Η Κοινωνική Απήχηση του ΕΑΜ

Του Μιχάλη Π. Λυμπεράτου


 

 Το ΕΑΜ ήταν μια καθοριστική πολιτική τομή στη σύγχρονη ιστορία. Καθοριστική γιατί αποτέλεσε το πεδίο συγκρότησης μιας πρωτοφανούς, για τα δεδομένα της ιστορίας της χώρας, κοινωνικο-πολιτικής συμμαχίας των εργαζόμενων στρωμάτων του πληθυσμού, τέτοιας που έδωσε τη δυνατότητα να αναπτυχθεί μια μεγαλειώδης Εθνική Αντίσταση, να ηττηθούν οι κατακτητές και να τεθεί de facto ακόμα και ζήτημα εργατικής εξουσίας στη μεταπολεμική Ελλάδα. Χωρίς μια εκτεταμένη κίνηση μαζών, που εκδηλώθηκε με πολλαπλές μορφές αντίστασης και εκτεταμένες πολιτικές συνθέσεις, ήταν αδύνατα τα κοινωνικά και πολιτικά αυτά αποτελέσματα, όσο και η διάρκειά τους, που γέννησαν η Κατοχή και η Αντίσταση.

Αν και τα διαθέσιμα στοιχεία δεν συνιστούν μια αναλυτική πηγή αναφορικά με τον προσδιορισμό του αριθμητικού εύρους των μελών του ΕΑΜ, η συνολική δύναμη όσων μετείχαν στις εαμικές οργανώσεις κατά τη διάρκεια της Κατοχής, υπερέβαινε, σύμφωνα και με τις υπάρχουσες εκτιμήσεις, τα 1.500.000 μέλη.1 Το ίδιο το ΚΚΕ εκτιμούσε ότι τα οργανωμένα μέλη του ΕΑΜ στις αρχές του 1944, μόνο στη Μακεδονία, ξεπερνούσαν τους 450.000. 2 Σύμφωνα μάλιστα με την Α΄ Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΕΑΜ που συγκλήθηκε στο Νεοχώρι Ευρυτανίας, την 1η Σεπτεμβρίου 1944, από τα 1.500.000 μέλη, περίπου 700.000 ανήκαν στις νεανικές οργανώσεις ΕΠΟΝ και Αετόπουλα.3 Να σημειωθεί ότι στις εκτιμήσεις αυτές δεν περιλαμβάνονταν τα νησιά του Αιγαίου και η Κρήτη, όπως και η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη.4

Από το σύνολο των δυνάμεων αυτών που συντάχθηκαν υπό την σκέπη του ΕΑΜ, 250.000 μέλη περίπου κατανέμονταν στην Αθήνα και τον Πειραιά,5 ήτοι το 16% του πληθυσμού, 300.000 στην Πελοπόννησο, ήτοι το 19,7%, 450.000 στη Μακεδονία, περίπου το 30% του πληθυσμού της, 280.000 στη Θεσσαλία, το 19%, 70.000 στην Ήπειρο, το 5%, και 170.000 στη Στερεά και την Εύβοια, ήτοι το 11,2 %. Σε αυτούς πρέπει να προστεθεί και ανεξακρίβωτος αριθμός μελών της Εθνικής Αλληλεγγύης που δεν ανήκαν, όμως, στο ΕΑΜ, της οργάνωσης αλληλοβοήθειας τα μέλη της οποίας ενδεχομένως να υπερέβαιναν κατά το ένα τρίτο το σύνολο των άλλων μελών των εαμικών οργανώσεων.6

Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώθηκαν, τον Απρίλιο του 1944, όταν οργανώθηκαν σε όλη την Ελλάδα εκλογές για την ανάδειξη Εθνικού Συμβουλίου, στα πλαίσια της ΠΕΕΑ. Δεν συμμετείχαν οι περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης υπό βουλγαρικό έλεγχο, όπως και η Κρήτη και τα νησιά που δεν κατέστη δυνατό να οργανωθεί ο εκλογικός μηχανισμός. Στην Αθήνα ψήφισαν, με βάση τα εαμικά στοιχεία, 360.000 άτομα και στον Πειραιά 75.000, στην μεν Αθήνα τρείς φορές περισσότεροι από ό,τι στις εκλογές του 1936, στον Πειραιά 25.000 περισσότεροι.7

Χωρίς να μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς ο αριθμός των ψηφοφόρων, που υπερέβαινε κατά τις εκτιμήσεις του ΕΑΜ τους 1.500.000, ήταν πιθανό στη διαδικασία να μετείχαν πολλοί περισσότεροι από τους 1.200.000 εκλογείς του 1936. Βεβαίως, η αύξηση αυτή εξηγείται κυρίως λόγω του γεγονότος ότι δόθηκε δικαίωμα ψήφου και στους νέους από 18 ετών αλλά και στις γυναίκες που φυσικά δεν ψήφισαν στις εκλογές του 1936. Ωστόσο, το δεδομένο ότι οι εκλογές αυτές διεξήχθησαν για τις μεγάλες πόλεις υπό την γερμανική Κατοχή-και άρα χωρίς την τυπική ελευθερία πρόσβασης στις κάλπες, διατηρεί με το παραπάνω τον αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα τους.8

Το πιο ενδεικτικό στοιχείο αυτών των εκλογών ήταν ότι κατέδειξαν τον χαρακτήρα της εαμικής συμμαχίας από την άποψη της κοινωνικής της αναφοράς. Από τους 180 Εθνοσυμβούλους που εκλέχθηκαν, εργάτες ήταν μόνο κατά 12,8% και αγρότες στο ίδιο περίπου ποσοστό, ενώ το υπόλοιπο 75% ήταν μικροαστικής προέλευσης, αλλά και με ποσοστά της τάξης του 15% για επαγγελματίες και βιομήχανους. Το μεγαλύτερο ποσοστό αποτελούνταν από δημοσίους υπαλλήλους, δικηγόρους και γιατρούς, δικαστές και εκπαιδευτικούς, καθηγητές πανεπιστημίου αλλά και σε σημαντικό ποσοστό από στρατιωτικούς και κληρικούς.9

Αλλά και εκεί που τα στοιχεία είναι ακόμα πιο σαφή, ήταν στο ίδιο το ΚΚΕ, του οποίου η ανάπτυξη κατέδειξε απτά όλη αυτή την κοινωνική και πολιτική κινητικότητα. Τον Δεκέμβριο του 1942 τα μέλη έχουν γίνει 15.000 από λίγες εκατοντάδες το 1940,10 ενώ το 1943 περίπου τετραπλασιάζονται. Τον Ιανουάριο του 1944, στη 10η Ολομέλειά του, το κόμμα διαπιστώνει ότι δεκαπλασίασε τα μέλη του,11 και όπως αναφέρει στην εισήγησή του ο Γ. Ζεύγος μετατρέπεται στο μεγαλύτερο πολιτικό οργανισμό στην ιστορία της χώρας.12 Στα τέλη του 1944 αγγίζει πλέον τα 300.000 μέλη. Το, επίσης, αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι η μαζικοποίηση αυτή συνοδεύεται από ραγδαία μεταβολή στην κοινωνική σύνθεση των μελών του κόμματος, αφού, ενώ το 1942 το 70% των μελών του ήταν εργάτες, τουλάχιστον στην Αθήνα, τον Ιανουάριο του 1944 τα εργατικής προέλευσης μέλη είναι τα μισά του συνόλου, σύμφωνα με την εκτίμηση του ίδιου του Πολιτικού του Γραφείου. Στην οργάνωση Αθήνας, και ιδίως στην Επιτροπή Πόλης, ήταν εργάτες το 50,5% των μελών στο γραφείο της Επιτροπής, το 60% στο σύνολο της Επιτροπής Πόλης, ενώ στις «αχτίδες» (ομάδα οργανώσεων βάσης), το ποσοστό ήταν 42,5%. Στις αντιπροσωπίες των αχτιδικών Συνδιασκέψεων της οργάνωσης της Αθήνας το 45% ήταν εργάτες, ενώ μόνο το 37% ήταν εργατικής προέλευσης στελέχη ως αντιπρόσωποι για τη συνδιάσκεψη της Αθήνας την επόμενη χρονιά.13

Με άλλα λόγια, μια διαρκής κίνηση κοινωνικών δυνάμεων συντελέστηκε επί ΕΑΜ, με προεξάρχουσα την εργατική τάξη της χώρας, μια διαδικασία που συνέθεσε τα συμφέροντα, αλλά και τις κοινωνικές πρακτικές, ευρύτερων δυνάμεων, δημιουργώντας όρους μιας ευρείας ταξικής συμμαχίας. Ο απομονωμένος κοινωνικά χώρος των αγροτών, σε μια διαδικασία διαρκούς μετασχηματισμού των χαρακτηριστικών του, κατέστη, ελέω των λαϊκών εξουσιών στο Βουνό, κοινωνική δύναμη, συγκροτώντας ένα πολιτικό μέτωπο με την εργατική τάξη που όρισε νέες μορφές κοινωνικής οργάνωσης14. Μορφές που συνδύαζαν, μέσω κυρίως των λειτουργιών της κυβέρνησης του βουνού, δομές κοινοτικής οργάνωσης αγροτικού τύπου, στον συνδυασμό τους με το συμβουλιακό χαρακτήρα των πολιτικών μορφών που ιστορικά συγκρότησε η εργατική τάξη στις οργανώσεις της. 15

Η ίδια η εργατική τάξη της χώρας ενοποιήθηκε αποφασιστικά, συγκροτώντας ένα ευρύ εργατικό μέτωπο, το ΕΕΑΜ, που εξασφάλισε τη συνένωση των υπαρχόντων συνδικαλιστικών οργανώσεων με την πλατύτερη δυνατή σχέση αντιπροσώπευσης των επιμέρους τάσεων, περιθωριοποίησε τις προπολεμικές ενδο-εργατικές αντιθέσεις,16 και μαζικοποίησε τους εργατικούς αγώνες.17 Το γεγονός αυτό έδωσε αποφασιστική ώθηση σε ένα κύμα απεργιών και διαδηλώσεων που ματαίωσαν την εργατική επιστράτευση του 1943.18 Ιδίως οι διαδηλώσεις στις 24ς Φεβρουαρίου και 5ης Μαρτίου 1943 στην Αθήνα19 ήταν πρωτόγνωρές για τα δεδομένα ολόκληρης της κατεχόμενης Ευρώπης.20

Ακόμα πιο εντυπωσιακό ήταν το εύρος της κοινωνικής συνεργασίας των εργαζόμενων δυνάμεων με τη μικροαστική τάξη, κυρίως με άξονα τις δυνάμεις της διανοητικής εργασίας. Πέραν της de facto κατάργησης στο βουνό της διάκρισης χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας, η διανοητική εργασία αποσυνδέθηκε πλήρως από τη διαδικασία αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας και αποστασιοποιήθηκε ακόμα και από το επίπεδο της παραδοσιακής πολιτικής συμβολοποίησης. Έτσι, εξασφαλίστηκε η διάχυση του πολιτισμού της πόλης στους αγροτικούς πληθυσμούς της Ελεύθερης Ελλάδας21 και το Βουνό μεταβλήθηκε σε ένα χώρο εκτεταμένης πολιτιστικής αναπαραγωγής.22 Ρόλο έπαιξε και η ευφυής τακτική, σε στρώματα που δεν αγαπούσαν τις συλλογικές διαδικασίες, να προσφερθούν εαμικές οργανώσεις χωρίς ασφυκτικούς συγκεντρωτικούς περιορισμούς.

Αλλά και μια σειρά άλλων κοινωνικών μερίδων, στρώματα, ενδιάμεσες κατηγορίες και διαταξικά σύνολα μετείχαν στην εν γένει αντιστασιακή προσπάθεια. Διαμόρφωσαν πρωτόγνωρες εμπειρίες κοινωνικής οργάνωσης, μετείχαν σε ένα δίκτυο εκατοντάδων λαϊκών οργανώσεων που συγκροτήθηκαν σε όλη την επικράτεια, αναιρώντας de facto το εγγενές φαινόμενο της διάστασης κέντρου και περιφέρειας.23 Συγκρότησαν δε συνδυασμούς κοινωνικής συνύπαρξης ιδιαίτερα σύνθετους για τα δεδομένα και τις κοινωνικές αντιλήψεις που επικρατούσαν στη χώρα.

Ενδεικτικά, στην Εθνική Αλληλεγγύη το 60% περίπου των κατά τόπους κληρικών ήταν μέλη της, 24 και επίτιμος πρόεδρος της εκλέχτηκε ο μητροπολίτης Κοζάνης Ιωακείμ.25 Στη νεολαία, με βάση τις εκθέσεις κομματικών στελεχών του ΚΚΕ, ή των γραφείων της ΕΠΟΝ, κατά τη διάρκεια της Κατοχής το ποσοστό συμμετοχής νέων (μέχρι 24 ετών) στις ένοπλες ανταρτικές οργανώσεις κυμαινόταν από 45 μέχρι 60%.26 Το ποσοστό αυτό ανέβαινε μέχρι και το 75%, αν το όριο ηλικίας έφτανε μέχρι και τα 30 χρόνια.27 Με υποδειγματική συγκρότηση, οι ανταρτο-επονίτες δίπλα στον ΕΛΑΣ ήταν περίπου οι 35.000. Να σημειωθεί ότι με βάση τους υπολογισμούς, την περίοδο από τον Μάρτιο του 1944 έως την απελευθέρωση, περίοδο ιδιαίτερης μαζικοποίησης της ΕΠΟΝ, το ποσοστό των νέων που είχαν οργανωθεί αφορούσε σε επίπεδα του 70 και 80% για τη Θεσσαλία, την Κεντρική και τη Δυτική Μακεδονία.28

Αξιοσημείωτο είναι ότι στις επονίτικες οργανώσεις εντάσσεται η συντριπτική πλειοψηφία των μορφωμένων νέων της εποχής (μαθητές, απόφοιτοι Γυμνασίου, φοιτητές), η περιώνυμη «Σπουδάζουσα».29 Αλλά σημασία είχε και η ενεργοποίηση παιδιών ηλικίας μέχρι 14 ετών, τα «αετόπουλα και οι «γερακίνες», τον αριθμό των οποίων το ΕΑΜ αυτάρεσκα ανέβαζε στις 200.000.30

Επιπλέον, αυξημένο ρόλο επιφύλασσε η εαμική αντίσταση στις γυναίκες. Αυτές αποτελούσαν το 45% περίπου των εαμικών οργανώσεων, με πρωταρχικό ρόλο στην Εθνική Αλληλεγγύη και την ΕΠΟΝ,31 αλλά ρόλο ακόμα και στην υποστήριξη των ενόπλων τμημάτων του ΕΛΑΣ, είτε με τη μορφή του εφοδιασμού τους32, είτε με αυτήν της ιατροφαρμακευτικής αρωγής. Ένας αρκετά μεγάλος αριθμός, για τα δεδομένα των επικρατούντων κοινωνικών αντιλήψεων, συμμετείχε και στα καθεαυτό ένοπλα σώματα ως αντάρτισσες και αξιωματικοί.33 Υπήρχε ακόμη και έφιππη γυναικεία ομάδα στην περιοχή των Τρικάλων.34

Το σημαντικό ήταν ότι το ΕΑΜ, χωρίς ρητά να το επιδιώξει, στο σκέλος της πολιτικής του πρακτικής αναπαρήγαγε και αντανακλούσε de facto την εργατική ηγεμονία στο εσωτερικό του, όπως αυτή προσδιοριζόταν από το είδος των πολιτικών αγώνων που έδινε (διαδηλώσεις, καταλήψεις παραγωγικών μονάδων, δολιοφθορές), αλλά και του τρόπου που συγκροτούσε τις πολιτικές του λειτουργίες (οι «λαϊκές εξουσίες του βουνού» ήταν, στην ουσία, μια, επί το ειδικότερο, αναπαραγωγή των δομών λειτουργίας των εργατικών οργανώσεων -λαϊκές συνελεύσεις, κοινωνική συμμετοχή, άρση των ιεραρχήσεων, διαρκής λαϊκός έλεγχος, αμεσοδημοκρατικές λειτουργίες, ανακλητότητα αντιπροσώπων κλπ-). Ακόμη περισσότερο, οι ένοπλες οργανώσεις του ΕΑΜ, τόσο ο ΕΛΑΣ, όσο και η ΟΠΛΑ και η Εθνική Πολιτοφυλακή, ήταν ο καθεαυτό «ένοπλος λαός» του Μάρξ της Παρισινής Κομμούνας35, αναπαράγοντας αφεαυτού τις ιστορικές πρακτικές των ένοπλων μαζικών εργατικών αγώνων, χωρίς, εντούτοις, να αναπαράγουν δομές στρατιωτικοποίησης αντίστοιχες του αστικού στρατού. Αυτό υπογράμμιζαν οι λαϊκές συνελεύσεις μέσα στις μονάδες του ΕΛΑΣ, η κατάργηση βαθμών, η αναπαραγωγή του σχήματος της τριμελούς διοίκησης-στρατιωτικός αρχηγός, καπετάνιος και πολιτικός επίτροπος.36

Εξίσου σημαντικό ότι συντελέστηκε μια τέτοια κοινωνική διαδικασία χωρίς να υπάρχει μια επαρκής προϊστορία. Η κοινωνία, ύστερα από έναν αιματηρό πόλεμο, προσπαθούσε να αντιπαρέλθει τον φόβο που προκαλούσε η τρομοκρατία της Κατοχής, να απεμπλακεί από μια δικτατορία, τις δομές της οποίας χρησιμοποιούσαν οι κατακτητές και οι συνεργάτες τους, ενώ ο αριστερός λόγος, χρόνια περιθωριοποιημένος και κατασυκοφαντημένος, αγωνιζόταν να ανακάμψει από τις επενέργειες του εγκλεισμού και της καταστολής του Μεσοπολέμου. Και την ίδια στιγμή, η πείνα και η εξαθλίωση που επέφερε ο πόλεμος δεν ήταν ο καλύτερος σύμμαχος, παρά τις στερεοτυπικές προσεγγίσεις, που ανάγουν τη συνειδητοποίηση των μαζών στο μέγεθος και την έκταση του υλικού τους προβλήματος.

Έτσι το ΕΑΜ πέτυχε να συγκροτήσει μια ευρύτατη κοινωνική συμμαχία χωρίς την οποία το ενέργημα της Αντίστασης, και μάλιστα εναντίον ενός τέτοιου αντιπάλου όπως οι κατακτητές και οι συνεργάτες τους, δεν θα είχε ποτέ συντελεστεί. Ακρογωνιαίος λίθος ήταν το γεγονός ότι σε πρώτο επίπεδο κατόρθωσε μέσα από τα συσσίτια, την παροχή αστυνόμευσης στην ύπαιθρο, την προστασία της παραγωγής των αγροτών, την επιβολή τάξης στις συναλλαγές και τη δραστική αντιμετώπιση της μαύρης αγοράς, να εξασφαλίσει την πλαισίωση των μαζών.

Όμως και σε ένα δεύτερο επίπεδο κατόρθωσε να κυριαρχήσει ιδεολογικά, μέσω του δημοκρατικού αιτήματος που έθεσε, του αντιφασιστικού λόγου που συγκρότησε, αλλά κυρίως της επιτυχίας του να κινηθεί με άνεση εκεί που σε όλη τη μεσοπολεμική περίοδο μειονεκτούσε: στο εθνικό. Στο πεδίο αυτό κατόρθωσε, δυνάμει προσεκτικών επεξεργασιών, να συνθέσει με επάρκεια την εθνική ιδεολογία με ταξικά στοιχεία πολιτικής, να την απεμπλέξει από τη λογική μιας πλαστής εθνικής ενότητας, να καλλιεργήσει μέσω αυτής το αίτημα της διεθνούς αντιφασιστικής αλληλεγγύης και να περιθωριοποιήσει εντελώς τις παραδοσιακές εθνικιστικές εγκλήσεις.

Σημειώσεις:

1 Να σημειωθεί ότι στον αριθμό αυτό δεν περιλαμβάνονται οι επιρροές και οι συμπαθούντες.

2 ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, 1940-1945, τομ. 5, εκδ ΚΚΕ εσ., Αθήνα 1974, σ.87.

3 Για την ΕΠΟΝ Θεσσαλίας με βάση τις εκθέσεις των Νομαρχιακών Συμβουλίων, στα τέλη Ιανουαρίου τα μέλη είναι 47109. Π. Ανταίος, Συμβολή στην Ιστορία της ΕΠΟΝ, τομ. Β, Αθήνα 1979, σ. 384-387.

4 Στοιχεία Α΄ Πανελλαδικής Σύσκεψης του ΕΑΜ, στο Γ. Ζωίδης- Δ. Κάιλας, Στ΄ Άρματα, Στ΄ άρματα, Χρονικό της Εθνικής Αντίστασης 1940-1945, Αθήνα 1967, σ.409-411..

5 Δεν περιλαμβανόταν ολόκληρη η Αττική, οπ.

6 Η ίδια η Εθνική Αλληλεγγύη μιλούσε για 1250000 άντρες και 1750000 μέλη γυναίκες, Εθνική Αλληλεγγύη, Μια προσπάθεια και Ένας Αθλος, το έργο της εθνικής Αλληλεγγύης, εκδ. Να υπηρετούμε τον Λαό, Αθήνα 1945

7 Βλ. και Χ. Βερναρδάκης και Γ. Μαυρής, Κόμματα και Κοινωνικές Συμμαχίες στην Προδικτατορική Φ. Μπαρτζιώτας, Εθνική Αντίσταση και Δεκέμβρης, Αθήνα 1980, σ. 229-231.

8 Όπως σημειώνει ο L. Baerentzen, «Η λαϊκή υποστήριξη του ΕΑΜ στο τέλος της Κατοχής», Μνήμων 9, 1984, σ. 163, αυτό που απέδειξαν αυτές οι εκλογές ήταν ότι κατέδειξαν την τεράστια δυνατότητα του ΕΑΜ να κινητοποιεί τον ελληνικό λαό σε επίπεδα εθνικής πολιτικής δύναμης.

9 Εισήγηση Σιάντου στο Εθνικό Συμβούλιο, οπ. και Η Λαϊκή Δικαιοσύνη και η Αυτοδιοίκηση στην Ελεύθερη Ελλάδα, εκδ. Γ.Σ του ΕΛΑΣ, 1943, και 5 Λαϊκοί Κώδικες, ανατ. Αθήνα 1975., σ.13-17.

10 Α. Παπαπαναγιώτου, Το ΚΚΕ στον Πόλεμο και την Αντίσταση, Αθήνα 1974, σ. 45-47.

11 Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τευχ. 26-27, Ιούνιος 1944, σ. 23.

12 Γ. Ζεύγος, Εισήγηση στη Δεκάτη Ολομέλεια, 1/ 1944, Επίσημα Κείμενα του ΚΚΕ, ο.π. σ. 199.

13 Κομμουνιστική Επιθεώρηση, αρ. τευχ.43, Νοέμβριος του 1945, σ.34-35.

14 Κ. Καραγιώργης, Τρία Χρόνια Αγώνες, Λενινιστής, Μάιος-Ιούνιος 1944.

15 Βλ και Λ. Αρσενίου, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, τομ. 2, Λάρισα, σ. 219-227.

16 Βλ. και Α. Αυγουστίδης, «Το Εργατικό ΕΑΜ», στο Η Ελλάδα 1936-1944, Πρακτικά Διεθνούς Ιστορικού Συμποσίου, Αθήνα 1989, σ. 284.

17 Απόφαση ΠΓ του ΚΚΕ, Ριζοσπάστης 20 Απριλίου του 1943.

18 Σ. Μάξιμος, Γράμμα στο Π.Γ του ΚΚΕ, Αθήνα 1950, σ. 30.

19 Α. Κέδρος, Η Ελληνική Αντίσταση 1940-1944, τομ. Α, Αθήνα 1976, σ. 237-242.

20 Ριζοσπάστης 6 Μαρτίου 1943 και Β. Μπαρτζιώτας, οπ., σ. 116-118. Και Π. Ρούσος, Η Μεγάλη Πενταετία, τομ. Α, Αθήνα. σ. 279-282.

21 R. Milliex, «Οι διανοούμενοι της Ελλάδας στην υπηρεσία της αντίστασης», Επιθεώρηση Τέχνης, τευχ. 87-88, σ. 413-419.

22 Β. Ρώτας Θέατρο και Αντίσταση, Αθήνα 1981, σ.34-49.

23 Βλ. και Δ. Ζέπος, Λαϊκή Δικαιοσύνη, Αθήνα 1982, σ.33-34.

24 Εθνική Αλληλεγγύη, Εθνική Αλληλεγγύη, Μια προσπάθεια και Ένας Αθλος, το έργο της εθνικής Αλληλεγγύης, εκδ. Να υπηρετούμε τον Λαό, Αθήνα 1945, σ. 21.

25 Μνήμες και Μαρτυρίες από το 40, και την Κατοχή, Αθήνα 2000, σ. 178-192.

26 Π. Ανταίος, Έκθεση στο ΚΣ της ΕΠΟΝ, 31 Φεβρουαρίου 1943, στο Π. Ανταίος, Συμβολή στην Ιστορία της ΕΠΟΝ, τομ. Α, Αθήνα 1977, σ. 218.

27 Θ. Μητσόπουλος, Το 30 Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, Αθήνα 1987, σ. 629.

28 Τα στοιχεία των Οργανωτικών και Πανελλαδικών Συνδιασκέψεων της ΕΠΟΝ, στο Π. Ανταίος, τομ Β, ο.π, σ. 267, 285 και 295.

29 Βλ και Δ. Αντωνοπούλου-Ψιλοπούλου, Τα Κορίτσια του Πολυτεχνείου, Αθήνα 2008. σ. 17-94.

30 Για το ρόλο των μαθητών στις μαζικές κινητοποιήσεις βλ. Τ. Πατρίκιος, «Δύο Επέτειοι», Εθνική Αντίσταση, τευχ. 64-65, 2003, σ. 18-19.

31 Για το ρόλο των γυναικών στην Αντίσταση, Μ. Γλέζος, Εθνική Αντίσταση, 1940-1945, τομ. Α, Αθήνα, σ. 381-385.

32 Τ. Βερβενιώτη, Η Γυναίκα της Αντίστασης. Η Είσοδος των γυναικών στην πολιτική. Αθήνα 1994, passim

33 Στην περιοχή της Θεσσαλίας αποτελούσαν το 10% του Εφεδρικού ΕΛΑΣ, Εισήγηση Κ. Καραγιώργη, υπευθύνου γραφείου Θεσσαλίας του ΚΚΕ, στο Β΄ Πανθεσσαλικό Συνέδριο, στο Λ. Αρσενίου τομ. Β΄, ο.π. σ. 282.

34 Οι Γυναίκες στην Αντίσταση, Μαρτυρίες, Αθήνα 1982, passim.

35 Κ. Μαρξ, Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία, εκδ Στοχαστής, Αθήνα 1976, μετάφραση Επιτροπής Ελλήνων του Εξωτερικού, σ. 67-73.

36 Για τη δομή αυτή βλ και Μ. Λυμπεράτος, Οι Οργανώσεις της Αντίστασης, Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα, τομ. Γ2, Αθήνα 2007, σ. 14-16.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s