕΛΑΣ προς Γ.Σ.Μ.Α, 12 Ιουνίου 1944.

27 ΕΛΑΣ, Γενικόν Στρατηγείον, Επιτελείον, Γραφείο ΙΙΙ, , αρ. πρωτ. 327, προς τους Διοικητάς των Μεραρχιών, 19 Νοεμβρίου 1943, ΓΕΣ/ΔΙΣ, Αρχεία Εθνικής Αντίστασης (1940-1944), τομ. 3, Ανταρτική Οργάνωση ΕΛΑΣ, Αθήνα 1998, σ. 209-211.

28 ΕΛΑΣ, Γενικό Στρατηγείο, Επιτ. Γραφείον ΙΙΙ, αρ. ΕΠΕ 1068, Ανακοινωθέν αρ. 50, Αρχείο 53ου Συντάγματος Πεζικού του ΕΛΑΣ Δυτική Μακεδονίας, ΕΔΙΑ.

29ΕΛΑΣ, Γενικό Στρατηγείον, Επιτελικόν Γραφείον ΙΙΙ, αρ. επ. 310, 8 Σεπτεμβρίου 1943, ΓΕΣ/ΔΙΣ, Αρχεία Εθνικής Αντίστασης (1940-1944), τομ. 3, Ανταρτική Οργάνωση ΕΛΑΣ, Αθήνα 1998, σ.131-133.

30 ΕΛΑΣ ΙΙΙ/34 Τάγμα, 11 Λόχος, Έκθεσις γενομένης επιχειρήσεων εν τη περιοχή Στειρίου-Διστόμου κατά τη 10 Ιουνίου 1944, στο Δίστομο, Το ολοκαύτωμα, ο.π. σ. 133-134.

31 Έκθεση Κιουσόπουλου αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και διευθυντή Κεντρικής Υπηρεσίας του Ελληνικού Γραφείου Εγκληματιών Πολέμου στο Δίστομο, Το Ολοκαύτωμα, ο.π.. σ. 148.

32 Βλ και Τ. Λάππας, Η Σφαγή του Διστόμου, Αθήνα 1945.

33 Μ. Ζέκεντοφ, Ντοκουμέντα από τα Γερμανικά Αρχεία, ο.π. σ. 236.

35 Μ. Γλέζος, Εθνική Αντίσταση 1940-1945, τομ. Β, Αθήνα 2007, σ. 995-1018.

36 FO 371/43691, R13659, Game Book, Ιούλιος 1944.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s