Η κοινωνική φυσιογνωμία του ΕΑΜ

Του Μιχάλη Π. Λυμπεράτου


 

Η έκταση της αντίστασης

Η δημιουργία μιας αντίστασης κατά των κατακτητών τόσο εκτεταμένης και αποτελεσματικής όσο αυτής που αναπτύχθηκε από το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ στα 1941-1944 προϋπέθετε ανυπερθέτως μια συνολική κίνηση μαζών και εκτεταμένες ανατροπές στο είδος και τη μορφή των υπαρχόντων κοινωνικών σχέσεων και του πολιτικού εποικοδομήματος της χώρας. Αυτό με τη σειρά του απαιτούσε μια σύνθετη κοινωνικο-πολιτική διεργασία, άξονας της οποίας ήταν η επίτευξη κοινωνικών συγκλίσεων και η διαμόρφωση ενός πλαισίου βαθύτερων κοινωνικών συμμαχιών στη βάση ενός πραγματικού μετασχηματισμού στην ίδια τη δομή των κοινωνικών τάξεων της εποχής.

Στην ουσία οι διαστάσεις που προσέλαβε η εαμική αντίσταση αντιστοιχούσαν στη συνάρθρωση πολλαπλών μορφών κοινωνικής δραστηριοποίησης και αντίστοιχου εύρους ποικιλίας στις εκδηλώσεις και τους τρόπους που αυτή εκδηλώθηκε. Το γεγονός προϋπέθετε τη στήριξη στην πλαισίωση εξίσου εκτεταμένων με το εύρος των μορφών αντίστασης κοινωνικών δυνάμεων. Γιατί δεν επρόκειτο για μια αντίσταση που εξαντλήθηκε στη δράση των 100.000 ένοπλων και εφεδρικών ελασιτών, αλλά οι ένοπλες ενέργειες ήταν μόνο η κορύφωση ενός βαθύτερου αντιστασιακού ενεργήματος, που εκτεινόταν από τις πιο απλές μορφές απείθειας, την εκδήλωση συλλογικής αλληλεγγύης και συνεργασίας, τη μαζική διαμαρτυρία, τις πολιτικές και ιδεολογικές συγκρούσεις και έφτανε ακόμα και στην αντικατάσταση των δομών κυριαρχίας των κατακτητών με λαϊκο-δημοκρατικές εξουσίες και πολιτική αυτό-οργάνωση. Η κάθε μια από αυτές τις εκδηλώσεις της αντίστασης απαιτούσαν τη συνεργασία και τη δραστηριοποίηση ευρύτερων συνόλων, στο μέτρο που η μόνη δυνατότητα αποτροπής της καταστολής τους από έναν βάναυσο, και γιατί όχι βαθμηδόν ηττοπαθή κατακτητή, ήταν αυτή ακριβώς η κοινωνική σύμπραξη και κινηματική αλληλεγγύη που αναπτύχθηκε.

Και μπορεί να φαντάζει υπερβολικός ο χαρακτηρισμός της αντιστασιακής διαδικασίας ως μιας πραγματικής νικηφόρας επανάστασης,1 αλλά στην πραγματικότητα δεν απέχει πολύ από το να αντικατοπτρίζει την πραγματική διάσταση των γεγονότων της εποχής. Γιατί απέδειξε ότι δεν στάθηκαν επαρκείς οι 180.000 Γερμανοί στρατιώτες στη χώρα και 160.000 περίπου Ιταλοί2 για να επιβάλουν την εξουσία των κατακτητών.3 Χρειάστηκαν και οι δυνάμεις της ελληνικής αστυνομίας και της Χωροφυλακής, παρακρατικές οργανώσεις, ναζιστικά μορφώματα ομάδων κρούσης, ακόμα και εθνο-τοπικές ομάδες εξουσίας, όπως οι πόντιοι οπλαρχηγοί και οι «λεγεωνάριοι» της Πίνδου για να αναπαραχθεί η κατοχική εξουσία.4 Κυρίως, όμως, τα Τάγματα Ασφαλείας από τα μέσα του 1943 και μετά με τους περίπου 17 χιλιάδες άντρες τους.5 Επιπλέον, η δημιουργία εκτεταμένων δικτύων συνεργατών, κατασκόπων, καταδοτών και μαυραγοριτών, που δημιουργήθηκαν δυνάμει κυρίως του τρόπου που οργάνωσαν και διαχειρίστηκαν τη μαύρη αγορά οι μυστικές υπηρεσίες των κατακτητών. Ακόμα και η ίδια η «αδράνεια» άλλων αντιστασιακών οργανώσεων, όπως του ΕΔΕΣ.6

Παρόλη αυτή την εκτεταμένη κατασταλτική κινητοποίηση, συνδυασμένη με μια ευρεία προπαγάνδα και δημιουργία εφήμερων ή σταθερών συμμαχιών των κατακτητών με τις λεγόμενες εθνικιστικές ομάδες της αντίστασης, η εαμική αντίσταση κατόρθωσε με την παρέλευση μόνο μηνών από τη στιγμή που συγκροτήθηκε να υποσκάψει όλο το πλαίσιο και τους μηχανισμούς εξουσίας του Άξονα, να υπονομεύσει όλη την υποδομή μετατροπής της χώρας σε στήριγμα των πολεμικών επιχειρήσεων των Γερμανών, να απελευθερώσει μεγάλα της τμήματα και να δημιουργήσει το δικό της ελεύθερο κράτος μέσα στην κατεχόμενη χώρα. Από στρατιωτική σκοπιά να υλοποιήσει απόλυτα τα σχέδια των συμμάχων, ήτοι το σχέδιο «Harling», για να διακοπεί η σιδηροδρομική επικοινωνία Αθήνας –Θεσσαλονίκης που λειτουργούσε ως τμήμα της γραμμής επικοινωνίας του Τομπρούκ και της Βεγγάζης,7 καθώς και να υλοποιήσει τη συμμαχική στρατηγική που υιοθετήθηκε στη Διάσκεψη στην Καζαμπλάνκα, τον Ιανουάριο του 1943, ότι έπρεπε να ενδυναμωθεί η αντίσταση κατά των Γερμανών σε όλη τη Βαλκανική, ώστε να επιταχυνθεί η κατάρρευση της Ιταλίας και να υποχρεωθούν οι Γερμανοί να συντηρούν μεγάλες δυνάμεις κατοχής στην Ελλάδα και τη Γιουγκοσλαβία για να μειωθεί η πίεσή τους στο ρωσικό μέτωπο.8

Ιδιαίτερη όμως ήταν η συμβολή της εαμικής αντίστασης στο σχέδιο «Άνιμαλς» (Operation Animals), προκειμένου να επιτευχθεί αντιπερισπασμός για την απόβαση στη Σικελία, το διάστημα 21 Ιουνίου-14 Ιουλίου του 1943, αφού οι αντάρτες έκοψαν στην πραγματικότητα στα δύο τη χώρα και προέβησαν σε εκατοντάδες σαμποτάζ,9 στα πλαίσια ενός ευρύτερου ευρωπαϊκού συμμαχικού πολεμικού σχεδιασμού.10 Μάλιστα, παρά τις ρητές οδηγίες να περιοριστεί η δύναμη του ΕΛΑΣ, οι Βρετανοί αναγκάστηκαν να αποδεχθούν τη συμφωνία που πρότεινε το ΕΑΜ για στρατιωτική συνεργασία, στις 5 Ιουλίου 1943,11 ενώ για μια ακόμη φορά στον ΕΛΑΣ απευθύνθηκαν εκόντες-άκοντες για να υλοποιήσουν το σχέδιο «Κιβωτός του Νώε» (Noah`s Ark) στα 1944 ώστε να παρεμποδίσουν την ευχέρεια κινήσεων των Γερμανών και να διευκολύνουν το άνοιγμα του δεύτερου συμμαχικού μετώπου στη Νορμανδία,12 ακόμα και αν αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να τον επανεξοπλίσουν.13

Ακόμα και αντίπαλοι του ΕΑΜ Βρετανοί σύνδεσμοι, όπως ο ιδιαίτερα εχθρικός J. Stevens, σε αναφορά του το καλοκαίρι του 1943 σημείωνε χαρακτηριστικά ότι στο ελληνικό έδαφος υπήρχαν δύο ξεχωριστές χώρες: η κατεχόμενη και η Ελεύθερη Ελλάδα. Μεταξύ τους υπήρχαν κανονικά σύνορα, όπου όφειλες να επιδείξεις διαπιστευτήρια στους αντάρτες για να μετακινηθείς στην Ελεύθερη Ελλάδα, που εκτεινόταν στον κύριο κεντρικό όγκο της Πίνδου αλλά και σε μεγάλο τμήμα της Πελοποννήσου. Στην ουσία οι Γερμανοί πολύ σύντομα ασκούσαν την εξουσία τους μόνο στις μεγάλες πόλεις.14 Και είναι πραγματικά πρωτοφανές το δεδομένο αυτό, αν υπολογιστεί ότι σε άλλες χώρες, όπως στη Γαλλία των 35.000.000 η κατοχή της δεν απαίτησε παρά λιγότερους από 8.000 Γερμανούς στρατιώτες-την υπόλοιπη δουλειά έκανε η γαλλική αστυνομία και το καθεστώς του Βισύ –15 ή ότι ανάμεσα στα 7.500.000 που βρέθηκαν στη Γερμανία ως επιστρατευμένοι ξένοι εργάτες υπήρχε ένας αριθμός 12.000 μόνο Ελλήνων, αφού η αντίσταση ματαίωσε την επιδίωξη των Γερμανών να εξασφαλίζουν εικοσαπλάσιους.16

Το βασικό πρόβλημα των Γερμανών και των Ιταλών δεν ήταν τόσο οι καθεαυτό μάχες και επιθέσεις εναντίον των στρατιωτών τους από τους αντάρτες17-, όσο κυρίως οι ενέργειες δολιοφθορών. Εκτός από το γεγονός ότι οι Γερμανοί στρατιωτικοί επιτελείς διαπίστωναν ότι οι επιθέσεις των ανταρτών έφτασαν μέχρι του σημείου να παραλύσουν την παραγωγή χρωμίου και νικελίου, οι ανατινάξεις γεφυρών καθιστούσαν εξαιρετικά δυσχερή τη μεταφορά πρώτων υλών και τροφίμων18 στη Γερμανία.19 Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο σε μια μέρα στις 10 Οκτωβρίου 1943 οι Γερμανοί διαπίστωναν ότι έγιναν 170 ανατινάξεις στη σιδηροδρομική γραμμή ανάμεσα στους σταθμούς Κατερίνης και Τεμπών.20 Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι με βάση εκθέσεις των ίδιων των Βρετανών ακόμα και την περίοδο συγκρούσεων με τον ΕΔΕΣ (Οκτώβριος 1943-Φεβρουάριος 1944) στο διάστημα αυτό οι αντάρτες κατέστρεψαν 11 γερμανικά τρένα ανατίναξαν δεκάδες γέφυρες και δρόμους, ματαιώνοντας τη μεταφορά τροφίμων στη Γερμανία. 21 Στις μάχες που προηγήθηκαν των δολιοφθορών αυτών οι Βρετανοί διέθεταν στοιχεία ότι οι Γερμανοί έχασαν 957 άντρες, νεκρούς ή αιχμαλώτους.22

Όταν πλέον θα συνθηκολογήσουν οι Ιταλοί, στις 8 Σεπτεμβρίου του 1943, ο ΕΛΑΣ όχι μόνο θα κατορθώσει να εξασφαλίσει τον οπλισμό τους, αφού σε αυτόν στην ουσία ως ηττημένοι παραδόθηκαν, αλλά θα υποχρεώσει τους Γερμανούς να καθηλωθούν στις πόλεις και να περιορίσουν τις επιχειρήσεις τους στην ύπαιθρο. Για τους Γερμανούς ήταν πλέον ως εκ των ων ουκ άνευ να αναζητήσουν συμμάχους στην Ελλάδα, -οι γερμανικές μυστικές υπηρεσίες ήρθαν σε επαφή με το Ζέρβα ώστε να συνεργαστούν κατά του ΕΛΑΣ-23, να δημιουργήσουν επικουρικές σε αυτούς δυνάμεις, τα Τάγματα Ασφαλείας, να ανασυγκροτήσουν την ελληνική αστυνομία και τη χωροφυλακή, να υπαγάγουν τη Γενική και Ειδική Ασφάλεια στην Abwehr και να καταστήσουν το Ι. Πολυχρονόπουλο, επικεφαλής του Υφυπουργείου Δημοσίας Ασφαλείας, στον κεντρικό πυλώνα ενός μηχανισμού στρατολογίας συνεργατών. Επιπλέον, να ιδρύσουν νέες ναζιστικές οργανώσεις, όπως τα ΕΕΕ (Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδος (υπό την ηγεσία των Γ. Μερκούρη και Σ. Καλύβα), το Εθνικό Μέτωπο Ελλάδος,24 τη Ναζιστική Οργάνωση Αθηνών και να συγκροτήσουν τάγματα θανάτου, όπως το ΕΑΣΑΔ (Εθνικός Αγροτικός Σύνδεσμος Αντικομμουνιστικής Δράσεως) που έδρασε στη Θεσσαλία.25 Να γενικεύσουν κυρίως τα αποκρουστικά τυφλά αντίποινα και στο τέλος να καταφύγουν σε έναν ακραίο αντικομμουνισμό, διερευνώντας ακόμα και το ενδεχόμενο συνεργασίας με τους ίδιους τους Βρετανούς κατά του ΕΑΜ. Αυτό ιδίως από τη στιγμή που λόγω των επιχειρήσεων των ανταρτών, το καλοκαίρι του 1943, στα πλαίσια του σχεδίου «Ανιμαλς» η Abwehr πληροφόρησε λανθασμένα τη Βέρμαχτ ότι επίκειτο συμμαχική απόβαση στην Πελοπόννησο, οι Γερμανοί σχεδόν πανικοβλήθηκαν σε σχέση με την αντιμετώπιση συνδυασμένων βρετανικών και ανταρτικών δυνάμεων.26

Έτσι, με τη συνδρομή του κατοχικού δημάρχου Αθηναίων Α. Γεωργάτου, τον Οκτώβριο του 1943, συζητήθηκε ακόμα και το ενδεχόμενο μιας άτυπης ανακωχής μέσω ενός αμφιλεγόμενου για τις προθέσεις του και την πραγματική επαφή του με τους ανωτέρους του27 Βρετανού αξιωματικού D. Stott.28 Στις 4 Νοεμβρίου, στο ενδιάμεσο των ενεργειών του να συγκροτήσει μια εγχώρια αντικομμουνιστική «αντίσταση», έγιναν πραγματικά οι μυστικές επαφές, που τελικά δεν απέδωσαν, επειδή το Foreign Office φοβήθηκε τις γερμανικές προθέσεις και τον αντίκτυπο που θα δημιουργούσε μια τέτοια συμφωνία.29

Πρέπει να σημειωθεί ότι και το καλοκαίρι του 1944 οι Γερμανοί μέσω του πτεράρχου H. Felmy, διοικητή του 86 Σώματος Στρατού (Αττική και Πελοπόννησος) προσπάθησαν να έρθουν ξανά σε συμφωνία με τους Βρετανούς, εξασφαλίζοντας πάλι μια ανακωχή ώστε να απομονωθεί ο ΕΛΑΣ, για να αποχωρήσουν έτσι χωρίς ιδιαίτερες απώλειες οι δυνάμεις τους από την Ελλάδα.30 Είναι εξίσου χαρακτηριστικό του έντονου φόβου των Γερμανών για την απειλή που συνιστούσε ο ΕΛΑΣ εναντίον τους-ιδίως αν συνεργαζόταν με Βρετανούς καταδρομείς-, ότι ενώ γνώριζαν ότι στην Αθήνα, το καλοκαίρι του 1944, είχε σταλεί μυστικά ο υποστράτηγος Π. Σπηλιωτόπουλος, προκειμένου να οργανώσει την επιστροφή της κυβέρνησης του Καίρου στην Αθήνα και μοίραζε όπλα σε αστυνομικούς για να τα στρέψουν κατά του ΕΛΑΣ με την απελευθέρωση, αποφάσισαν να μην παρεμποδίσουν τις δραστηριότητες αυτές, εκτιμώντας ότι έτσι θα εξασφάλιζαν την ανοχή Βρετανών και μια ενδεχόμενη δράση των εθνικιστικών οργανώσεων κατά του ΕΛΑΣ. 31

Για τους ίδιους λόγους οι Γερμανοί έθεσαν από τον Οκτώβριο του 1943 τα Τάγματα Ασφαλείας υπό τις διαταγές του διαβόητου υψηλόβαθμου αξιωματικού των SS V. Schimana, με εντολή να επιτύχει με κάθε τρόπο την καταστολή της αντίστασης. Ήταν ο ίδιος ο Χίμλερ που απευθείας έδινε εντολές στον Schimana για τη δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας και ζήτησε να βελτιωθεί ο οπλισμός τους.32

Όλα τα παραπάνω ήταν απόρροια της άμεσης παραδοχής των Γερμανών, ότι όχι μόνο δεν μπορούσαν να καθυποτάξουν την ελληνική αντίσταση αλλά και ότι κινδύνευαν άμεσα από αυτήν, ιδίως σε συνάρτηση με την πορεία του Κόκκινου Στρατού προς το νότο των Βαλκανίων. Για αυτό και έστησαν ένα απίστευτο δίκτυο από δεκάδες μυστικές υπηρεσίες, πολλές φορές με αλληλοεπικαλυπτόμενα καθήκοντα, (τα επιτελικά γραφεία πληροφοριών Ic, η Abwerh, το Γραφείο Πληροφοριών της Gestapo, η SD της γερμανικής πρεσβείας στην Αθήνα, τα SS, η SiPo, η GFP της Wehtmacht, η SIM (Servizio imformazioni Militare) με βασικό αντικείμενο την αντιμετώπιση των ανταρτών. Μάλιστα το τμήμα της Abwehr Gruppe WI, είχε ως κύριο καθήκον το συντονισμό της μαύρης αγοράς κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζει το ακαταδίωκτο των μαυραγοριτών, που με ειδικές άδειες «επιτηδεύματος» εξασφάλιζαν στους κατακτητές ένα ευρύ χώρο πρόσληψης καταδοτών και πρακτόρων.33

Ιδιαίτερος ρόλος αποδόθηκε και στο Ειδικό Τάγμα της Χωροφυλακής υπό τον Α. Λάμπου και τον Μ. Μπουραντά που αναπτύχθηκε με την βοήθεια της SD και της SiPo και συνεργάστηκε με ένα δίκτυο Επιτροπών Δημοσίας Ασφαλείας και στρατιωτικών τμημάτων που συγκροτήθηκαν από τους Γερμανούς σε κάθε ελληνικό δήμο και κοινότητα.34 Αξιοσημείωτο είναι ότι οι πληροφορίες της Ειδικής Ασφάλειας ήταν εκείνες που υπέθαλψαν τα επιχειρήματα εθνικιστικών οργανώσεων αλλά και Βρετανών κατά του ΕΑΜ, ακόμα και αν περιείχαν τις πιο απίστευτες «πληροφορίες» του τύπου ότι το ΕΑΜ σχεδίαζε τη δολοφονία κατοχικών υπουργών, αξιωματικών, πολιτικών της αντίπαλης πλευράς, ή ότι εξέταζε να συλλάβει δημοσίους υπαλλήλους για να τους χρησιμοποιήσει ως ομήρους κλπ..35 Ήταν πληροφορίες αντίστοιχες με εκείνες που διακινούνταν στο εσωτερικό του Foreign Office ότι υπήρχε λίστα 60.000 προγραφών που θα δολοφονούσαν ομάδες εκτελεστών του ΕΛΑΣ –που είχαν ήδη συγκροτηθεί- τις πρώτες ώρες μετά την αποχώρηση των Γερμανών στην Αθήνα.36

Το βασικότερο πρόβλημα των Γερμανών ήταν ότι δεν γνώριζαν πώς να αντιμετωπίσουν μια ένοπλη αντίσταση που αναπτυσσόταν στα βουνά και είχε αυτά τα χαρακτηριστικά που της προσέδωσε ο ΕΛΑΣ. Γιατί ανέμεναν έναν συμβατικό πόλεμο με τη χρήση πυροβολικού μηχανοκίνητων μέσων, τεθωρακισμένων και με τη χρήση καταδρομικών δυνάμεων επί τη βάσει επιτελικών σχεδίων ανάπτυξης. Ούτε καν η Luftwaffe μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στο βουνό, γιατί δεν μπορούσε να εντοπίσει εγκαίρως τους ανταρτικούς σχηματισμούς. 37 Οι αντάρτες αναδιπλώνονταν με εξαιρετική ευκολία, περνούσαν στα νότα των στρατιωτικών δυνάμεων και κτυπούσαν ακαριαία. Ειδικά τον Οκτώβριο και το Νοέμβριο του 1943 όπου οι Γερμανοί αποφάσισαν να διαλύσουν την αντίσταση και εξαπέλυσαν τις επιχειρήσεις καταδίωξης Panther, Tiger, Puma, Hubertus, διαπίστωσαν απλά ότι οι αντάρτες είχαν πλέον φτάσει στο επίπεδο να αξιοποιούν αυστηρά διαρθρωμένες και ιεραρχημένες μονάδες και να κινούνται με στρατιωτική πειθαρχία.38

Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της εκκαθαριστικής επιχείρησης Panther στην Ήπειρο, στις 26 Οκτωβρίου 1943, όπου ενώ οι αρχικές εκθέσεις διαπίστωναν την επιτυχή κατάληξη των επιχειρήσεων και τη διάλυση των ανταρτών, δύο εβδομάδες αργότερα διαπίστωναν ότι ολόκληρη η Πίνδος είχε κατακλειστεί από αντάρτες που απειλούσαν εκ νέου τις γερμανικές δυνάμεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε τηλεγράφημα του προς τοn J. Ribbentrop ο G. Altenburg, πληρεξούσιος του Ράιχ για την Ελλάδα, είχε, από τον Απρίλιο του 1943, εκφράσει ανησυχίες ακόμα και για προσβολή εναντίον της Αθήνας από τους αντάρτες, αφού οι επιθέσεις τους είχαν φτάσει μέχρι το δρόμο Αθηνών-Θηβών, ενώ σχηματισμοί ανταρτών είχαν εντοπιστεί στην περιοχή του Παρνασσού, των Δελφών και στην ανατολική Πελοπόννησο.39

Ειδικά όσο πλησίαζε η απελευθέρωση οι ίδιοι οι Γερμανοί διέβλεπαν ότι οι μάχες γίνονταν εντονότερες και οι απώλειες τους μεγάλωναν, χωρίς να είναι σε θέση να αξιοποιήσουν επαρκείς δυνάμεις για να αντιμετωπίσουν τους αντάρτες.40 Αλλά πέραν αυτού οι συνέπειες στο ηθικό των Γερμανών στρατιωτών ήταν μεγάλες αφού φοβούνταν ότι ανά πάσα στιγμή θα πέσουν θύματα των «αόρατου» εχθρού των ανταρτών. Όπως το απέδωσε ο επικεφαλής των Βρετανών συνδέσμων στην Ελλάδα C. Woodhouse, το 1944 είχε διαμορφωθεί στην Ελλάδα το ακριβώς αντίθετο από εκείνο όταν έφτασε στη χώρα τον Οκτώβριο του 1942: «τότε μια φούχτα ανταρτών παρεμπόδισε την ολοκληρωτική υποδούλωση της χώρας. Τώρα μια χούφτα στρατιωτών του εχθρού παρεμπόδιζε την ολοκληρωτική κατάκτηση της Ελλάδας από τους αντάρτες.41 Το ίδιο το γερμανικό επιτελείο είχε το φόβο ότι επίκειτο συνεργασία του ΕΛΑΣ με τον Τίτο στη Βόρεια Ελλάδα, ότι Ρώσοι αξιωματικοί εκπαίδευαν τους αντάρτες και μάλιστα στα τέλη Φεβρουαρίου 1944 στην περιοχή της Έδεσσας η γιουγκοσλαβική ταξιαρχία «Κόσοβο» υποστήριζε τις επιθέσεις του ΕΛΑΣ.42

Από μια στιγμή και μετά και τα αντίποινα ήταν συνάρτηση της ηττοπάθειας των Γερμανών έναντι της Αντίστασης. Δεν είναι τυχαίο ότι όλες οι σφαγές αμάχων έγιναν στο τέλος αποτυχημένων εκκαθαριστικών επιχειρήσεων. Για παράδειγμα στις 16 Αυγούστου 1943 διαπιστώθηκε η αποτυχία της επιχείρησης Augoustus στην Πρέβεζα και αυτό κατέληξε στη σφαγή 317 αμάχων στο Κομμένο της Άρτας, ενώ το Δεκέμβριο του 1943 στα πλαίσια αντι-ανταρτικών αναποτελεσματικών επιχειρήσεων εκτελέστηκαν 511 στα Καλάβρυτα. Τα ίδια έγιναν και στο Δίστομο στις 10 Ιουνίου 1944 ή τον επόμενο μήνα βόρεια των Γρεβενών στα πλαίσια της επιχείρησης Steinadler. Μάλιστα, οι γερμανικές μυστικές υπηρεσίες σκέφτηκαν ως μέσω καταστολής της αντίστασης ακόμα και την καταστροφή των καλλιεργειών ή τις μετακινήσεις πληθυσμού που τελικά δεν τα εφάρμοσαν.43

Το γεγονός ότι η Πελοπόννησος κηρύχθηκε «περιοχή επιχειρήσεων», μια ζώνη με έκτακτη στρατιωτική εξουσία, της οποίας τα όρια περιόριζε μόνο η επιθυμία του ίδιου του Χίτλερ –να σημειωθεί ότι μέχρι και την απόβαση στη Νορμανδία στη Γαλλία καμιά περιοχή δεν είχε χαρακτηριστεί έτσι-44 ήταν ενδεικτικό του κλίματος στις τάξεις του γερμανικού στρατού. Η έκθεση της μυστικής υπηρεσίας Ic του Ιουλίου του 1944 προς το Βερολίνο ήταν σαφής: οι γερμανικές δυνάμεις δεν επαρκούσαν. 45 Ο ίδιος ο A. Speer, υπουργός εξοπλισμών της Γερμανίας διαπίστωνε κλίμα απελπισίας στην ανώτερη ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων στην Ελλάδα.46 Το γεγονός ότι δόθηκε διαταγή από τον ίδιο το Χίτλερ, στα τέλη Αυγούστου 1944 να προγραμματιστεί η αραίωση όλου του γερμανικού στρατού νότια της γραμμής Κερκύρας- Ιωαννίνων-Καλαμπάκας- Ολύμπου επιδείνωσε την κατάσταση σε σχέση με το ηθικό των Γερμανών.47 Πέραν αυτού οι Γερμανοί διαπίστωναν ότι η προπαγάνδα του ΕΛΑΣ στα Τάγματα 999, στα οποία υπηρετούσαν Γερμανοί αντιφασίστες, επηρέαζε το σύνολο του στρατού αφού όσοι από αυτούς είχαν προσχωρήσει στον ΕΛΑΣ48 ακόμα και με στρατιωτική περιβολή μοίραζαν προκηρύξεις και τοιχοκολλούσαν αφίσες με την υπογραφή «Ελεύθερη Γερμανία».49

Έτσι, ο φόβος των ανταρτών μεταβλήθηκε σε μια πρακτική καταστροφικής μανίας. Δεν ήταν μόνο οι εκτελεσμένοι όμηροι που ο αριθμός τους όφειλε να αυξηθεί50 αλλά έπρεπε να καταστραφούν χωριά, πόλεις, υποδομές, εργοστάσια, γέφυρες λιμάνια, αφού επαπειλούνταν, όπως οι Γερμανοί πίστευαν ο σφαγιασμός τους.51 Η ένταση των ανταρτικών ενεργειών και των δολιοφθορών από τα μέσα Αυγούστου και μετά ενέτεινε το γερμανικό πανικό, ενέργειες που σημειωτέον εξώθησαν τους Βρετανούς, εξίσου ασθμαίνοντες να στείλουν τον αντισυνταγματάρχη R. Shepperd στην Αθήνα για να παρακολουθήσουν εκ του σύνεγγυς, όχι μόνο την αποχώρηση των Γερμανών, αλλά κυρίως τις κινήσεις του ΕΛΑΣ και να εφοδιάσουν με όπλα το Σπηλιωτόπουλο.52

Είναι ενδεικτικό του κλίματος στις τάξεις του γερμανικού στρατού ότι μέσω του ανθυπασπιστή της Abwehr R. Hampe, ο πτέραρχος Felmy συναντήθηκε με τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, στις 8 Σεπτεμβρίου 1944, και ζήτησε να μην δεχθούν επίθεση οι αποχωρούντες Γερμανοί με ανταπόδοση να μην ανατιναχθεί το φράγμα του Μαραθώνα και το εργοστάσιο ηλεκτρισμού στον Πειραιά που είχαν υποθηκεύσει. Μάλιστα, ο Felmy δέχτηκε να μοιράσει όπλα και στο στρατηγό Γ. Ντάκο της Χωροφυλακής για να αποσοβηθεί μια ολομέτωπη επίθεση του ΕΛΑΣ. Ο Ντάκος έστειλε τα όπλα αυτά στα Τάγματα Ασφαλείας και στο Σύνταγμα Χωροφυλακής Μακρυγιάννη (μεταξύ των οποίων ήταν και ένα τανκ).53

Πρέπει να επισημανθεί ότι και ο ΕΛΑΣ φοβήθηκε τις απονενοημένες αντιδράσεις των Γερμανών. Για να μην καταστραφεί η Αθήνα ενημέρωσε τον Hampe μέσω του Σαράφη ότι ο ΕΛΑΣ δεν θα επιτίθετο στους Γερμανούς, αν δεν προέβαιναν σε δολιοφθορές, απόφαση που μάλιστα -για το φόβο των Ιουδαίων που μετά εμφανίστηκαν για να καταγγείλουν την απραξία του ΕΛΑΣ- γνωστοποίησε με προκηρύξεις στην Αθήνα. Ο ΕΛΑΣ εκτός των άλλων είχε πληροφορίες ότι οι Γερμανοί είχαν στήσει πυροβόλα στο Λυκαβηττό, προκειμένου να ισοπεδώσουν το Παγκράτι που θεωρούσαν ορμητήριο των κομμουνιστικών δυνάμεων. Τελικά ο Felmy πράγματι κήρυξε ανοχύρωτη πόλη στην Αθήνα, αλλά στο Πειραιά ανατίναξαν το εργοστάσιο ηλεκτρισμού, στις 12-13 Oκτωβρίου 1944, και συγκρούστηκαν με τον ΕΛΑΣ που διέλυσε τους επιτιθέμενους.54 Ταυτόχρονα ανατίναξαν και τμήμα των εγκαταστάσεων του λιμανιού του Πειραιά που προκάλεσε απώλειες αμάχων.55 Στη Θεσσαλονίκη απεφεύχθη η καταστροφή της πόλης γιατί ο ΕΛΑΣ μέσω του ταγματάρχη G. Eckert, επικεφαλής των Γερμανών αντιφασιστών, εξασφάλισε μια ρητή συμφωνία με τις αποχωρούσες γερμανικές δυνάμεις.56

Η σχέση κοινωνικών διαδικασιών και αντιστασιακού εγχειρήματος

Το εγχείρημα της ελληνικής αντίστασης με την έκταση που προσέλαβε δεν μπορεί να εξηγηθεί παρά ως ένα συνολικό κοινωνικο-πολιτικό φαινόμενο, που αποτέλεσε τομή στην ελληνική ιστορία. Τομή τόσο από την άποψη ότι αναπτύχθηκε στα πλαίσια των δυνάμεων που δεν καρπώνονταν την παραγόμενη υπεραξία και στο πλαίσιο της αντιπαλότητας τους με τους μηχανισμούς κοινωνικής εκμετάλλευσης, όσο και στο βαθμό που διαμόρφωσε τους όρους μιας πλειοψηφικής πολιτικής απήχησης και ανατροπής των υπαρχόντων δομών πολιτικής κυριαρχίας. Επρόκειτο για μια ιστορική κίνηση που προκάλεσε ένα συνολικό μετασχηματισμό τόσο των σχέσεων όσο και των κοινωνιολογικών χαρακτηριστικών των υπαρχόντων ταξικών σχηματισμών.

Γιατί δεν ήταν μόνο το ποιες δυνάμεις συμμετείχαν σε αυτή τη σύνθετη κοινωνική σχέση που εκφράστηκε μέσω του ΕΑΜ αλλά το πώς διαμορφώνονταν και αυτές οι ίδιες δυνάμεις από το είδος της σχέσης που είχαν αναπτύξει στα πλαίσια της αντιστασιακής προσπάθειας. Πράγματι, το ΕΑΜ ανατροφοδοτήθηκε από τη δυνατότητά του να αναπροσδιορίσει το σύνολο των χαρακτηριστικών των δυνάμεων που συμμετείχαν στην εαμική συμμαχία, τροποποιώντας ικανά το σύνολο των κοινωνικών προσδιορισμών των συγκεκριμένων αυτών τάξεων, κυρίως ως προς το σκέλος του πολιτικού στοιχείου, που προσδιόριζε τα κοινωνικά χαρακτηριστικά τους. Δεν ήταν, δηλαδή, πλέον κοινωνικές δυνάμεις που συμμετείχαν στην κοινωνική διαδικασία σε μια σχέση αντιθετική στα πλαίσια αναπαραγωγής των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, αλλά δυνάμεις που δρούσαν σε αντιδιαστολή με το συνήθη κοινωνικό τους ρόλο και είχαν ξεπεράσει τη μεταξύ τους απομόνωση, είχαν συμβιώσει κοινωνικά στα ίδια πλαίσια πολιτικών εμπειριών και είχαν αναπτύξει προοπτικές για μια άλλη οργάνωση των μεταξύ τους σχέσεων.

Αυτή η διαδικασία προφανώς και προσδιορίστηκε από την επίδραση της ευρύτερης προλεταριοποίησης κοινωνικών δυνάμεων που επέφερε η Κατοχή. Όμως ήταν μια βαθύτερη διεργασία, εξαιρετικά σύνθετη, εμφανής και αφανής, με επιταχύνσεις και υποχωρήσεις, με προωθήσεις και αναστροφές. Ήταν, δηλαδή, αποτέλεσμα μιας πραγματικής ιστορικής διαδικασίας που υπερέβαινε τα όρια των δοσμένων συγκυριακών στόχων της αντίστασης. Υπερέβαινε δε ακόμα και τα όρια των δοσμένων προθέσεων των αριστερών πολιτικών δυνάμεων που επιχείρησαν να εκπροσωπήσουν τους μετασχηματισμούς αυτούς. Με την έννοια αυτή, μπορεί το ίδιο το ΕΑΜ, ή τουλάχιστον πλειοψηφούσα τάση του να ακολούθησε μια πολιτική συμβιβαστική και πιθανόν αναντίστοιχη με τις διαθέσεις των μαζών, όπως αυτές διαμορφώθηκαν προοδευτικά,, ωστόσο ενέγραψε de facto μια άλλη προοπτική, την οποία δεν μπορούσαν να ελέγξουν οι τυπικοί μηχανισμοί πολιτικής ενσωμάτωσης.

Απαντώντας στο ερώτημα γιατί τέθηκε σε κίνηση μια τέτοια διαδικασία, πρέπει να αποδώσει κανείς τα εύσχημα στην ίδια την κινηματική επινοητικότητα των μαζών, που ως τμήμα της καθεαυτό αντίστασης, ανασυγκρότησαν εκ βάθρων την κοινωνική τους ζωή. Η ίδια η εσωτερική δυναμική αυτής της ιστορικής κίνησης έθετε με νέους όρους το ζήτημα της εξουσίας, ακόμα και αν κανείς απέφευγε να θέσει ευθέως το ζήτημα αυτό. Αυτό γνώριζαν πρώτα από όλους οι Βρετανοί για αυτό δεν αρκέστηκαν στις πολλαπλές διαβεβαιώσεις που τους παρείχε η ηγεσία του ΕΑΜ και του ΚΚΕ (Λίβανος, Καζέρτα, είσοδος του ΕΑΜ στην κυβέρνηση της Μέσης Ανατολής, αυτοδιάλυση της ΠΕΕΑ) και επιδίωξαν την ένοπλη καταστολή της με τα Δεκεμβριανά.

Όμως, για να παραχθεί αυτή η δυναμική απαιτήθηκε η άρθρωση μιας εξίσου σύνθετης πολιτικής πρωτοβουλίας, στο πλαίσιο της οποίας προσδιοριστικός ήταν ο ρόλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της εποχής που κατόρθωσε να ανταποκριθεί με πρωτοφανή ετοιμότητα στις απαιτήσεις της συγκυρίας. Τέσσερις ήταν οι άξονες της στρατηγικής του: Πρώτος και καθοριστικός ότι έπρεπε οπωσδήποτε μέσα στη συγκυρία της Κατοχής να εξασφαλιστεί ένα πολιτικό αποτέλεσμα που να υπερβαίνει τα πλαίσια την απλής στρατηγικής επιδίωξης για την προώθηση της απήχησης του κόμματος. Η αντιστασιακή προσπάθεια δεν ήταν το πρόσχημα για την εξυπηρέτηση του κομματικού συμφέροντος, όπως πίστευαν οι αντίπαλοί του, αλλά ένας κυρίαρχος και αυτοτελής στόχος. Όπως υπογράμμιζαν οι εαμικές διακηρύξεις: «όποιος, κρατώντας οποιουσδήποτε προσωπικούς υπολογισμούς, συμφέροντα, μίση, αντιπάθειες, φιλοδοξίες και ιδεολογίες, καταπολεμάει ή υπονομεύει την ενότητα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα….αυτός οπουδήποτε και να βρίσκεται, οπωσδήποτε και να λέγεται είναι συνεργάτης των ξένων κατακτητών, θεληματικά ή άθελα..».57

Ο δεύτερος άξονας ήταν ότι αυτό το αυτοτελές πολιτικό αποτέλεσμα έπρεπε να παραχθεί άμεσα και να μην υποχωρήσει στη λογική της αναμονής των ώριμων συνθηκών και των όρων παραγωγής των ευνοϊκών πολιτικών πλαισίων. Όπως το διατύπωνε κατά γράμμα το πολιτικό πρόγραμμα του ΕΑΜ έπρεπε να αποτελεί προσανατολιστική αναφορά το γεγονός ότι «όταν αφήσεις το λαό να πεθαίνει στους δρόμους, να κουρελιαστεί ψυχικά και σωματικά, και λες έπειτα πως θα κάνεις στον κατάλληλο καιρό εθνικο-απελευθερωτικό αγώνα, είσαι ένας συνειδητός απατεώνας και συνεργάτης του εχθρού. Γιατί είναι σαν να λες ότι θα βάλεις ένα κουφάρι να πολεμήσει».58

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό συνδεόταν άμεσα και με μια διαφοροποιημένη αντίληψη για το πώς οι υλικές συνθήκες επηρεάζουν τις πολιτικές συμπεριφορές. Μια σχηματική, οικονομιστική, αντίληψη θα απέδιδε στην πείνα και τις στερήσεις τον αποφασιστικό ρόλο δημιουργίας της αντίστασης. Ωστόσο, η επιλογή της αντίστασης συνιστούσε ένα ανώτερο διακύβευμα, θέτοντας υπό άμεση απειλή την ίδια τη ζωή του αντιστασιακού και της οικογένειας του. Χωρίς να παραγνωρίζει κανείς το ρόλο της πείνας και της εξαθλίωσης- στην ουσία οι εαμικές οργανώσεις και ο ΕΛΑΣ ήταν η μετεξέλιξη των άτυπων συνήθως οργανώσεων αλληλοβοήθειας που προέκυψαν μέσα από τις συνθήκες της πείνας ειδικά το χειμώνα του 1941-1942, όταν οι ουρές των συσσιτίων προϋπέθεταν μια συνύπαρξη διαφορετικών κοινωνικών μερίδων και τάξεων- η πείνα αυτή ήταν επαρκής, όχι όμως και αναγκαία συνθήκη. Γιατί θα μπορούσε κάλλιστα αντί την επαναστατικοποίηση των μαζών να προκαλέσει φαινόμενα πανικού, καθήλωσης και παραίτησης, ανάλογα με αυτά που εμφανίστηκαν ιδίως στις πρώτες φάσεις της Κατοχής μέχρι το ΕΑΜ να μορφοποιήσει τους πολιτικούς όρους του εγχειρήματός του.

Πράγματι, σε πρώτη φάση η απογοήτευση που δημιουργήθηκε μετά την εισβολή των Γερμανών προκάλεσε ένα καθεστώς παραίτησης και αδράνειας. Αυτή ακριβώς ήταν η εικόνα της Αθήνας της πρώτης περιόδου της Κατοχής.59 Η επιβίωση κατέστη ο αποκλειστικός μηχανισμός κοινωνικής συμπεριφοράς.60 Οι άνθρωποι ειδικά στην Αθήνα συγκεντρώνονταν στα θέατρα και τους κινηματογράφους σαν να μην συνέβαινε τίποτα, ενώ ακόμα και στους δρόμους στήθηκαν υπαίθριοι πάγκοι για τυχερά παιχνίδια και ρουλέτες στα καφενεία. Στη μουσική γράφονταν τραγούδια όπως οι «Αραπίνες» του Τσιτσάνη που μιλούσαν για μαγικές νύχτες στην Αραβία και ξεχασμένους έρωτες ως μια μορφή νοσταλγίας απέναντι στο παρελθόν61 ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των ελλήνων λογοτεχνών, όπως ο Ελύτης ανακάλυπταν τον Ήλιο τον Πρώτο και ο Εκ. Κακναβάτος ποιήματα ερωτικής πανδαισίας και φωτός.62

Άλλωστε, με βάση το γεγονός ότι η πείνα αντιμετωπίστηκε κάπως τις επόμενες χρονιές,63 στα πλαίσια της ίδιας μηχανιστικής λογικής αυτό θα έπρεπε να οδηγήσει σε συρρίκνωση το ΕΑΜ. Όμως έγινε το ακριβώς αντίθετο. Μάλιστα, εις βάρος και του γεγονότος ότι οι άνθρωποι βρέθηκαν αρχικά μπροστά στους κατακτητές διατελώντας εν πλήρει συγχύσει σε σχέση και με το γεγονός ότι η συμπεριφορά των πολιτικών τους εκπροσώπων ήταν εθελόδουλη, ακατανόητη, περιδεής και ανεύθυνη. Ακόμα και εκείνοι από τους παραδοσιακούς πολιτικούς που αρνήθηκαν να αναλάβουν κάποιο πόστο στις κατοχικές κυβερνήσεις δεν αρνήθηκαν τις προσκλήσεις του τελευταίου, το Μάιο του 1941, «να ανταλλάξουν απόψεις». Κυρίως αντιβενιζελικοί πολιτικοί αλλά ακόμα και εχθροί της μοναρχίας, όπως ο Γ. Παπανδρέου.64 Άλλοι, όπως ο Πάγκαλος επέτρεψε στους οπαδούς του να στελεχώσουν την κατοχική κυβέρνηση, ενώ κάποιοι όπως ο Α. Μαζαράκης-Αινιάν συζητούσαν πως θα απέτρεπαν την επιβολή των κομμουνιστών στη μετακατοχική περίοδο.65 Άλλοι, όπως ο Καφαντάρης ή ο Σοφούλης αμφισβητώντας τη δυνατότητα για αντίσταση προτίμησαν να εξαφανιστούν εντελώς από το προσκήνιο της χώρας.66 Με αυτή τη στάση δεν διέφεραν σε τίποτα και διευκόλυναν καθοριστικά την κατοχική κυβέρνηση για αυτό το λόγο διαγκωνίζονταν αργότερα να εξασφαλίσουν την αποδοχή των Βρετανών και της εξόριστης κυβέρνησης στη Μέση Ανατολή.

Μάλιστα, οι συνθήκες που επικρατούσαν στην Ελλάδα επέτρεπαν να διευρυνθεί η πρακτική της «συνεργασίας». Αυτή ξεκινούσε από τη συνεργασία στη λαφυραγώγηση των στρατιωτών Κατοχής και έφτανε στην μεταφορά περιουσιών στα πλαίσια της μαύρης αγοράς, αλλά και στην αναγκαστική ιδιοποίηση ιδιοκτησιών, όπως, για παράδειγμα, του συνόλου των ελληνικών ορυχείων από Γερμανούς επιχειρηματίες, οι οποίοι πολεμικώ δικαίω ιδιοποιήθηκαν όλα τα διαθέσιμα χρωμίου και νικελίου και τα μετέφεραν στη Γερμανία. Για τους κρατικούς υπαλλήλους ήταν επίσης μια περίοδος «χρυσών ευκαιριών» αφού οι διευκολύνσεις και η αποκάλυψη των υπό κατάσχεση αποθεμάτων εξασφάλιζαν τις αντίστοιχες αμοιβές.67 Ειδικά εξαιτίας της απροθυμίας των αγροτών να παραδώσουν στους φοροεισπράκτορες της κυβέρνησης τμήμα της παραγωγής τους.68

Είναι ενδεικτικό ότι μόνο οι ιδιοκτησίες που άλλαξαν χέρια κατά την περίοδο της Κατοχής ήταν 350.000 (110.000 αστικά, 239.000 αγροτικά, 1000 βιομηχανικά). Στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων ο πωλητής εισέπραττε το 1/100 της αξίας του ακινήτου που πούλησε. Μέσω δε ενός συστήματος αγοραπωλησιών στο οποίο επενέβαιναν και αργυρώνητοι κρατικοί υπάλληλοι το δε τελικό ποσό που έπαιρνε στα χέρια του ο πωλητής ήταν ακόμα χαμηλότερο από το 1/200 της προπολεμικής του αξίας. Το όλο κύκλωμα στηριζόταν σε συγκεκριμένους μεγαλέμπορους που αγόραζαν αλλά και επιλεγμένους συμβολαιογράφους και κρατικούς υπαλλήλους που αναλάμβαναν ο καθένας σε συγκεκριμένη περιοχή και καθορισμένες τιμές και ημερομηνίες να διεκπεραιώσουν τη διαδικασία.69 Όλοι αυτοί αποτέλεσαν ένα τμήμα της νέας μεταπολεμικής αστικής τάξης70

Επιπλέον, μέσω της «μαύρης αγοράς» που υποκατέστησε πλήρως τις άλλες διαδικασίες εφοδιασμού της αγοράς71 ένας σεβαστός αριθμός μαυραγοριτών πλούτισαν σκανδαλωδώς.72 Και αυτό την ίδια στιγμή που συμμορίες ληστών φύονταν σε κάθε περιοχή της χώρας και ανενόχλητοι, λόγω της απουσίας ή της απάθειας των αστυνομικών αρχών λήστευαν κοπάδια, αποθήκες ακόμα και γριές γυναίκες στο κέντρο των πόλεων.73

Είναι χαρακτηριστικό της νέας τάξης μαυραγοριτών-νεόπλουτων που άρχισε να διαμορφώνεται ότι οι Γερμανοί έφτασαν μέχρι του σημείου να ανοίξουν δύο καζίνο εντός της Αττικής για να εξασφαλίζουν χρήματα για τις κατασκοπευτικές οργανώσεις και μάλιστα μόνο για μια οργάνωση, την Dienstststelle 3000, τα έσοδα από τα Καζίνο έφτασαν στις 40 χρυσές λίρες την εβδομάδα το Μάρτιο του 1944.74 Πέραν αυτού το κλίμα επέτρεπε την καταλήστευση του δημόσιου ταμείου. Οι ίδιοι οι Γερμανοί πράκτορες ανακάλυψαν τεράστιες καταχρήσεις από τον κατοχικό υπουργό Οικονομικών Ε. Τσιρονίκο και ειδικούς λογαριασμούς στην Τράπεζα της Ελλάδος, πολλά από τα χρήματα αυτά δαπανήθηκαν στην κερδοσκοπία.75

Με την έννοια αυτή το κατοχικό καθεστώς μπορούσε να εξασφαλίσει τους «ημέτερους», τους συνεργάτες αλλά και όσους αποδέχονταν παθητικά την κατοχική εξουσία. Τους υπόλοιπους μπορούσε να τους φιλοδωρήσει με μια απογοήτευση και έναν πανικό που θα τους κρατούσε τελείως ανενεργούς. Αν δεν μεσολαβούσαν οι όροι που έθεσε η εαμική αντίσταση θα συνέβαινε αυτό που πραγματοποιήθηκε στη Γαλλία την ίδια περίοδο, να μην χρειάζονται οι Γερμανοί ούτε καν δικής τους εθνικότητας υπαλλήλους για να διοικήσουν μια ολόκληρη χώρα (η Γαλλία διοικήθηκε μόνο με 1500 τέτοιους υπαλλήλους-οι υπόλοιποι ήταν Γάλλοι).76

Ο τρίτος άξονας της πρωτοβουλίας του ΚΚΕ που ερμηνεύει το φαινόμενο του ΕΑΜ ήταν η εφαρμογή στην πράξη της αρχής ότι έπρεπε να εξασφαλιστεί ο δημιουργικός συγκερασμός ενδιάμεσων στόχων και στρατηγικών επιδιώξεων, χωρίς η τελευταίοι να απορροφούν τους πρώτους στη βάση όρων «καθαρότητας» και «αυθεντικών» στρατηγικών προσανατολισμών στα πλαίσια ευνοϊκών πολιτικών πλαισίων. Αυτό εξασφάλισε όρους πολιτικών συμμαχιών για τους οποίους επέμενε ο Λένιν στο πρόγραμμα της 3ης Διεθνούς και αποδείχθηκαν η λυδία λίθος για την ανάπτυξη του ΕΑΜ.77

Ο τέταρτος και εξίσου σημαντικός άξονας ήταν ότι οι αναλύσεις για την κατάσταση που επικρατούσε στο κοινωνικό πεδίο στην Ελλάδα της Κατοχής όφειλαν να είναι γειωμένες στις συνθήκες της συγκυρίας. Αυτό πρωτίστως σήμαινε ότι δεν έπρεπε να εγκαταλειφθεί κάποιος σε επίπλαστες αναλύσεις προϊόντα του ακτιβιστικού ενθουσιασμού, «να μην αποκοιμίζεται κανείς πάνω σε προσωρινές επιτυχίες, να μην ξεγελιέται» αλλά να βλέπει κάθε φορά τις αντικειμενικές συνθήκες. Και οι αντικειμενικές συνθήκες σήμαιναν ότι η διαθεσιμότητα των μαζών και μάλιστα με την ευρύτητα που απαιτούσε η αντιστασιακή προσπάθεια δεν μπορούσε να εξασφαλιστεί παραγνωρίζοντας τις πραγματικές συνθήκες. Όπως το σημείωνε το κείμενο του Δ. Γληνού: «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ», που κυκλοφόρησε το Σεπτέμβριο του 1942 και το οποίο αποτέλεσε καταστατικό θεωρητικό κείμενο του ΕΑΜ, ο αγώνας «για να πετύχει πρέπει να ανταποκρίνεται και στις ανάγκες της πραγματικότητας και στην αληθινή ψυχική διάθεση του λαού. Πρέπει να ριζώσει βαθιά μέσα στα πράγματα..».78

Η απαίτηση για πολιτικοποίηση των μαζών

Οι παραπάνω άξονες συνέτειναν στη διαμόρφωση μιας προϋπόθεσης που όφειλε συνεχώς να επιβεβαιώνεται και να διευρύνεται. Επρόκειτο για έναν ανεπτυγμένο βαθμό πραγματικής πολιτικοποίησης των μαζών, πράγμα που ερχόταν αντιμέτωπος με την ιδεολογική διαμόρφωση που υφίστατο οι μάζες στις Ελλάδα από καταβολής του ελληνικού κράτους. Σε αυτή τη βάση το γεγονός ότι ο αριστερός λόγος είχε ένα παρελθόν περιορισμένων προσβάσεων στο μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας, ότι το ΕΑΜ επιχειρούσε να αλλάξει το σύνολο της πολιτικής συμπεριφοράς των ανθρώπων σε εξαιρετικά πρωτότυπες μορφές, εν γένει δύσκολα αντιληπτές, ήταν πραγματικότητες sine qua non. Οι θεσμοί πολιτικής πατρωνίας, οι εμπειρίες προσωποπαγών δικτύων πολιτικής επιρροής, η ανυπαρξία ενός συστήματος οργανωμένων κομματικών σχέσεων όφειλε να αντικατασταθεί από νέες μορφές πολιτικής συγκρότησης, δύσκολα συμβατές με το πολιτικό παρελθόν των ανθρώπων. Αυτό το οποίο καθόρισε για δεκαετίας ως σχίσμα την πολιτική ζωή της χώρας, οι αντιθέσεις Βενιζελικών και Λαϊκών σε σχέση με το πολίτευμα είχε πλήρως περιθωριοποιηθεί, συγκροτώντας, ένα πραγματικά ιστορικό άλμα.

Την ίδια στιγμή έπρεπε να ληφθεί υπόψη ότι το ΕΑΜ αναπτυσσόταν μέσα σε συνθήκες που διεξαγόταν ένας ανηλεής ιδεολογικός πόλεμος, το πρακτικό σκέλος του οποίου είχε τρομακτικές συνέπειες στον άμαχο πληθυσμό. Γιατί κορωνίδα της εκτεταμένης προσπάθειας των Γερμανών να απομονώσουν ιδεολογικά το ΕΑΜ ήταν η εκτεταμένη χρήση αντιποίνων, που απώτατο στόχο είχαν να στρέψουν τον πληθυσμό ακόμα και ένοπλα κατά του ΕΛΑΣ.

Οι πρώτες εφαρμογές του σχεδίου αυτού είχαν αποδείξει ότι θα ήταν αποτελεσματικές οι πρακτικές αυτές. Τόσο τον Ιούλιο του 1941, όταν μετά από μια συμπλοκή με αντάρτες οι Γερμανοί κοντά στην Κοζάνη έκαψαν δύο χωριά όσο και το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς μετά από κάποια σαμποτάζ στη σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης-Σερρών στην κοιλάδα του Στρυμόνα οι Γερμανοί έκαψαν άλλα δύο χωριά και εκτέλεσαν σε μαζικά αντίποινα συνολικά 488 ανθρώπους, παρατηρήθηκε ότι οι τρομοκρατημένοι χωρικοί πήραν ακόμα και όπλα κατά των ανταρτών, διασκορπίζοντας τους.79

Όσο οι αντιστασιακές ενέργειες επεκτεινόταν τόσο οι Γερμανοί με τα αντίποινα τους καλλιεργούσαν την εντύπωση ότι ΕΛΑΣ με τις ενέργειες του προκαλούσε καταστροφές χωριών, ομηρία αθώων πολιτών και ομαδικούς τουφεκισμούς. 80 Στο μέτρο που οι Γερμανοί ήταν ανηλεείς,81 ο ΕΛΑΣ όφειλε να βρει λύσεις γιατί οι απλοί πολίτες δυσανασχετούσαν. Για αυτό προσπάθησε να συντονίσει τις ενέργειες του με το Γενικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής (Γ.Σ.Μ.Α) 82, υπέγραψε συμφωνίες υπέρ του Κοινού Γενικού Στρατηγείου Ανταρτών στα μέσα του 1943 και αποδέχτηκε τελικά τον έλεγχο που του ασκούσαν οι Βρετανοί σύνδεσμοι στα Αρχηγεία του ΕΛΑΣ. Επιπλέον, το Γ.Σ του ΕΛΑΣ είχε δώσει εντολή οι επιχειρήσεις κατά των γερμανικών δυνάμεων, ιδίως στα 1943, να εστιάζουν στα ξένα στρατεύματα που χρησιμοποιούσε η Βέρμαχτ (Ρουμάνους, Ιταλούς, Βούλγαρους) και όχι σε καθεαυτό Γερμανούς στρατιώτες,83 καθώς επίσης οι αιφνιδιαστικές επιχειρήσεις και τα σαμποτάζ να γίνονται σε περιοχές που είχαν ήδη καταστραφεί ή ήταν αραιοκατοικημένες.84 Μάλιστα, για να μην παρατηρηθεί αναρχία στην τακτική αυτή, οι επιχειρήσεις αυτές γίνονταν μόνο μετά από έγκριση του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ.85 Αποδέχθηκε ακόμα και τη βρετανική υπόδειξη τους τρεις πρώτους μήνες του 1944 να επιδείξει παθητική στάση για να περιοριστούν τα αντίποινα86.

Για τους ίδιους, ακριβώς, λόγους ο ΕΛΑΣ αποδείχθηκε ανηλεής με τους καταδότες,87 σύστησε ειδικά σώματα όπως την ΟΠΛΑ (Ομάδες Περιφρούρησης Λαϊκών Αγωνιστών), υποχρέωνε τους αντάρτες του να μην εγκαταλείπουν την οργάνωση και μάλιστα επί ποινής θανάτου, 88 ενώ ίδρυσε κατά τόπους Φρουραρχεία για να ελέγχουν όσους κινούνταν στις ελεύθερες περιοχές.89

Ωστόσο, αυτό που διεφάνη ήταν ότι μόνο με πολιτικά μέσα μπορούσε να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα. Έπρεπε να πειστούν οι πληθυσμοί και μάλιστα μέσα από τη δική τους πρακτική ότι η αντίσταση ήταν επιβεβλημένη, αλλά και ότι χωρίς αυτή θα κινδύνευε πολλαπλά η κοινωνική τους επιβίωση. Ήταν, επομένως, απαραίτητο να εδραιωθεί μια σχέση εμπιστοσύνης με τις μάζες.90

Ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο χρειάστηκε να διευρύνει το ΕΑΜ την πολιτική του αναφορά, ώστε να δικαιολογηθεί ως εθνική υπόθεση η αντίσταση. 91 Για αυτό και απευθύνθηκε και στα παραδοσιακά αστικά κόμματα, πολλά από τα οποία διακρίνονταν για την αντικομμoυνιστική αδιαλλαξία τους. Στον Παπανδρέου προτάθηκε ακόμα και η προεδρία του ΕΑΜ.92 Μάλιστα, δεν εξαιρέθηκαν ούτε οι μοναρχικοί.93 Στις αιτιάσεις αναφορικά με το έλλειμμα σοσιαλιστικών ιδεών στο πολιτικό πρόγραμμα του ΕΑΜ, ο Γ. Σιάντος, Γραμματέας της Κ.Ε του ΚΚΕ, απαντούσε ότι οι επιλογές της ηγεσίας ήταν απολύτως σύμφωνες με το πνεύμα της επιταγής της Πολιτικής Γραμματείας της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς στα 1939, που επιζητούσε να τεθεί μπροστά από κάθε άλλο στόχο η απαίτηση για την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας της χώρας.94

Στη βάση των επιλογών αυτών, το ΚΚΕ επιδίωξε μέχρι να τροποποιήσει Καταστατικό του ΕΑΜ. Αξιοσημείωτο είναι ότι η αντίδραση των άλλων κομμάτων του ΕΑΜ και όχι του ίδιου του ΚΚΕ ήταν ο παράγοντας εκείνος που απέτρεψε την επέκταση των ορίων της συμμαχίας σε τέτοιο βαθμό. Άλλωστε, το ΕΑΜ δεν συνυπέγραψε πρωτόκολλο των παλιών κομμάτων υπέρ της Δημοκρατίας, στις 30 Μαρτίου 1942, με το αιτιολογικό ότι δεν ήθελε να ανακινηθούν θέματα που θα οδηγούσαν σε πολιτικό διχασμό.95 Ακόμα και στον ΕΔΕΣ προτάθηκε ένα κοινό μέτωπο ή επιχειρησιακή συνεργασία. όταν δέχτηκε πρόταση από το ΕΑΜ να συγκροτήσουν κοινό μέτωπο.96 Στα ίδια επίπεδα, στο διαφωτιστικό Κείμενο του Δ. Γληνού «Τι είναι και τι Θέλει το ΕΑΜ», τονιζόταν ότι ανάγκη της εθνικής ενότητας προϋπέθετε κάθε μέσο και ότι ο αγώνας κατά του βασιλιά διασπούσε τις εθνικές δυνάμεις και αδυνάτιζε τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα.

Όταν το ΕΑΜ κατόρθωσε να εξασφαλίσει έστω την συμπόρευση δυνάμεων, όπως το ΣΚΕ του Σβώλου, η ΕΛΔ του Τσιριμώκου και άλλες ακόμα μικρότερες δυνάμεις, οι πάντες γνώριζαν ότι δεν ήταν εκείνες που του προσέφεραν τις δυνάμεις τους για να αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό, όντας ανύπαρκτες επί της ουσίας σε επίπεδο απήχησης. Όμως προσέφεραν στο ΕΑΜ το ειδικό βάρος που του ήταν απαραίτητο για να αποκτήσει πρόσβαση σε ευρύτερα κοινωνικά σύνολα. Αυτό με την έννοια ότι αποτέλεσαν το πρόσχημα απενοχοποίησης του τμήματος εκείνου της κοινωνίας που φοβόταν να προσχωρήσει σε έναν ακραιφνώς κομμουνιστικό σχηματισμό. Για αυτό η ηγεσία του ΚΚΕ αποδύθηκε σε έναν αγώνα να διατηρήσει τις δυνάμεις αυτές εντός ΕΑΜ, παραχωρώντας τους ρόλους, όπως στον Σβώλο να γίνει πρόεδρος της ΠΕΕΑ, και να ηγηθεί της αντιπροσωπείας στο Λίβανο, ρόλους εντελώς αναντίστοιχους με το πραγματικό πολιτικό τους βάρος.97

Με την ίδια πρόθεση το ΕΑΜ προσπάθησε να εδραιώσει τη σχέση μεταξύ των τοπικών κοινωνιών και του ΕΛΑΣ, στο σκέλος που αφορούσε την παροχή υπηρεσιών προς τις τοπικές κοινότητες, της μορφής μιας κανονικής κρατικής εξουσίας. Ζητήματα αστυνόμευσης, προστασίας της ζωής, περιστολής της κλοπής, διασφαλίσεις από την υφαρπαγή περιουσιών και τις κατασχέσεις από τις αρχές Κατοχής έγιναν το κύριο μέλημα του ΕΛΑΣ. Και αποδείχτηκαν κυρίαρχα ζητήματα για τη ζωή των τοπικών κοινωνιών, δεδομένου ότι σε όλη την επικράτεια είχαν απομείνει 1.500 περίπου ενεργοί χωροφύλακες, που με κινητές δυνάμεις προσπαθούσαν να επιβάλουν την τάξη, όταν οι κλοπές μετά φόνου κοπαδιών πολλαπλασιάζονταν, σπίτια λεηλατούνταν, ενώ ακόμα και οι ιερείς και τα μοναστήρια έπεφταν θύματα ληστείας και απαγωγών.

Αντίθετα, ο ΕΛΑΣ πολύ σύντομα διέλυσε τις ομάδες που καταλήστευαν τους αγρότες και εξαφάνισε τους κρατικούς υπαλλήλους και τους φορολογικούς καταλόγους που μάστιζαν τις τοπικές κοινωνίες. 98 Αλλά, ακόμα και όταν οι αντάρτες ζήτησαν ως αντιμισθία για τις υπηρεσίες τους το 1/10 της παραγωγής-μια αιτία προστριβών με κάποιους αγροτικούς πληθυσμούς- επιχειρήθηκε να μπει τάξη με την παροχή αποδείξεων και με τη διαμόρφωση σταθερών τιμών με τις οποίες αγοράζονταν τα προϊόντα αυτά.99

Ο ίδιος ο ΕΛΑΣ συγκροτήθηκε ως ένας πραγματικός λαϊκός στρατός, εκπρόσωπος των τοπικών κοινωνιών.100 Αυτές είχαν λόγο στο εσωτερικό του διαμέσου των ίδιων των μαχητών του, αφού, αν και διατηρούνταν η στρατιωτική πειθαρχία, διασφαλίζονταν παράλληλες λειτουργίες δημοκρατικής οργάνωσης, μέσω των γενικών συνελεύσεων των μονάδων. Το κύριο θέμα συζήτησης ήταν οι σχέσεις με το λαό και η κριτική των παραπτωμάτων ή η επιβολή κυρώσεων σε συνάρτηση με τις συμπεριφορά των μαχητών.101

Στην ίδια λογική ανοίγματος του ΕΛΑΣ στην κοινωνία, στις Κορυσχάδες Ευρυτανίας, που είχε μετακινηθεί στις 24 Οκτωβρίου 1943 το ΓΣ του ΕΛΑΣ, δόθηκε διαταγή που καθόριζε ότι τα τρία μέλη της διοίκησης του ΕΛΑΣ, ο καπετάνιος, ο στρατιωτικός αρχηγός και ο πολιτικός επίτροπος, ήταν ισότιμοι και μόνο για τις επιχειρήσεις σε περίπτωση διαφωνίας την κύρια γνώμη θα είχε ο στρατιωτικός αρχηγός. Ο ρόλος του τελευταίου μεταξύ άλλων συνδεόταν με την επίτευξη ομαλών σχέσεων με την τοπική κοινωνία. Είναι ενδεικτικό ότι οι Βρετανοί απορούσαν σε σχέση με τη λειτουργία αυτού του σχήματος οργάνωσης. Μόνο στα μέσα Οκτωβρίου του 1943 συνειδητοποίησαν ότι δεν ήταν δυνατόν να χωριστεί το ΕΑΜ από τον ΕΛΑΣ και ότι τα μέλη του ΕΑΜ στο Γ.Σ του ΕΛΑΣ (Α.Τζήμας, Κ. Δεσποτόπουλος, Γ. Σιάντος) ήταν μόνιμα και οργανικά μέλη της διοίκησης του ΕΛΑΣ.102

Να σημειωθεί ότι δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στο ρόλο του κάθε μαχητή εν σχέσει με την τοπική κοινωνία. Ως χαρακτήρας, με bάση τον εσωτερικό κανονισμό του ΕΛΑΣ, όφειλε να είναι το σύμβολο του πνεύματος της κοινότητας. Έπρεπε να κατέχει ατομικά προσόντα, εμπειρία και θάρρος, να διαθέτει συνειδητή πειθαρχία, να έχει πλήρη συνείδηση της αποστολής του που εκτός από τον αντιστασιακό αγώνα ήταν η προστασία του λαού της υπαίθρου, η επιβολή τάξης, η καταδίωξη της ζωοκλοπής και η αντιμετώπιση των ποινικών αδικημάτων. Έπρεπε να σέβεται το λαό, τις γυναίκες, τα ήθη και τα έθιμα της κάθε περιοχής, να επιδεικνύει μια συμπεριφορά που να κατακτά τον πληθυσμό. Να δείχνει ιπποτισμό και σεβασμό προς τη ζωή και των αιχμαλώτων, να είναι δηλαδή «λίγο ιεραπόστολος», ηθικός και τίμιος.103

Ωστόσο, η διαφύλαξη αυτής της σχέσης με τον τοπικό πληθυσμό δεν ήταν καθόλου εύκολη στο μέτρο που η πολιτική που ακολουθούσαν οι Γερμανοί δημιουργούσε δυσαρέσκεια σε τμήμα του λιμοκτονούντα πληθυσμού, αφού δεν επέτρεπαν ούτε στον Ερυθρό Σταυρό να διανείμει τροφή, με το πρόσχημα ότι αυτή πήγαινε στους αντάρτες.104 Μάλιστα, στην αναπαραγωγή των προβλημάτων συνέβαλαν και οι Βρετανοί που υποδαύλιζαν τις όποιες προστριβές του ΕΛΑΣ με πλούσιους αγρότες για το ύψος της εισφοράς προς την Αντίσταση.105

Η προπαγάνδα των Γερμανών και το ΕΑΜ

Πέραν των αντιποίνων, οι Γερμανοί επιχείρησαν με τροποποίηση του πολιτικού τους λόγου να απομονώσουν ιδεολογικά το ΕΑΜ. Από τον Απρίλιο του 1943 στράφηκαν με εντολή του Χίμλερ αποκλειστικά στον αντικομμουνισμό, εγκαταλείποντας τα περί νέας τάξης πραγμάτων, αξιοποιώντας παράλληλα τις παραδοσιακές δομές πολιτικής και ιδεολογικής κυριαρχίας. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι επιχείρησαν να ενεργοποιήσουν ακόμα και τα αντιμεταξικά ανακλαστικά το ελληνικού λαού, καταγγέλλοντας το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, στο οποίο απέδιδαν σκάνδαλα, διχαστικές νοοτροπίες και κλοπές του τύπου της αφαίρεσης του ελληνικού χρυσού από τον Γλύξμπουργκ. Στον εμπλουτισμό αυτό της ιδεολογικής προπαγάνδας βοήθησε αποφασιστικά και ο Σ. Γκοτζαμάνης, ο μέχρι τα 1943 υπουργός Οικονομικών της κατοχικής κυβέρνησης, ο οποίος ηγήθηκε της προσπάθειας να υποσκελιστεί η ιδεολογία του εθνικοσοσιαλισμού προς όφελος μιας ιδιότυπης θεωρίας ευρωπαϊσμού, όπου η «νέα τάξη» θα προστάτευε την ηπειρωτική Ευρώπη από τους φιλοδοξούντες καταστροφείς της, τις ΗΠΑ, τη Ρωσία του μπολσεβικισμού και το βρετανικό ιμπεριαλισμό. Και μάλιστα με υποτιθέμενο σεβασμό στην εθνική αυτονομία του κάθε ευρωπαϊκού κράτους. Ήταν άλλωστε μια θεωρία την οποία καλλιέργησαν και πολλοί συνεργάτες των Γερμανών σε όλη της Ευρώπη (Laval, Quisling, Mussert κλπ)106

Έτσι, η Γενική Διεύθυνση Τύπου και Ραδιοφωνίας ο βρετανικός αποκλεισμός παρουσιαζόταν ως το μοναδικό αίτιο του μεγάλου λιμού του 1941-42, ενώ η ΕΣΣΔ προβαλλόταν ως μια κόλαση (ακόμα και φωτογραφίες σε εκθέσεις αποδείκνυαν υποτίθεται τις τραγικές συνθήκες ζωής των ανθρώπων στη χώρα). Το ΕΑΜ ήταν το όργανο της Μόσχας που προωθούσε την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας ενώ μέσω χιλιάδων προκηρύξεων «διαπιστώνονταν» οι ιεροσυλίες στις οποίες προέβη ο ΕΛΑΣ κατά της εκκλησίας. Αυτό «αποκαλύπτοντας» παράλληλα λίστες προγραμμένων από τον ΕΛΑΣ.

Αυτή η προπαγάνδα δεν μπορούσε να αγνοηθεί. Γιατί μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, παρά τον ενθουσιασμό από τον οποίο διακατέχονταν η πλειοψηφία των οπαδών του ΕΑΜ, δεν είχε αποβάλει τις αντικομμουνιστικές αγκυλώσεις. Για το λόγο αυτό το ΕΑΜ απέφυγε να τρομάξει τις μάζες αυτές, επιμένοντας σε μεσοπρόθεσμους στόχους. 107 Είναι ενδεικτικό ότι ακόμα και μέσα στον ίδιο το ΕΛΑΣ μεγάλο τμήμα των μαχητών του ελάχιστα γνώριζε περί κομμουνισμού.108 Υπήρχε άλλωστε και η οργανωμένη προσπάθεια των Βρετανών να δημιουργήσουν ρήγματα στον ΕΛΑΣ, προσεταιριζόμενοι αυτούς που θεωρούσαν μη κομμουνιστές στο εσωτερικό του.109

Είναι προφανές, όμως, ότι οι όποιες δυνατότητες διανοίγονταν με την πολιτική της προσεκτικής πολιτικής διαπαιδαγώγησης των μαζών, ενσωμάτωναν και τεράστιους κινδύνους: ιδίως με τη μορφή ενός άκρατου ρεφορμισμού και μιας συμβιβαστικής λογικής που διακινδύνευε να δώσει το πλεονέκτημα στον κοινωνικό αντίπαλο. Υπήρχε, επίσης, ο κίνδυνος του εσωτερικού διχασμού του κόμματος με την οριοθέτηση δύο διακριτών τάσεων, της επαναστατικής και της συμβιβαστικής υπό το κράτος μάλιστα μιας εντελώς ασαφούς στάσης της Σοβιετικής Ένωσης, που αρνούνταν κάθε σαφή τοποθέτηση απέναντι των προοπτικών που έθετε το ΕΑΜ. Έπρεπε κάθε στιγμή να σχοινοβατεί κανείς ανάμεσα στον κίνδυνο εκφυλισμού και στη δυνατότητα να κεφαλαιοποιεί της ενδιάμεσες νίκες και να τις διανοίγει σε νέες προοπτικές αναβαθμισμένων στρατηγικών επιδιώξεων. 110

Πάντως, για το ΕΑΜ της Κατοχής ήταν σαφές ότι δεν αρκούσε η ποιότητα της μαρξιστικής ανάλυσης για να πειστούν οι μάζες. Απαιτούνταν και εγχειρήματα ιδιαίτερα περίπλοκα και πιθανόν υποσχόμενα πολιτικές αβαρίες, όπως για παράδειγμα ο πατριωτισμός. Γιατί με την παραδοσιακή του μορφή μπορούσε να οδηγήσει σε μια συνολική αυτοχειρία την αντίσταση, και να χρησιμοποιηθεί ανεστραμμένος ακόμα και από τις δυνάμεις Κατοχής. Είναι χαρακτηριστικό πως οι Γερμανοί αναμόχλευσαν ακόμα και τα ελληνικά αισθήματα γύρω από το Κυπριακό ή επιχειρηματολογούσαν εναντίον της βρετανικής ευθύνης για τη Μικρασιατική Καταστροφή για να εξωθήσουν τις μάζες να υποκύψουν στη λογική του ιμπεριαλιστή Άγγλου που ήθελε να διαιωνίζει τις αποικίες του. Στη λογική, δηλαδή, της επιχειρηματολογίας περί μισελληνισμού ήταν πολύ εύκολο να πλαισιώσει κανείς τον Άξονα και να στραφεί κατά του ΕΑΜ και των «σλαβο-κομμουνιστών».

Αν από την άλλη, αν κανείς εγκατέλειπε το πεδίο αυτό προς δόξα ενός ακατέργαστου διεθνισμού κινδύνευε με πλήρη απομόνωση από τις μάζες, όπως συνέβη με τους Έλληνες τροτσκιστές. Όμως υπήρχε και μια διέξοδος: να μετασχηματιστεί ο πατριωτισμός και να συνδεθεί με την αιτηματολογία της εργατικής τάξης ώστε να εκφύγει των ταξικών του περιορισμών. Αυτό ήταν κλειδί για το ίδιο το ΕΑΜ. Εκεί μάλιστα κατατρόπωσε και τον κοινωνικό αντίπαλο, την αστική τάξη, αποσπώντας της τη δυνατότητα να αξιοποιεί έναν κατασκευασμένο εθνικό πυρετό για να καθηλώνει τα εργατικά επιχειρήματα.

Πράγματι, για το ΕΑΜ η «παλλαϊκότητα» του αντικατοχικού αγώνα τον δικαιολογούσε ως αγώνα «εθνικό».111 Ήταν, δηλαδή, αγώνας εθνικοαπελευθερωτικός, συνδεδεμένος με μια παράδοση φιλελεύθερου εθνικισμού που επιχείρησε να συνδέσει τον πατριωτισμό με τη διεύρυνση των δομών πολιτικής ελευθερίας, αρνήθηκε ότι οι ταξικές διακρίσεις αφομοιώνονται από το έθνος και συνδέθηκε με το στόχο της «εθνικής απελευθέρωσης», που σχετίστηκε, άλλωστε και με το μαρξισμό, κατά τον τρόπο που αυτό έγινε με τα αντιαποικιοκρατικά κινήματα του 1950-1960 στον Τρίτο Κόσμο.

Η επεξεργασμένη αυτή συγχώνευση εθνικής ιδεολογίας και ταξικών αναφορών από το ΕΑΜ είχε καταστεί ευρέως αξιόπιστη στις μάζες και μάλιστα σε πείσμα της «ιδεολογίας του αντεθνικού ΚΚΕ».112 Χρειάστηκε βεβαίως να αποδειχθεί στην πράξη. Έτσι, καθόλη τη διάρκεια της Κατοχής, ιδίως το ΚΚΕ, επιδόθηκε σε μια ατέρμονη φιλολογία σε σχέση με τα εθνικά δίκαια, την ενσωμάτωση της Κύπρου και των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα, πρωτοστάτησε στις μαζικές διαδηλώσεις κατά της βουλγαρικής κατοχής και διέλυσε όλες τις απόπειρες να συγκροτηθούν αυτονομιστικές οργανώσεις σλαβομακεδόνων με το πρόσχημα των αναγκών της βαλκανικής αντίστασης.113 Είναι ενδεικτικό ότι όταν έμπαιναν στην ελληνική μεθόριο αντάρτες του Τίτο με διακριτικά της «Μακεδονίας», ο ΕΛΑΣ τους υποχρέωνε να τα αφαιρέσουν.114

Εντούτοις, πέραν αυτών, το πιο δυναμικό στοιχείο που εξηγεί εύστοχα και το φαινόμενο ΕΑΜ ήταν η πολιτική κοινωνικών συμμαχιών που υλοποίησε. Με βάση έναν επιμερισμό της αστικής τάξης σε αντεθνική και εθνική και τη διατύπωση της στρατηγικής περί της «επαναστατικής» επιτάχυνσης αλλαγών αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα που πρότεινε το ΚΚΕ, το ΕΑΜ δρομολόγησε τακτικές κοινωνικής συνεννόησης και προσκάλεσε στη δημιουργία μιας ευρύτερης κοινωνικής συμμαχίας. Το κλίμα αυτό επέτρεψε και η κεφαλαιώδης στροφή της 3ης Διεθνούς στο θέμα της πολιτικής συνεργασιών, εξαιτίας της υιοθέτησης της στρατηγικής συμμαχιών για τη διαμόρφωση του πλέον ευρύτατου κοινωνικού μετώπου έναντι του αναδυόμενου φασισμού. Αστοί πολιτικοί αλλά και καθεστώτα, χώρες και αστικά κοινωνικά συστήματα μπορούσαν να αποτελέσουν σύμμαχο της παγκόσμιας εργατικής τάξης στον πόλεμο της κατά του φασισμού. Το «σύμφωνο Σοφούλη-Σκλάβαινα» της 19ης Φεβρουαρίου 1936 αποτέλεσε το κυρίαρχο παράδειγμα της στρατηγικής του ΚΚΕ. 115.

Οι αγρότες

Σε αυτή τη βάση έπρεπε να δρομολογηθούν ταξικές συμμαχίες μοναδικές για τα δεδομένα του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Πρώτα από όλα με άξονα τους αγρότες. Κοινωνικά απομονωμένοι προπολεμικά, οι μικροιδιοκτήτες αγρότες ήταν εγκλωβισμένοι μέσα στους όρους της οικονομικής τους ζωής, εξαρτημένοι από το «χωράφι» που πρέπει να «αυγαταίνει».116 Ωστόσο, εξαιτίας του ΕΑΜ και των λαϊκών εξουσιών που συγκροτήθηκαν στο βουνό, η τάξη αυτή μετασχηματίστηκε σε πολύ σύντομο διάστημα σε κοινωνική δύναμη. Η ύπαρξή της άρχισε πλέον να αντανακλά στα άλλα πεδία της κοινωνικής ζωής και ιδίως σε αυτά των κέντρων πολιτικής εξουσίας, όπως η ΠΕΕΑ, στη μορφή που αυτά προσέλαβαν, αλλά και πάνω στην εαμική ιδεολογία, με τη διάσταση μιας λογικής κοινοτικής οργάνωσης που καλλιεργήθηκε.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο τρόπος που λειτουργούσαν τα Λαϊκά Δικαστήρια ή η Λαϊκή Αυτοδιοίκηση του βουνού στηριζόταν όχι μόνο σε απλούς αγρότες αλλά κυρίως στην ηθική και την ιδεολογία της αγροτικής κοινωνικής ζωής ή στους τρόπους κοινοτικής οργάνωσης που είχαν διαμορφωθεί στην ύπαιθρο, πολύ πριν δημιουργηθεί το ΕΑΜ. Κυρίαρχο ρόλο αποκτούσε πλέον ο αγρότης-δικαστής ή ο αγρότης-κοινοτάρχης. Είναι χαρακτηριστικό, άλλωστε, ότι το Λαϊκό Δικαστήριο ήταν η απευθείας εξέλιξη των προπολεμικών κοινοτικών οργάνων επίλυσης των διαφορών.117 Μάλιστα, το ΕΑΜ κατόρθωσε να προσεταιριστεί σε ορισμένες περιπτώσεις και τους μεγαλοαγρότες, που το αναγνώριζαν ως μηχανισμό κοινωνικής ευταξίας. Στην Ήπειρο για παράδειγμα οι πιο πλούσιες κωμοπόλεις και χωριά είχαν σε μεγάλο βαθμό προσχωρήσει στον ΕΛΑΣ παρά στον ΕΔΕΣ.118

Στο πλαίσιο αυτό, οι αγρότες αποκτούν αθρόα παρουσία και μέσα στο κομμουνιστικό κόμμα. Ειδικά στις αγροτικές περιοχές με προϊστορία αγροτικού κινήματος, και ιδίως στη Θεσσαλία, 119 τα ποσοστά συμμετοχής των αγροτών μελών του κόμματος άγγιζαν το 70%, για οργανώσεις που αριθμούσαν το ¼ των μελών του κόμματος πανελλαδικά.120 Είναι ενδεικτικό ότι μεταξύ των αστικών κέντρων του Θεσσαλικού κάμπου και του αγροτικού τους περίγυρου, οι αναλογίες σε επίπεδο ποσοστών συμμετοχής του πληθυσμού στο ΚΚΕ ευνοούν τις καθεαυτό αγροτικές περιοχές.121 Αναλογίες που αποθεώθηκαν μετά τη μάχη της σοδειάς το καλοκαίρι του 1944 και απετράπη η κατάσχεση μεγάλου τμήματος της αγροτικής παραγωγής.122

Έτσι, για παράδειγμα, τα μέλη του κόμματος σε επίπεδο του συνόλου των κατοίκων της πόλης της Λάρισας κινούνταν στο 7,5% ενώ σε επίπεδο υπολοίπου του νομού στο 17,5%. Αντιστοίχως στο Νομό Μαγνησίας, ενώ στο υπόλοιπο του νομού τα μέλη του κόμματος αφορούσαν το 15% περίπου, σε επίπεδο της πόλης του Βόλου όπου υπήρχαν και εργατικοί πληθυσμοί, το ποσοστό των μελών του κόμματος στο σύνολο του πληθυσμού κινούνταν στα επίπεδα του 8%123.

Δεν είναι για αυτούς τους λόγους τυχαίο ότι η σχέση αυτή της αγροτικής τάξης με την Αριστερά παρέμεινε κραταιά και πολύ αργότερα, ακόμα και στον εμφύλιο. Οι αγρότες αρνήθηκαν στα 1945 να απολακτιστούν από το Κομμουνιστικό Κόμμα όταν το επιχείρησε ο Ζαχαριάδης αλλά κυρίως ενισχύοντας το Δημοκρατικό Στρατό, γεγονός που υποχρέωσε το κράτος να μετακινήσει πάνω από 600.000 ανθρώπους από τις περιοχές που ασκούσε δράση ο Δ.Σ.Ε για να μπορέσει να του στερήσει πηγές συντήρησης και να τον κατανικήσει. Είναι στην ουσία αυτή η αγροτική τάξη που διωγμένη αλλάζει τους συσχετισμούς στις πόλεις, οι οποίες αποκτούν σαφή αριστερή πλειοψηφία, όπως έδειξαν οι πρώτες μετεμφυλιακές εκλογικές αναμετρήσεις.124

Η εργατική τάξη

Ωστόσο, εκεί που το ΕΑΜ εδραίωσε την πλήρη κυριαρχία του ήταν σε επίπεδο εργατικής τάξης. Το Εργατικό ΕΑΜ ήταν η πρώτη εαμική οργάνωση που συγκροτήθηκε, αποδεικνύοντας και το ιδιαίτερο πραγματικό βάρος της εργατικής τάξης στο εσωτερικό της εαμικής συμμαχίας125 Όπως σημειώθηκε και στην 7η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, τον Σεπτέμβριο του 1941, η εργατική τάξη διεξάγοντας έναν διαρκή και μακραίωνο αγώνα υπέρ της κοινωνικής απελευθέρωσης ήταν φυσικό να ηγηθεί του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα που δεν αποτελούσε άλλωστε παρά την προέκταση των κοινωνικών αγώνων του μεσοπολέμου.

Όπως και σε σχέση με την γενικότερη πολιτική εθνικής ενότητας που ακολούθησε, το ΕΑΜ και το ΚΚΕ διακήρυτταν ότι κυρίαρχος στόχος τους ήταν η ενότητα της εργατικής τάξης, ώστε να εξασφαλιστεί πρόσβαση σε ευρύτερα στρώματα και εργατικές μερίδες και να συγκροτηθεί το πλέον ευρύτερο εργατικό μέτωπο. Από την προσπάθεια αυτή αποκλείονταν μόνο οι διορισμένοι στις συνδικαλιστικές ηγεσίες από τον Μεταξά.126 Είναι ενδεικτικό ότι το ΕΕΑΜ δεν διαμόρφωσε ποτέ ένα συγκροτημένο πολιτικό και οικονομικό πρόγραμμα ανάλογο με αυτά των ευρωπαϊκών συνδικάτων. Κανένας ταξικός ή πολιτικός στρατηγικός στόχος δεν αναφαίνεται καθαρά, ακόμη και του τύπου των τυπικών σοσιαλδημοκρατικών προγραμμάτων των δυτικών συνδικάτων, όπως για ζητήματα εθνικοποιήσεων, την εργατική συμμετοχή στις διοικήσεις των επιχειρήσεων ή τον σχεδιασμό της οικονομίας πέραν των ορίων μιας τυπικής κοινοβουλευτικής διαδικασίας.127

Παράλληλα με την απουσία ενός συγκροτημένου προγράμματος ταξικής προοπτικής, το ΕΕΑΜ προώθησε τη συνένωση των υπαρχόντων συνδικαλιστικών οργανώσεων στα πλαίσια του, παρακάμπτοντας τις αντιθέσεις που είχαν σωρευθεί εξαιτίας της επέμβασης στα συνδικαλιστικά πράγματα του μεταξικού καθεστώτος και της αμφιλεγόμενης στάσης πολλών παραδοσιακών στελεχών τους. Ηγέτες της σοσιαλίζουσας μερίδας του ΕΕΑΜ ήταν ο Δ. Στρατής, που αντιτάχθηκε πράγματι στο καθεστώς, αλλά και ο Γ. Καλομοίρης, που παρέμεινε στα ηγετικά κλιμάκια της ΓΣΕΕ επί δικτατορίας και έγινε πρόεδρος της υπό αδιαφανείς διαδικασίες μέχρι τον Αύγουστο του 1941.128

Είναι εντυπωσιακό ότι όχι μόνο υποχώρησαν οι παλιές αντιθέσεις αλλά από το καλοκαίρι του 1943 προσέχθηκε ιδιαίτερα να μην υπάρξουν υποκαταστάσεις παρότι στις ενεργείς δυνάμεις της οργάνωσης πλειοψηφούσαν πλήρως οι κομμουνιστές. Έτσι, στα διοικητικά όργανα του ΕΕΑΜ αντιπροσωπεύονται όλες οι συνδικαλιστικές παρατάξεις που αντιστοιχούσαν στα κόμματα του ΕΑΜ και μάλιστα υποχρεωτικά με ίσο αριθμό αντιπροσώπων. Το ίδιο συνέβη με την τριμελή γραμματεία (Θέος, Καλομοίρης, Στρατής) ενώ αντίστοιχα επιδιώχθηκε να συμβεί και στις περιφερειακές επιτροπές και στις επιτροπές πόλεις.129 Μάλιστα όταν μια από τις βασικές παρατάξεις δεν είχε επαρκή αριθμό στελεχών, μόνο τότε άλλη παράταξη, επίσης αναλογικά, συμπλήρωνε τον αριθμό. Στόχος ήταν να αντιπροσωπεύεται στα όργανα το προπολεμικό καθεστώς πολιτικών παρατάξεων. Όταν διαπιστωνόταν οποιαδήποτε δυσπιστία, λαμβάνονταν άμεσα μέτρα να αποδυναμωθούν οι αιτιάσεις υποκατάστασης. Ήταν τέτοιο το κλίμα που είχε δημιουργηθεί ώστε, όταν στελέχη του ΣΚΕ κατηγόρησαν, για παράδειγμα, για κηδεμονία το ΚΚΕ, η ίδια η οργάνωση τους τούς διέγραψε, θεωρώντας υποβολιμαίες και τελείως ανεδαφικές αυτές τις αιτιάσεις και ζήτησε να απολακτιστούν από το ΕΑΜ ως διασπαστές. 130

Ιδίως από τα μέσα του 1943 και ύστερα και το ΕΕΑΜ έγινε μια μαζική οργάνωση με αθρόες προσχωρήσεις, που ελάχιστα είχε χαρακτηριστικά μιας τυπικής εργατικής οργάνωσης. Με συγκεκριμένη διακήρυξη το ΠΓ του ΚΚΕ ζητούσε όλες τις οργανωτικές αλλαγές που απαιτούνταν για να μετατραπεί το ΕΕΑΜ σε οργάνωση που θα περιελάμβανε όλους χωρίς εξαιρέσεις τους εργαζομένους.131 Η «Κομμουνιστική Επιθεώρηση», μάλιστα, μέμφονταν όλους όσοι καθυστερούσαν να εντάξουν και το 100% των εργαζομένων στις εαμικές οργανώσεις.132 Αλλά ακόμα και από υψηλόβαθμα στελέχη του ΚΚΕ ζητήθηκε να ενεργοποιηθούν ώστε να διαψευστούν οι κατηγορίες ότι το ΚΚΕ έλεγχε την οργάνωση.133

Ωστόσο, παρά τη διακηρυγμένη μετριοπάθεια, όταν από τα μέσα του 1943 οι εργατικοί αγώνες αφορούν σε γενικές απεργίες που ακυρώνουν την εργατική επιστράτευση αλλά την τρομοκρατία των γερμανικών αρχών, οι κοινωνικοί προσανατολισμοί των εργατικών δυνάμεων γίνονται σαφέστεροι, έστω και αν και δεν αποκτούν ποτέ προγραμματική μορφή. Αυτό έδωσε ώθηση σε μια άνευ προηγουμένου διεκδικητική κινητικότητα, εξασφαλίζοντας τη συμπόρευση και των παραδοσιακών μικροαστικών στρωμάτων της χώρας. 134 Οι απεργίες πολιτικοποιούνταν συνέχεια, και εντεινόταν η διεκδικητική τους δυναμική135 σε σημείο που οι Γερμανοί διαπίστωναν πλέον ότι μόνο η δράση του κατοχικού στρατού, των ειδικών σωμάτων της αστυνομίας και των Ταγμάτων Ασφαλείας μπορούσαν να περιορίσουν σε κάποιο μικρό βαθμό το απεργιακό πνεύμα.136

Οι τεράστιες συγκεντρώσεις στις πόλεις αντανακλούσαν απολύτως πιστά το πνεύμα και την κοινωνική πολυσυλλεκτικότητα του ΕΑΜ με υπομόχλιο το ΕΕΑΜ. Ιδίως σε σχέση με τις απεργίες και τις διαδηλώσεις στις 24 Φεβρουαρίου και 5 Μαρτίου 1943 που συντάραξαν την Αθήνα,137 ο ελληνικός λαός απέκτησε την πεποίθηση ότι ο μαζικός πολιτικός αγώνας μπορούσε να επιβάλει στους Γερμανούς ακόμη και ματαίωση της επιστράτευσης, επιτυχία πρωτόγνωρη για όλη της κατεχόμενη Ευρώπη.138Αλλά και για ζητήματα λιγότερο άμεσα και επιτακτικά, όπως η διαμαρτυρία κατά της τρομοκρατίας των Γερμανών, μετά την εκτέλεση 128 κομμουνιστών στο Κούρνοβο της Φθιώτιδας, στις 25 Ιουνίου 1943 στην Αθήνα,139 όσο και οι κινητοποιήσεις κατά του ενδεχομένου προσάρτησης της Μακεδονίας στη Βουλγαρία, στις 22 Ιουλίου 1943,140 όχι μόνο οδήγησαν σε συγκλονιστικές διαδηλώσεις αλλά και σε πάνδημες γενικές απεργίες που νέκρωσαν την Αθήνα και τον Πειραιά141 και προκάλεσαν συλλογική αντιστασιακή έγερση.142

Πέραν της ηγεμονίας στα πλαίσια της οργανωμένης εργατικής τάξης, το ΕΑΜ εξασφάλισε και την καθολική πλαισίωση πληθυσμών που ζούσαν στις παρυφές των πόλεων και είχαν συγκροτηθεί από πρόσφυγες της μικρασιατικής καταστροφής, αγροτικής προέλευσης εξαθλιωμένα στρώματα που αποβλήθηκαν από την ελληνική ύπαιθρο ως συνέπεια της μεσοπολεμικής αγροτικής πολιτικής, παραδοσιακοί μικροαστοί που εξαιτίας της κατοχής εξαθλιώθηκαν και διατηρούσαν απλά ορισμένες αναξιοποίητες ακίνητες περιουσίες.143 Ειδικά ως προς τους μικρασιάτες πρόσφυγες σχεδόν το σύνολο τους εντάχθηκαν στο ΕΑΜ. Όπως σημείωνε ο Ζαχαριάδης στο 7ο συνέδριο του ΚΚΕ, τον Οκτώβριο του 1945, οι συνοικισμοί σε όλη την Ελλάδα ήταν κάστρα της Λαϊκής Δημοκρατίας, πράγμα που δεν το αμφισβητούσαν ούτε οι αντίπαλοι του κόμματος.144

Η μικροαστική τάξη

Ίσως ένα από τα πιο έντονα χαρακτηριστικά του ΕΑΜ ήταν η προσοχή που επέδειξε να ενσωματώσει μικροαστικά στρώματα, αποφεύγοντας να ταυτιστεί με την εργατική τάξη. Δεδομένου ότι ένα μαζικό κίνημα στις πόλεις προϋπέθετε αυτήν ακριβώς την ενσωμάτωση, η στρατηγική μετατροπής των πόλεων σε «οχυρά του ΕΑΜ» απαιτούσε κοινωνικές συνεργασίες με δυνάμεις που ιστορικά δυσπιστούσαν στις συμμαχίες με την εργατική τάξη και φοβόντουσαν την εμπλοκή σε κοινά πολιτικά μέτωπα με αυτήν.

Ακριβώς για να παρακαμφθεί ο κίνδυνος απόκλισης, το Ε.ΕΑΜ υποαντιπροσωπευόταν τόσο στο γενικό εαμικό πρόγραμμα όσο και στα ίδια τα όργανα του ΕΑΜ, αφού και η ΚΕ του Ε.ΕΑΜ είχε μόνο έναν μόνιμο αντιπρόσωπο στην ΚΕ του ΕΑΜ. Ακόμα και μέσα στον ΕΛΑΣ επιδιώχθηκε η προσχώρηση μικροαστικών δυνάμεων. Είναι, για παράδειγμα, χαρακτηριστικό, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, ότι στον ΕΛΑΣ Θεσσαλίας, η σύνθεση των έφεδρων αξιωματικών ήταν κατά 30% περίπου εργάτες, κατά 18% αγρότες και κατά 25% φοιτητές αλλά και κατά 24% επαγγελματο-βιοτέχνες, υπάλληλοι και επιστήμονες. 145

Το κύριο, όμως, βάρος της προσπάθειας παραγωγής δεσμών με την μικροαστική τάξη έπεσε στον τομέα των σχέσεων με τις δυνάμεις της διανοητικής εργασίας. Δεδομένου ότι το πραγματικό περιεχόμενο των προβλημάτων αφορούσε στη συνολική διάσταση των ιδεολογικών και πολιτικών σχέσεων που καθορίζουν ένα κοινωνικό σχηματισμό, στις συνθήκες της Κατοχής επιχειρήθηκε να υπονομευθεί μέσα στην ίδια την αντιστασιακή πράξη η διάκριση χειρονακτικής και πνευματικής εργασίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πρώτη μαζική απεργία της Κατοχής, τον Απρίλιο του 1942 έγινε από τους κρατικούς υπαλλήλους.146

Πράγματι, η διανοητική εργασία, στις συνθήκες πολιτικής οργάνωσης του βουνού αποσυνδέθηκε πλήρως από τη διαδικασία αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας και αποστασιοποιήθηκε ακόμα και από το επίπεδο της παραδοσιακής πολιτικής συμβολοποίησης. Αντί οι διανοούμενοι του ΕΑΜ να διεκδικούν τη διάκρισή τους από τους χειρώνακτες, 147 προσπάθησαν να δημιουργήσουν όρους σύγκλισης με την κουλτούρα των απλών ανθρώπων, εξασφαλίζοντας παράλληλα τη διάχυση του πολιτισμού της πόλης στους αγροτικούς πληθυσμούς της Ελεύθερης Ελλάδας.148 Το βουνό μεταβλήθηκε ξαφνικά σε χώρο όπου το θέατρο και οι πολιτιστικές εκδηλώσεις αναδείχθηκαν σε κοινό κτήμα των ανθρώπων.149

Αλλά ακόμα και με το στρατό αλλά και τις ίδιες τις δυνάμεις καταστολής, η διεισδυτικότητα του ΕΑΜ έφτασε σε πρωτοφανές για τα δεδομένα της νοοτροπίας τους, επίπεδο Αν και η κατοχική κυβέρνηση προσπάθησε να τους συγκρατήσει από το να αποκτήσουν σχέσεις με την αντίσταση και εξακολουθούσε, καθόλη τη διάρκεια της Κατοχής, να δίνει στα σώματα ασφαλείας ένα ειδικό επίδομα, ο φόβος μιας πιθανής τιμωρίας αλλά και η τακτική του ΕΑΜ να τους προσκαλεί στις τάξεις του ώθησε μεγάλο τμήμα να προσχωρήσει σε αυτό ή να επιδείξει εσκεμμένη αδράνεια. Ειδικά οι χωροφύλακες άρχισαν να εγκαταλείπουν τις θέσεις τους και να προσχωρούν στον ΕΛΑΣ ή να φέρονται παθητικά, όταν οι αντάρτες επιχειρούσαν εναντίον φυλακών και αστυνομικών τμημάτων, απελευθερώνοντας στα μέσα του 1943 δεκάδες φυλακισμένους αντιστασιακούς. Μάλιστα, οι αστυνομικοί, το καλοκαίρι του 1943, προέβησαν και σε απεργία, την πρώτη στα χρονικά του σώματος.150 Στην ίδια λογική, ειδικά όταν στον ΕΛΑΣ προσχώρησε ο Στ. Σαράφης και ενσωματώθηκαν σε αυτόν οι Μπακιρτζής, Μάντακας, Οθωναίος, ο ΕΛΑΣ απέκτησε και έναν σημαντικό αριθμό αξιωματικών 151(στα τέλη του 1943 περιελάμβανε 600 περίπου μόνιμους αξιωματικούς, 1250 απόστρατους, και 2000 έφεδρους χαμηλού βαθμού, ήτοι περίπου το 31% των αξιωματικών που βρίσκονταν στην Ελλάδα.)152

Πάντως και η ευφυής τακτική, σε στρώματα που δεν αγαπούσαν τις συλλογικές διαδικασίες, να προσφερθούν οργανώσεις χωρίς ασφυκτικούς συγκεντρωτικούς περιορισμούς έπαιξε το ρόλο της. Έτσι, μετριάστηκε η κάθετη οργάνωση των εαμικών οργανώσεων και αποφεύχθηκαν οι αυστηρές οργανωτικές δομές που να προσιδιάζουν στη δομή αυστηρά συγκεντρωτικών πολιτικών κομμάτων. Άλλωστε, οι συνθήκες του αγώνα προϋπέθεταν ευελιξία και σε ορισμένες περιπτώσεις αυτονομία στη λήψη των αποφάσεων. Αλλά και μέσα στο ίδιο το ΚΚΕ είχε επικρατήσει η αντίληψη ότι ήταν αναγκαίο να μοιραστούν πρωτοβουλίες και να δοθεί ένας βαθμός οργανωτικής αυτονομίας στις οργανώσεις του ΕΑΜ για να απεμπλακεί το ΚΚΕ από τον φαύλο κύκλο των κατηγοριών ότι επιδίωκε την καταναγκαστική επιβολή των διαθέσεων του στις μάζες.153

Έτσι, οι Επιτροπές Πόλεων του ΕΑΜ διατηρούσαν σημαντικό ποσοστό αυτονομίας και εκλέγονταν με αντιπροσωπευτικές διαδικασίες. Κάθε τέτοια επιτροπή είχε την ευχέρεια και την εξουσία να υλοποιεί το πρόγραμμα του ΕΑΜ στην περιοχή της, ενώ κάτω από τις επιτροπές αυτές, για το Εργατικό ιδίως ΕΑΜ, υπήρχαν αντίστοιχα εκλεγμένες οργανώσεις, διανεμημένες κατά τόπους δουλειάς (κλαδικές επιτροπές). Το ίδιο το ΕΕΑΜ ήταν οργανωμένο όπως μια τυπική συνδικαλιστική οργάνωση σε ομαλές συνθήκες. Μάλιστα, σταδιακά ιδρυόταν πανελλήνιες εαμικές επαγγελματικές ομοσπονδίες, υποκαθιστώντας πλήρως την ΓΣΕΕ.154

Να σημειωθεί ότι και το ίδιο το ΚΚΕ υπέστη αλλαγές στην οργάνωσή του που προσέφεραν αθρόες προσχωρήσεις. Χαλάρωσε η πειθαρχία, περιορίστηκαν οι αυστηροί κανόνες συνωμοτισμού καθώς και οι ασφυκτικές υποχρεώσεις των μελών το προηγούμενο διάστημα. Βεβαίως, δεδομένου ότι τα απλά μέλη δεν θα είχαν την πείρα και την ευχέρεια να εμπλέκονται σε διαδικασίες συνεχών αποφασιστικών συνελεύσεων θα έδιναν τα ηνία, με βάση τα κομματικά κείμενα, στους παλιούς πεπειραμένους πυρήνες χωρίς όμως να αφαιρείται και η δυνατότητα να ασκούν άμεσες πολιτικές και τα απλά μέλη.

Ένα κόμμα διαλυμένο στα 1940 εξαιτίας των πληγμάτων της μεταξικής δικτατορίας κατόρθωσε, μέσα σε ένα χρόνο να ανασυγκροτηθεί ραγδαία, απέκτησε εκατοντάδες χιλιάδες μέλη και καθοδηγούσε το σύνολο του αντιστασιακού κινήματος της χώρας.155 Το Δεκέμβριο του 1942 τα μέλη έχουν γίνει 15.000 από λίγες εκατοντάδες το 1940156 ενώ το 1943 περίπου τετραπλασιάζονται. Τον Ιανουάριο του 1944, στη 10 Ολομέλεια, το κόμμα δεκαπλασιάζει τα μέλη του157 και όπως αναφέρει στην εισήγησή του ο Γ. Ζεύγος μετατρέπεται στο μεγαλύτερο οργανισμό της χώρας με εκατοντάδες χιλιάδες ενεργά μέλη, συγκροτώντας ένα πρωτόγνωρο φαινόμενο για την ιστορία της χώρας που δεν είχε τότε μαζικά κόμματα.158 Τα αριθμητικά, μάλιστα, δεδομένα την περίοδο της απελευθέρωσης και λίγο πριν τα Δεκεμβριανά πιθανόν να υπερέβαιναν και τα 300.000 μέλη, γεγονός που γέννησε και νέες απαιτήσεις για απομαζικοποίηση του κόμματος αφού έχασε την εργατική του αναφορά.159

Το, επίσης, αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι η μαζικοποίηση αυτή συνοδεύεται από ραγδαία μεταβολή στην κοινωνική σύνθεση του κόμματος αφού ενώ το 1942 το 70% των μελών είναι εργάτες, τουλάχιστον στην Αθήνα, τον Ιανουάριο του 1944 τα εργατικής προέλευσης μέλη είναι τα μισά του συνόλου, σύμφωνα με την εκτίμηση του ίδιου του ΠΓ. Στην οργάνωση Αθήνας και ιδίως στην επιτροπή πόλης ήταν εργάτες το 50,5% των μελών στο γραφείο της Επιτροπής, το 60% στο σύνολο της Επιτροπής, ενώ στις «αχτίδες» (ομάδα οργανώσεων βάσης), το ποσοστό ήταν 42,5%. Στις αντιπροσωπίες των αχτιδικών συνδιασκέψεων της οργάνωσης της Αθήνας το 45% ήταν εργάτες ενώ μόνο το 37% ήταν εργατικής προέλευσης στελέχη αντιπρόσωποι για την συνδιάσκεψη της Αθήνας.160

Τις αναμφισβήτητες αυτές μεταβολές στα πλαίσια των κοινωνικών αναφορών του ΚΚΕ κατά τη διάρκεια της Κατοχής ήρθε να επικυρώσει η ίδια η ηγεσία του κόμματος στα 1943, όταν το ΚΚΕ μετατρέπεται σε κόμμα όλου του λαού από κόμμα της εργατικής τάξης και αποκτά ένα πρόγραμμα, αυτό της «Λαϊκής Δημοκρατίας» που ως προς τις κοινωνικές του στοχεύσεις ανακλά ένα πνεύμα κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, με δεσπόζουσα αναφορά τις μικροαστικές θέσεις ενός τυπικού σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος. Το πρόγραμμα αυτό, ευθέως συνδεδεμένο με το πρότυπο οργάνωσης της εαμικής συμμαχίας, στην ουσία επιζητούσε έναν αντίστοιχο της δομής του ΕΑΜ κομματικού φορέα, αυτόν του ομόσπονδου πολιτικού σχήματος της Λαϊκής Δημοκρατίας με συμμετοχή και μικρότερων κομμάτων και οργανώσεων που ενστερνίζονταν το πρόγραμμα αυτό.161 Ο σχηματισμός αυτός θα ήταν με σαφήνεια προσανατολισμένος στην ομαλή κοινοβουλευτική εξέλιξη. Πρέπει γενικά να σημειωθεί ότι αυτή η μαζικοποίηση του κόμματος επιταχύνθηκε μετά τη διάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς.162

Για τους ίδιους λόγους η εκπροσώπηση των μικροαστικών και μεσοαστικών στρωμάτων είχε ειδικό βάρος στο κατοχικό στο πρόγραμμα του ΚΚΕ. Το πρόγραμμα αυτό υποσχόταν βελτίωση στα ελάχιστα ποσοστά του κέρδους του μικρού κεφαλαίου,, θα περιόριζε τις αδηφάγες πρακτικές της ελληνικής ολιγαρχίας και θα μείωνε τις κρατικές φορολογίες, επιβάλλοντας και ένα ορθολογικό εμπορικό ενοικιοστάσιο που θα εξασφάλιζε την επιβίωση τους.163

Είναι εντυπωσιακό ότι παρότι από τα τέλη του 1943 έγιναν αρκετές κινήσεις οργανωτικής ανασύνταξης και καταγγέλθηκε έμμεσα η μικροαστικοποίηση του κόμματος, πράγμα που αποτυπώθηκαν σε σειρά άρθρων στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση,164 η διαδικασία της μαζικής εισόδου μικροαστών στο κόμμα συνεχίστηκε. Μάλιστα, μετά την 10 Ολομέλεια του Ιανουαρίου του 1944 ενεγράφησαν στο κόμμα άλλες 50.000 νέα μέλη και ο συνολικός αριθμός έφτασε τον Μάη στις 250.000.165

Αλλά και μια σειρά κοινωνικών μερίδων, στρώματα, ενδιάμεσες κατηγορίες και διαταξικά σύνολα μετείχαν στην εν γένει αντιστασιακή προσπάθεια. Διαμορφώνοντας πρωτόγνωρες εμπειρίες κοινωνικής οργάνωσης, μετέχοντας στο δίκτυο των εκατοντάδων λαϊκών οργανώσεων που συγκροτούνται σε όλη την επικράτεια,166 κοινωνικές δυνάμεις απρόσφορες σε τέτοιες διαδικασίες έπαιξαν και αυτές καθοριστικό ρόλο. 167

Ενδεικτικά, στην Εθνική Αλληλεγγύη το 60% περίπου των κατά τόπους κληρικών ήταν μέλη της. 168 Μάλιστα, στην Γ΄ Ολομέλεια της Κεντρικής της Επιτροπής επίτιμος πρόεδρος της εκλέχτηκε ο μητροπολίτης Κοζάνης Ιωακείμ. 169 Στη νεολαία με βάση τις εκθέσεις κομματικών στελεχών, κατά τη διάρκεια της Κατοχής το ποσοστό συμμετοχής νέων (μέχρι 24 ετών) στις ανταρτικές οργανώσεις κυμαίνονταν από 45 μέχρι 60%.170 Το ποσοστό αυτό ανέβαινε μέχρι και το 75%, αν το όριο ηλικίας έφτανε μέχρι και τα 30 χρόνια.171 Με υποδειγματική συγκρότηση, οι ανταρτο-επονίτες δίπλα στον ΕΛΑΣ ήταν περίπου οι 35.000. Να σημειωθεί ότι με βάση τους υπολογισμούς, την περίοδο από τον Μάρτιο του 1944 έως την απελευθέρωση, περίοδο ιδιαίτερης μαζικοποίησης της ΕΠΟΝ, το ποσοστό των νέων που είχαν οργανωθεί αφορούσε σε επίπεδα του 70 και 80% για της Θεσσαλία, την Κεντρική και Δυτική Μακεδονία.172Αξιοσημείωτο είναι ότι στις επονίτικες οργανώσεις εντάσσεται η συντριπτική πλειοψηφία των μορφωμένων νέων (μαθητές, απόφοιτοι Γυμνασίου, φοιτητές), η περιώνυμη «Σπουδάζουσα».173 Αλλά σημασία είχε και η ενεργοποίηση παιδιών ηλικίας μέχρι 14 ετών, τα «αετόπουλα και οι «γερακίνες», τον αριθμό των οποίων το ΕΑΜ αυτάρεσκα ανέβαζε στις 200.000, αφού μέσα από την ενεργοποίησή τους στην οργάνωση συσσιτίων, τον αγώνα να ανοίξουν τα σχολεία αλλά και να ματαιωθεί η επιστράτευση διαμόρφωσαν αισθήματα συλλογικότητας και κοινωνικής αλληλεγγύης πρωτόγνωρα για τις ηλικίες αυτές.174

Αλλά και στις γυναίκες, αυτές αποτελούσαν το 45% περίπου των εαμικών οργανώσεων με πρωταρχικό ρόλο στην Εθνική Αλληλεγγύη και την ΕΠΟΝ,175 αλλά και στην υποστήριξη των ενόπλων τμημάτων του ΕΛΑΣ, είτε με την μορφή του εφοδιασμού είτε με αυτήν της ιατροφαρμακευτικής αρωγής. Ένας αρκετά μεγάλος αριθμός συμμετείχε και στα καθεαυτό ένοπλα σώματα ως αντάρτισσες και αξιωματικοί.176 Υπήρχαν άλλωστε και τμήματα γυναικών, ακόμη και έφιππη γυναικεία ομάδα στην περιοχή των Τρικάλων.177 Εκτός όμως από τις ένοπλες αντιστασιακές οργανώσεις ένα εξαιρετικά μεγάλο ποσοστό γυναικών δραστηριοποιούνταν στις μαζικές οργανώσεις της πόλης, 178 βοηθούσαν στις μάχες της σοδειάς, διακινούσαν τον παράνομο Τύπο, ενεργοποιούνταν σε επιστημονικές οργανώσεις.179

Τα συνολικά μεγέθη

Τον Απρίλιο του 1944 οργανώθηκαν σε όλη την Ελλάδα εκλογές για την ανάδειξη Εθνικού Συμβουλίου στα πλαίσια της ΠΕΕΑ. Δεν συμμετείχαν οι περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης υπό βουλγαρικό έλεγχο, όπως και η Κρήτη και τα νησιά που δεν κατέστη δυνατό να οργανωθεί ο εκλογικός μηχανισμός. Στην Αθήνα με βάση τα στοιχεία του ΕΑΜ ψήφισαν 360.000 άτομα και στον Πειραιά 75.000, στην μεν Αθήνα τρεις φορές περισσότεροι από ότι στις εκλογές του 1936, στον Πειραιά 25.000 περισσότεροι.180 Εκλέχθηκαν 180 Εθνοσύμβουλοι, στους οποίους προστέθηκαν και 22 βουλευτές της βουλής του 1936, τιμής ένεκεν.181

Χωρίς να μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς ο αριθμός των ψηφοφόρων, που υπολογιζόταν από τις πηγές του ΕΑΜ ότι υπερέβαινε το 1.000.000,182 ήταν προφανές ότι στη διαδικασία μετείχαν πολλοί περισσότεροι από τους 1.200.000 εκλογείς του 1936. Βεβαίως η αύξηση αυτή εξηγείται κυρίως εξαιτίας του γεγονότος ότι δόθηκε δικαίωμα ψήφου και στους νέους από 18 ετών αλλά και στις γυναίκες που φυσικά δεν ψήφισαν στις εκλογές του 1936. Ωστόσο, το γεγονός ότι οι εκλογές αυτές διεξήχθησαν για τις μεγάλες πόλεις υπό τη γερμανική κατοχή και άρα χωρίς την τυπική ελευθερία πρόσβασης στις κάλπες,183 διατηρεί με το παραπάνω τον αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα τους.184

Το ενδεικτικό στοιχείο αυτών των εκλογών ήταν ότι κατέδειξε τον χαρακτήρα της εαμικής συμμαχίας από την άποψη της κοινωνικής της βάσης. Στο Εθνικό Συμβούλιο εκλέχτηκαν εργάτες μόνο κατά 12,8% και αγρότες κατά το ίδιο περίπου ποσοστό ενώ το υπόλοιπο 75% ήταν μικροαστικής προέλευσης αλλά και με ποσοστά της τάξης του 15% επαγγελματίες και βιομήχανοι. Το μεγαλύτερο ποσοστό αποτελούνταν από δημοσίους υπαλλήλους, δικηγόρους και γιατρούς, δικαστές και εκπαιδευτικούς, καθηγητές πανεπιστημίου αλλά και δε σημαντικό ποσοστό από στρατιωτικούς και κληρικούς.185 Αλλά ακόμα και σε επίπεδο πολιτικής σύνθεσης μετείχε και ένας μη ευκαταφρόνητος αριθμός υποψηφίων που δεν ανήκαν καν στο ΕΑΜ.186

Αν και τα διαθέσιμα στοιχεία δεν συνιστούν μια αναλυτική πηγή αναφορικά με τον προσδιορισμό του αριθμητικού εύρους των μελών του ΕΑΜ, η συνολική δύναμη όσων μετείχαν στις εαμικές οργανώσεις κατά τη διάρκεια της κατοχής, υπερέβαινε, σύμφωνα και με τις υπάρχουσες εκτιμήσεις, τα 1.500.000 μέλη.187 Το ίδιο το ΚΚΕ εκτιμούσε ότι τα οργανωμένα μέλη του ΕΑΜ στις αρχές του 1944 μόνο στη Μακεδονία ξεπερνούσαν τους 45.0000. Σύμφωνα μάλιστα με την Α΄ Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΕΑΜ που συγκλήθηκε στο Νεοχώρι Ευρυτανίας, την 1η Σεπτεμβρίου 1944, το ίδιο το ΕΑΜ υπολόγιζε τα μέλη του σε πάνω από 1.500.000, εκ των οποίων περίπου 700.000 ανήκαν στις νεανικές οργανώσεις ΕΠΟΝ και Αετόπουλα. Να σημειωθεί ότι από στα στοιχεία δεν περιλαμβάνονταν τα νησιά του Αιγαίου και η Κρήτη, όπως και η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. 188

Από το σύνολο αυτό 250.000 περίπου κατανέμονταν στην Αθήνα και τον Πειραιά,189 ήτοι το 16% του πληθυσμού, 300.000 στην Πελοπόννησο, ήτοι το 19,7%, 450000 στη Μακεδονία, περίπου το 30%, 280000 στην Θεσσαλία, το 19%, 70000 στην Ήπειρο, το 5% και 170000 στη Στερεά και την Εύβοια, ήτοι το 11,2 %190. Ο ΕΛΑΣ, τακτικός και εφεδρικός, αριθμούσε περίπου 120.000 μέλη191

Είναι επίσης εξαιρετικά δύσκολο να προσδιοριστεί ο αριθμός των μελών της Εθνικής Αλληλεγγύης, της οργάνωσης αλληλοβοήθειας του ΕΑΜ, τα μέλη της οποίας ενδεχομένως να υπερέβαιναν κατά το ένα τρίτο το σύνολο των μελών των εαμικών οργανώσεων.192 Με κύριο έργο την κοινωνική πρόνοια έναντι των καθημαγμένων από τον πόλεμο πληθυσμών περιελάμβανε και μέλη που δεν ήταν άμεσα οργανωμένα στο ΕΑΜ, με ποσοστά που αφορούσαν στο 70-80% των πληθυσμών των περιοχών που η Εθνική Αλληλεγγύη ασκούσε έργο.

Σύμφωνα με την απογραφή του 1940 ο πληθυσμός της χώρας ήταν 7.344860. Με βάση το γεγονός ότι οι απώλειες λόγω του πολέμου και της πείνας κατά τη διάρκεια της κατοχής έφταναν περίπου τις 500.000, ο πραγματικός πληθυσμός της χώρας άνω των 10 ετών (με δεδομένο ότι τα άτομα ηλικίας 0-9 ετών συνήθως αντιπροσωπεύουν το 20% του συνολικού πληθυσμού), ήταν γύρω στα 5.500.000 άτομα. Στο σύνολο αυτό τα ενταγμένα μέλη στις εαμικές οργανώσεις πρέπει να αφορούσαν περίπου στο 25-30% του συνόλου του πληθυσμού.193

1 Τον χαρακτηρισμό απέδωσε στην Αντίσταση ένα στέλεχος της και Γραμματέας του ΕΑΜ στην Κατοχή, ο Θ. Χατζής στο βιβλίο του «Η Νικηφόρα Επανάσταση που Χάθηκε», τομ. Α-Δ, Αθήνα 1977-79.

2 Όταν συνθηκολόγησαν οι Ιταλοί, οι Γερμανοί μεταφέρουν εκτός Ελλάδας 5.500 αξιωματικούς και 135.000 άντρες, Χ. Φλάισερ, Στέμμα και Σβάστικα, Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης, τομ. 2, Αθήνα 1995, σ. 173

3 Δεν ήταν ίδιες οι γερμανικές δυνάμεις σε όλη τη διάρκεια της κατοχής. Μια απόπειρα υπολογισμού τους-που ανέρχονται σε 300.000 και κατάλογος των μονάδων στο. Μ. Γλέζος, Εθνική Αντίσταση,1940-1945, τομ. Α, Αθήνα 2010, σ. 222.

4 Βλ και. Δ. Σαραντάκος «Τα σχέδια διαμελισμού της Ελλάδας από τους κατακτητές και η ματαίωση τους από την Εθνική Αντίσταση», Ανάλεκτα Κοινωνικής Ιστορίας , τομ. 1, 2010, σ. 38-58.

5 Τ. Κωστόπουλος, Η Αυτολογοκριμένη Μνήμη, Αθήνα 2005, σ. 15-48.

6 Να σημειωθεί ότι οι αιτιάσεις εναντίον του προεχρόταν ακόμα και από το Κάιρο, Αρχείο Ζέρβα, έγγραφο 2, Επικοινωνία με Κάιρο, 12 Δεκεμβρίου 1943, ΑΣΚΙ και Ν. Ζέρβας, «Ο Μισθοφόρος», (παρουσίαση-σχολιασμός Λ. Αποστόλου) Αθήνα 2005, σ. 303-393.

7 Σαν αποτέλεσμα είχε την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου, στις 25-26 Νοεμβρίου 1942..

8 P. Papastratis, British Foreign Policy towards Greece during the Second World War, 1941-1944, London 1984, σ. 136-137.

9 FO 371/43688/R9897, Report on Observations in Greece by Major T. Barnes, 3 Ιουνίου 1944.

10 Μια από τις συνέπειες τις επιτυχίας του σχεδίου ήταν, όπως με πικρία διαπίστωναν οι Βρετανοί, να αυτονομηθεί ο ΕΛΑΣ επιχειρησιακά από τη Μέση Ανατολή, C. Woodhouse to C.M. Keble, Recent crisis in Free Greece, Περτούλι, 19 Οκτωβρίου 1943 στο British Reports on Greece 1943-1944, (ed. L. Baerentzen), Documents in Modern History 1, Copenhagen 1982, σ. 56.

11 P. Papastratis, οπ. σ. 143.

12 FO 371/43676/R 1142, Talbot-Rice to Howard, 21 Ιανουαρίου 1944

13 C. Woodhouse, Situation in Greece, Jan to May 1944, Reports, ο.π. σ. 75.

14 Report of Lt-Col. J. M. Stevens on the Present Conditions in Central Greece, ο.π σ. 2-3.

15 T. Judt, Postwar, A History of Europe since 1945, London 2007, σ. 39.

16 Την περίοδο της προσπάθειας των Γερμανών για υποχρεωτική επιστράτευση των Ελλήνων, τον Μάρτιο του 1943, λόγω των τεράστιων διαδηλώσεων και κινητοποιήσεων στην Ελλάδα οι Γερμανοί κατόρθωσαν να κατατάξουν μόνο 2653 εργάτες και μόνο 2029 στο πρώτο μισό του 1944 παρά τις απαγωγές ανθρώπων στα μπλόκα που διεξήγαγαν. L. J Hondros, Occupation and Resistance, The Greek Agony 1941-1944, New York 1983, σ. 67-78

17 Μια σειρά από τέτοιες μάχες παρουσιάζει το βιβλίο του Β. Βαρδινογιάννη, Οι 100 μάχες της εθνικής Αντίσταση, Χαρτογρααφημένες, Αθήνα 2011.

18 Είναι χαρακτηριστικό ότι την εποχή λιμοκτονίας των Ελλήνων το χειμώνα του 1941-42 οι Γερμανοί επιτελείς στο Βερολίνο ζητούσαν να αποσταλούν από τα ελληνικά νησιά μεγάλες ποσότητες βρώσιμου λαδιού και χαμηλής οξύτητας ελαιολάδου για τον εφοδιασμό του γερμανικού λαού πληθυσμού με λίπη! Έκθεση ιλάρχου Χ. Κοχ, 14 Φεβρουαρίου 1942, ΚΚΑ Πότνταμ, αρ. φιλμ 8290, Ντοκουμέντα από τα Γερμανικά Αρχεία, (έρευνα-παρουσίαση Μ. Ζεκεντρορφ), Αθήνα 1991, σ. 120.

19 Έκθεση του αντισυνταγματάρχη Ε. Λάμπερτ, Μάρτιος 1943, ΚΚΑ, Πότσνταμ, 43107 και Τηλεγράφημα Γκ. Αλντεμπουργκ προς Βερολίνο, 22 Ιουνίου 1943, ΚΚΑ Πότσνταμ, υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 68611, φυλ. 62, ο.π. σ. 172-172.

20 Σημείωση Επιτελείου Εφοδιασμού και Οικονομίας, 11 Οκτωβρίου 1943, ΚΚΑ, Πότσνταμ, αρ. φιλμ 43171, ο.π, σ. 205,

21 Μόνο σε σχέση με το λάδι οι Γερμανοί δέσμευαν τα 2/3 της παραγωγής και τα εξήγαγαν στη Γερμανία μέσω μιας εταιρίας με την επωνυμία «Εταιρία Αιγαίου» με έδρα την Αθήνα και αποθήκες στον Πειραιά, Η. Χαϊδεμένου, Ο Γολγοθάς ενός Λαού, Αθήνα 1980, σ. 34-35.

22 Γ. Ανδρικόπουλος, Κρίσιμη Χρονιά, τομ. Α., Αθήνα 1974, σ. 128.

23 Χ. Φλάισερ, «Επαφές Γερμανικών Αρχών κατοχής και των κυριοτέρων οργανώσεων της Ελληνικής Αντίστασης, Ελιγμός ή συνεργασία» στο Η Ελλάδα στη Δεκαετία 1940-1950, Ένα Έθνος σε κρίση, Αθήνα 1984, σ. 100-109.

24 Φαινόμενα Τρομοκρατίας-Ο ελληνικός νεοφασισμός μέσα από τα απόρρητα έγγραφα των μυστικών υπηρεσιών, Αθήνα 2003, σ. 295.

25 Βλ. Στ. Παπαγιάννης, Εθνικός Αγροτικός Σύνδεσμος Αντικομουνιστικής Δράσης. Τα Τάγματα Ασφαλείας της Θεσσαλίας, Αθήνα 2007, passim.

26 Π. Δημητράκης, Οι Γερμανικές Μυστικές Υπηρεσίες στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου και της Κατοχής, Αθήνα 2009, σ. 119.

27 Οι ίδιοι οι ανώτεροι του απορούσαν με τη στάση του και ζητούσαν να μην δημοσιοποιηθεί το θέμα, FO 371/37207/R 11604, FO to Leeper, 20 Noembr;ioy 1943.

28 Π. Ρούσος, Η Μεγάλη Πενταετία, τομ. Α, Αθήνα 1982, σ. 509.

29 FO 371/37207, R 12298, Pearson προς P. J, Dixon, 22 Νοεμβρίου 1943 και FO 371/37207,R 12215, SOE to Dixon, 19 Νοεμβρίου 1943 και Χ Φλάισερ, Στέμμα και Σβάστικα, τομ. 2, ο.π σ. 370.

30 FO 371/43694 R 16506, Boxhall to Laskey, 13 Οκτωβρίου 1944.

31 Π. Ενεπεκίδης, Η Ελληνική Αντίστασις 1941-1944 όπως; Αποκαλύπτεται από τα μυστικά αρχεία της Βέρμαχτ εις της Ελλάδα, Αθήνα 1964, σ. 257.

32 Χ. Φλάισερ, «Νέα στοιχεία για τη σχέση γερμανικών αρχών κατοχής και Ταγμάτων Ασφαλείας», Μνήμων, τομ. 8, 1980-1982, σ. 193-199.

33 M. Mazower, Inside Hitler;s Greece, The Experience of Occupation, 1941-1944, New Haven and London, 1995, σ. 219-220.

34Γ. Κουκουλές, «Η περίπτωση του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος 1936-1948» στο Χ. Φλάισερ (επιμ) , Η Ελλάδα 36-49, Από τη Δικτατορία στον Εμφύλιο, Αθήνα 2004, σ. 272-299.

35 Δελτία πληροφοριών Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου 1943, Αρχείο Ηρ. Πετιμεζά, Κ163, ΓΑΚ.

36 P.Papastratis, ο.π. σ. 213

37 Αναφορά GFP για την επιχείρηση Ιπποπόταμος, 21 Φεβρουαρίου 1944, στο Π. Ενεπεκίδης, ο.π, σ. 137-138. οπ. σ. 137-138.

38 Έκθεση του Γενικού Στρατιωτικού Διοικητή Νοτιοανατολικής Ευρώπης προς Βερολίνο, 9 Απριλίου 1943 και 15 Νοεμβρίου 1943, στο Β. Μαθιόπουλος, Η Ελληνική αντίσταση και οι «Σύμμαχοι», Αθήνα 1977, σ. 385, 406..

39 Τηλεγράφημα Γκ. Αλτενμπουργκ 9 Απριλίοου 1943, ΚΚΑ, Πότσδαμ, αρ. φιλμ 5422, στο Ντοκουμέντα από τα Γερμανικά Αρχεία, ο.π. σ. 174

40 Οι Γερμανικές πηγές δεν έδιναν στοιχεία για τις απώλειές τους. Με βάση έναν υπολογισμό του Γ. Μαργαρίτη πιθανόν οι νεκροί Γερμανοί εξαιτίας των επιχειρήσεων του ΕΛΑΣ φτάνουν τους 4.000 χωρίς φυσικά στον αριθμό αυτό να υπολογίζονται τραυματίες αλλά και θύματα του ιταλικού στρατού, Γ. Μαργαρίτης, «Η Εθνική Αντίσταση», στο Ιστορία των Ελλήνων, Η Ελλάδα στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, 1940-1944, τομ. 16, Αθήνα, σ. 519-520.

41 C. Woodhouse, Situation in Greece, Jan to May 1944, Reports, ο.π. σ. 77.

42 Γενικός Στρατιωτικός διοικητής Νοτιοανατολικής Ευρώπης, Αρχηγείο Ομάδας στρατιών Ε, αρ. 2830/44, Δελτίο Πληροφοριών, Ανώτατο Αρχηγείο, 29 Φεβρουαρίου 1944 στο Οι Ναζί για την Εθνική Αντίσταση στην Ελλάδα, ΕΔΙΑ, χ.χ. σ. 16.

43 Ένας ενδεικτικός κατάλογος των μαζικών εκτελέσεων των Γερμανών και των Ταγμάτων Ασφαλείας μόνο την περίοδο Απρίλιος-Ιούνιος 1944 στο Γ. Μαργαρίτης, «Η Εθνική Αντίσταση», ο.π. σ. 492-493.

44 Β. Μαθιόπουλος, ο.π, σ. 285-286.

45 Δελτίο Πληροφοριών για τις κινήσεις του εχθρού, Ic Απόρρητο 22 Ιουλίου 1944 στο Οι Ναζί για την Εθνική Αντίσταση στην Ελλάδα, Αθήνα. χ.χ, σ. 68-76.

46 Π. Δημητράκης, οπ. σ. 137.

47 Χίτλερ προς Μαξ. Φον Βάικς, 26 Αυγούστου 1944, ΜΑ WF 10/2.971, στο Ντοκουμέντα από τα Γερμανικά Αρχεία, οπ. σ. 241-242.

48 E. Eberhard, «Γερμανοί αντιφασίστες στις τάξεις του ΕΛΑΣ» στο Ιστορία της Ελλάδας του 20 αιώνα, Β, Παγκόσμιος Πόλεμος 1940-1945, Κατοχή-Αντίσταση, τομ. Γ2, Αθήνα 2007, σ. 69-77

49 Έκθεση του υποστράτηγου Ε. Σμιτ-Ρίχμπεργκ προς Στρατιωτικό Διοικητή Ν.Α Ευρώπης, Ιούλιος-Αύγουστος 1944, ΚΚΑ Πότσαμ αρ. φιλ. 18.454, στο Ντοκουμέντα από τα Γερμανικά Αρχεία, ο.π, σ. 248.

50 Από την επίσημη στατιστική που δημοσίευσε το Εθνικό ελληνικό Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου εμφανίζεται ότι 38.690 πολίτες εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς, εκ των οποίων 2.650 στην Αθήνα και τον Πειραιά, οι Ιταλοί εκτέλεσαν 1830 ομήρους και οι Βούλγαροι δολοφόνησαν γύρω στους 35.000. Βλ. και Β. Μαθιόπουλος, οπ. σ. 319-320.

51 FO 371/43691 R 13434, Boxhall to laskey, 18 Αυγούστου 1944.

52 FO 371/43693, R 16220, Minute ( Laskey), 13 Οκτωβρίου 1944.

53 R. Hampe, Η Διάσωση της Αθήνας τον Οκτώβριο του 1944, Αθήνα 1994, σ. 35, 51, 62, 128-130.

54 FO 371/43694, R 16803, Boxshall to Laskey, 15 Οκτωβρίου 1944. Για τη Μάχη της Ηλεκτρικής και Ριζοσπάστης 13 Οκτωβρίου 2000.

55 Χ. Σταμάτης, Ιστορία της Αστυνομίας Πόλεων, Αθήνα 1971, σ. 302-303.

56 Γ. Δημητράκος, Απολογισμός και Απολογία από του φοβερού Βήματος, Αθήνα 1991, σ. 65.

57 Δ. Γληνός, Τι είναι και τι θέλει το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, Αθήνα 1944, σ. 31-32.

58 Ο.π.. σ. 29-30.

59 Γ. Θεοτοκάς, Τετράδια Ημερολογίου 1939-1953, Αθήνα, 277, σ. 117.

60 Όπως ο ίδιος ο J. Goebbels στο σημείωνε στο ημερολόγιο του, το Φεβρουάριο του 1942, δεν κινδύνευε μια δύναμη Κατοχής από ανθρώπους που έχουν ως βασική τους επιδίωξη την επιβίωση, οι οποίοι δεν έχουν χρόνο για επαναστάσεις, Στο M. Mazower, ο.π, σ. 89.

61 Φ. Σκούρας, Α. Χατζηδήμος κ.α, Η Ψυχοπαθολογία της Πείνας του Φόβου και του Άγχους, Αθήνα 1947, σ. 260 κε.

62 Α. Καστρινάκη, Η Λογοτεχνία στην Ταραγμένη δεκαετία 1940-1950, Αθήνα, χ.χ σ.33-39.

63 Για αυτό, ιδίως από τον Οκτώβριο του 1942 βλ. Χ. Φλάισερ, τομ. Α, οπ. σ. 327-333.

64 Χ. Χρηστίδης, Χρόνια Κατοχής, Αθήνα 1971, σ. 22.

65 Α. Μαζαράκης-Αινιάν, Απομνημονεύματα, Αθήνα 1948, σ. 622-25.

66 Για το Σοφούλη πηγές της εξόριστης κυβέρνησης στη Μέση Ανατολή ανέφεραν ότι σπάνια έβγαινε από το σπίτι του ΓΑΚ, Αρχείο Τσουδερού, ΓΑ-Στ-2 (73), Έκθεση Α. Κύρου.

67 Βλ. και D. Eichholtz, «Οικονομική Πολιτική των γερμανικών δυνάμεων Κατοχής στην Ελλάδα» στο Φλάισερ και Σβορώνος (επιμ), Η Ελλάδα 1936-1944, Αθήνα 1989, σ. 225-227.

68 Βλ. Στ. Θωμαδάκης, «Μαύρη αγορά, πληθωρισμός και βία στην οικονομία της κατεχόμενης Ελλάδας», στο Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950: Ένα έθνος σε κρίση, Αθήνα 2006, σ. 117-144.

69 Πανελλήνια Ομοσπονδία Πωλησάντων τα ακίνητα τους επί Κατοχής, Έκθεση Αθήνα 1946 και «Υπόμνημα περί ακυρώσεως των αγοραπωλησιών ακινήτων επί κατοχής», Αθήνα, Αύγουστος, 1946.

70 Μ. Λυμπεράτος, Στα Πρόθυρα του Εμφυλίου Πολέμου, Από Τα δεκεμβριανά στις Εκλογές του 1946, Αθήνα 2006, σ. 195-206.

71 Ε. Τσουδερός, Ο επισιτισμός κατά την Κατοχή, Αθήνα 1948, σ. 18-19.

72 Αρχείο Τσαλδάρη, φ 7, υποφ1, Φως στο Ζήτημα των Οικονομικών Δοσιλόγων, Σεπτέμβριος 1945, ίδρυμα Κ. Καραμανλής.

73 M. Mazower, οπ. σ. 64.

74 Π. Δημητράκης, οπ. σ. 157.

75 Λ. Αποστόλου, Η παρωδία της Δίκης των Δωσιλόγων, Αθήνα 1945, σ. 17-19,.

76 T. Judt, οπ. σ. 39.

77 Στο βιβλίο του «Αριστερισμός, Παιδική αρρώστα του Κομμουνισμού» που γράφηκε για το ΙΙ Συνέδριο της Κομιτέρν στα 1920, του οποίου τη στοιχειοθέτηση και την έκδοση παρακολούθησε ο ίδιος ο Λένιν ώστε να προφτάσει να εκδοθεί πριν το Συνέδριο, 0ο Λένιν γράφει: «γιατί δεν είναι δυνατόν οι Γερμανοί αριστεροί να μην ξέρουν πως όλη η ιστορία του μπολσεβικισμού, και πριν και ύστερα από την επανάσταση του Οκτώβρη είναι γεμάτη από περιπτώσεις ελιγμών, συμφωνιών, συμβιβασμών με άλλα κόμματα, χωρίς να εξαιρούνται και τα αστικά κόμματα» και αλλού «να παίρνεις υπόψη όλες τις δυνάμεις, τις ομάδες, τα κόμματα, τις τάξεις, τις μάζες που δρουν σε μια δοσμένη χώρα και όχι να καθορίζεις την πολιτική σου με βάση μονάχα της επιθυμίες και τις αντιλήψεις, το βαθμό συνειδητότητας και της διάθεσης για αγώνα μιας μόνο ομάδας ή ενός κόμματος». Β. Ι Λένιν, Ο Αριστερισμός, Παιδική Αρρώστια του Κομμουνισμού, Αθήνα, μετάφραση Γ. Νικολαϊδης, σ. 92 και 197.

78 Δ. Γληνός, οπ. σ. 26.

79 Για τα αντίποινα αυτά, Χ. Φλάισερ, «Αντίποινα των γερμανικών δυνάμεων Κατοχής, στην Ελλάδα 1941-1944», Μνήμων, τομ. 7, 1978-1979, σ. 182-187.

80Έκθεση Cap. M. Ward, FO 371/43676, R 1149.

81 Να σημειωθεί ότι αντιμετώπιζε και το γεγονός τα αντίποινα να είχαν δημιουργήσει και φαινόμενα κατάρρευσης της πειθαρχίας μέσα στις γερμανικές μονάδες, αποθεώνοντας τις πράξεις ανεξέλεγκτης αντεκδίκησης, Μεγάλο τμήμα των ανδρών αυτών, επωφελούμενο από τις διαταγές των ανωτέρων τους λεηλατούσαν και φόνευαν και μάλιστα χωρίς εντολές, Βλ και Μ. Mazower, ο.π σ. 181-182, 169-172, 217-218

82 Στ. Σαράφης, Ο ΕΛΑΣ, Αθήνα 1984, σ. 138-139.

83 Λ. Αρσενίου, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, τομ . Α, Αθήνα 1978, σ. 153-154.

84 Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 493, Φ 30/1/79, ΕΛΑΣ, Γ.Σ, Επιτελικό Γραφείο ΙΙΙ, αρ. ΕΠΕ 644, Προς ΙΧ Μεραρχία14 Μαρτίου 1944

85 Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 493, Φ 30/1/54, ΕΛΑΣ, Γ.Σ, Επιτ. Γραφ. ΙΙΙ, αρ. Α.Π 467, Οδηγίαι Προσωπικαί και Απόρρηται δια τους Διοικητάς μεγάλων μονάδων του ΕΛΑΣ, 5 Δεκεμβρίου 1943.

86 FO 371/43706, R639, FO Minute, Laskey, 13 Ιανουαρίου 1944.

87 Οι Bρετανοί σχολίαζαν ότι σε όλη την Ελεύθερη Ελλάδα ο ΕΛΑΣ είχε πετύχει να μην τολμά κανείς χωρικός να συνεργαστεί με τους Γερμανούς. Report of Lt-Col. J. M. Stevens on the Present Conditions in Central Greece, Reports, ο.π, σ. 8.

88 Βλ. Πρακτικό ίδρυσης της ΠΑΟ, 10 Ιουλίου 1941, στο Παρ. Παπαθανασίου, Για τον Ελληνικό Βορρά, Μακεδονία 1941-1944, Αθήνα 1988, τομ. 1, σ. 22.

89 Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 493, Φ 30/1/55, ΕΛΑΣ, Γ.Σ, Επιτ. Γραφ. ΙΙΙ, αρ. Α.Π 1836, Διαταγή, 16 Δεκεμβρίου 1943

90 Σε αυτό απέδιδαν και οι Βρετανοί παρατηρητές την ανάπτυξη του ΕΛΑΣ, Report of LtCol. J. M. Stevens on the Present Conditions in Central Greece, Reports, ο.π. σ. 6.

91 ΚΚΕ Πέντε Χρόνια Αγώνες 1941-1946, Αθήνα 1946, σ. 23.

92 ΓΑΚ, Αρχείο Τσουδερού, Επιστολή Παπανδρέου προς τη γραμματεία της ΚΕ του ΕΑΜ, 22 Δεκεμβρίου 1943.

93 Γ. Ιωαννίδης Αναμνήσεις, Αθήνα 1982, σ. 215.

94 Εισήγηση του Γ.Σιαντου στη Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ (1942), Δέκα Χρόνια Αγώνες του ΚΚΕ, 1935-1945, Αθήνα 1945, σ.142.

95 Θ. Χατζής, τομ. Α, ο.π. σ.159.

96 Ο Ζέρβας το αρνήθηκε προφασιζόμενος ότι με την πολιτική της εθνικής ενότητας που το ΕΑΜ προωθούσε τόσο πεισματικά εξασθενιζόταν ο αγώνας εναντίον του βασιλιά! Η. Τσιριμώκος, Ημερολόγιο, Ακρόπολις, 12 Ιανουαρίου 1973.

97 Μ. Λυμπεράτος, «Ο Α. Σβώλος από τον Εμφύλιο μέχρι τις εκλογές του 1950», Μνήμη Α. Σβώλου, Αθήνα 2006, σ. 53-55.

98 Α. Σεβαστάκης (καπετάν Μπουκουβάλας), Το Ανταρτικό Ιππικό της Θεσσαλίας, Αθήνα 1978 σ. 31.

99 Οι Βρετανοί απέδιδαν την απήχηση του ΕΑΜ στο γεγονός ότι εξήγησε πειστικά την αναγκαιότητα του αντικατοχικού αγώνα, καθιστώντας την Ελεύθερη Eλλάδα μια απόλυτα ασφαλή για τους κατοίκους περιοχή. Report of Lt-Col. J. M. Stevens on the Present Conditions in Central Greece, ο.π. σ. 14, 28.

100 Βλ. και Μ. Λυμπεράτος, «Οι Οργανώσεις της Αντίστασης», στο Ιστορία της Ελλάδας του 20 αιώνα, ο.π. σ. 14-16.

101 Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 493, Φ 30/1/45, ΕΛΑΣ, ΓΣ, Κανονισμός, Αύγουστος 1943.

102 FO 371/37206, R 11673, Τηλεγράφημα Woodhouse, 19 Οκτωβρίου 1943

103 Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 493, Φ 30/1/58, ΑΣΚΙ.

104 Report of Lt-Col. J. M. Stevens on the Present Conditions in Central Greece, ο.π. σ. 31.

105 FO 371/37202, R 4622, Μνημόνιο SOE, of splitting the ELAS from EAM 12 Μαίου 1943

106 M. Mazower, οπ. σ. 82.

107 Ήταν άλλωστε τέτοια η πληθώρα πρόταξης σοσιαλιστικών στόχων από διαφόρους ώστε το ΚΚΕ έσπευσε να εκδώσει πολιτική πλατφόρμα για να διαχωρίσει το σοσιαλισμό του ΚΚΕ από τους άλλους «σοσιαλισμούς», Προγραμματική διακήρυξη του ΚΚΕ, Λαοκρατία και Σοσιαλισμός, Απρίλης 1943, αναδημ. από εφημερίδα «Κόκκινη Σημαία», ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, τομ. 5, ο.π., σ. 117-121.

108 Όπως πληροφόρησε ο επικεφαλής των Βρετανών Συνδέσμων στην Ελλάδα Cr. Woodhouse τους ανωτέρους του ίσως και η μεγάλη πλειοψηφίας των μαχητών του ΕΛΑΣ δεν ανήκαν στο ΚΚΕ, ούτε καν συμπαθούσαν το κόμμα αυτό, C. Woodhouse to C.M. Keble, Recent crisis in Free Greece, Περτούλι, 19 Οκτωβρίου 1943 στο British Reports, ο.π. σ. 50.

109 C. Woodhouse, Situation in Greece, Jan to May, 1944, ο.π. σ. 76.

110 Οι μεγαλύτερη κρίση που υπέστη το ΕΑΜ ήταν όταν οι αντιπρόσωποι του υπέγραψαν τη συμφωνία του Λιβάνου, το Μάιο του 1944. Έγινε πραγματικός χαμός στο βουνό, λόγω των έντονων αντιδράσεων. Οι συμφωνίες αυτές αρχικά καταγγέλθηκαν από την ηγεσία του ΚΚΕ ως προϊόν παραβίασης των εντολών που είχε η αντιπροσωπεία του ΕΑΜ στο Λίβανο (Α. Σβώλος, Μ. Πορφυρογένης και Π. Ρούσος), Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 145 Φ 32/45, ραδιοτηλεγράφημα 16, ΚΕ του ΚΚΕ προς αντιπροσωπία, 29 Μαίοιυ 1944. ΚΚΕ, Πέντε Χρόνια Αγώνες 1941-1946, Αθήνα., σ. 423. Ωστόσο, η ηγεσία του ΚΚΕ θα επιβάλει τη συμφωνία παρά τις έντονες αντιδράσεις των κομματικών μελών, Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 145 Φ32/53, ραδιοτηλεγράφημα 20 ΚΕ του ΚΚΕ προς Ιωαννίδη, 31 Μαίου 1944, ΑΣΚΙ.

111 Δ. Γληνός, οπ.. σ. 39.

112 Για το θέμα βλ. και Γ. Κατηφόρης, «Εθνικά και ταξικά στοιχεία στην πολιτική του ΚΚΕ, στο Η Ελλάδα 1936-1944, ο.π. σ. 497-498.

113 Βλ. Μ. Π. Λυμπεράτος. «ΚΚΕ και σλαβομακεδονική μειονότητα στη Δ. Μακεδονία, (1941-1944)», Μνήμων, 20, 1988, σ. 67-108.

114 Report of Lt-Col. J. M. Stevens on the Present Conditions in Central Greece, Reports, ο.π. σ. 38.

115. Γ. Δημητρώφ, Το Ενιαίο Μέτωπο της Εργατικής Τάξης, Εισήγηση στο VII Συνέδριο της Κ-Δ, Ντοκουμέντα του Παγκόσμιου Προοδευτικού κινήματος, Αθήνα 1976 σ. 48.

116 Βλ. και Ν. Πουλαντζάς, Πολιτική εξουσία και Κοινωνικές τάξεις, τομ. Α, Αθήνα 1975, σ. 181.

117 Γ. Μπέικος, Η Λαϊκή Εξουσία στην Ελεύθερη Ελλάδα, τομ. Α, Αθήνα 1979, σ. 23-35.

118 Χ. Καινούργιος, Δάφνες και Δάκρυα, Ιστορίες από την Εθνική Αντίσταση στην Βορειoδυτική Ελλάδα, Αθήνα 1981, σ. 95.

119 Με βάση τα στοιχεία από έκθεση της ΚΕ του ΚΚΕ της 13ης Οκτωβρίου του 1944 στο θεσσαλικό κάμπο το 47% του πληθυσμού ήταν μέλη του ΕΑΜ, Ιστορία της Αντίστασης, 1941-1945, τομ. 6, Αθήνα 1979, σ. 1589-1590.

120 Για τα αριθμητικά δεδομένα στις οργανώσεις της Θεσσαλίας, Λ. Αρσενίου, τομ. Β, ο.π. σ. 280.

121 Το ΚΚΕ είχε το υψηλότερο ποσοστό μελών του σε αναλογία πληθυσμού σε όλη την Ελλάδα στη Θεσσαλία, ο.π. σ. 225.

122 Στ Άρματα, στα Άρματα, Χρονικό της Εθνικής Αντίστασης, Αθήνα 1967, σ.350-353.

123 Οι υπολογισμοί στο Χ. Βερναρδάκης, Γ. Μαυρής, Κόμματα και Κοινωνικές Συμμαχίες στην Προδικτατορική Ελλάδα, Αθήνα 1991, σ. 76.

124 Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Θεσσαλονίκη που στις εκλογές του 1951 δίνει στην ΕΔΑ το 28,1% των ψήφων και στην κεντροαριστερή ΕΠΕΚ το 26,3. Η. Νικολακόπουλος, Η Καχεκτική Δημοκρατία, Κόμματα και εκλογές, 1946-1967, Αθήνα 2000, σ.143-153.

125Κ. Θέος, Τα Εργατικά Συνδικάτα και η Πάλη τους ενάντια στον Φασισμό, Αθήνα 1947.

126 ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα του ΚΚΕ, τομ. 5, Αθήνα 1981, σ. 50.

127 Θ.Χατζής, τομ. Β, ο.π. σ. 51.

128 Ο Καλομοίρης φερόταν στην αρχή της Κατοχής να είχε έρθει σε επαφή ακόμα και με τους Γερμανούς ως επικεφαλής της ΓΣΕΕ.

129 Βλ. και Α. Αυγουστίδης, «Το Εργατικό ΕΑΜ», στο Η Ελλάδα 1936-1944, ο.π. σ. 284.

130 Θ. Χατζής, οπ. τομ. Α΄ σ. 288.

131 Απόφαση ΠΓ του ΚΚΕ, Ριζοσπάστης 20 Απριλίου του 1943.

132 Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τευχ. 14 Ιούνιος του 1943, σ. 38.

133 Β. Μπαρτζιώτας, Η Εθνική Αντίσταση στην Αδούλωτη Αθήνα, Αθήνα 1984, σ. 122-141.

134 Σ. Μάξιμος, Γράμμα στο Π.Γ του ΚΚΕ, Αθήνα 1950, σ. 30.

135 Είναι χαρακτηριστικό ότι μια περιορισμένη απεργία της «εργατικής αριστοκρατίας», αυτής των τραπεζικών στην τράπεζα Αθηνών εξελίχθηκε σε ελάχιστο διάστημα σε γενική απεργία όλων των υπαλλήλων. Ριζοσπάστης 10 Ιουνίου 1943.

136 Όπως αναφέρει ο Χατζής, τον χειμώνα του 1943 υπήρξε ένα μούδιασμα κυριώς εξαιτίας της στρατηγικής των Γερμανών να «ελληνοποιήσουν»¨τον πόλεμο κατά του ΕΑΜ. Θ. Χατζής, οπ, τομ .Β΄, σ. 214.

137 Α. Κέδρος, Η Ελληνική Αντίσταση 1940-1944, τομ. Α, Αθήνα 1976, σ. 237-242.

138 Ριζοσπάστης 6 Μαρτίου 1943 και Β. Μπαρτζιώτας, Εθνική Αντίσταση και Δεκέμβριος 1944, Αθήνα 1980, σ. 116-118. Και Π. Ρούσος, Η Μεγάλη Πενταετία, τομ. Α, ο.π. σ. 279-282.

139 Για την συγκέντρωση της 25ης Ιουνίου 1943 ο Ριζοσπάστης μιλούσε για 150000 διαδηλωτές. Ριζοσπάστης 28 Ιουνίου 1943.

140 Απόφαση Επιτροπής Πόλης της ΚΟΑ του ΚΚΕ, Ριζοσπάστης 30 Ιουλίου 1943. Β. Μπαρτζιώτας, οπ. σ. 118-127.

141 Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΚΚΕ απέργησαν 75000 εργάτες και υπάλληλοι ΓΑΚ, Αρχείο Τσουδερού, Εσωκομματικό Δελτίο της ΚΟΑ του ΚΚΕ, 17 Ιουλίου 1943.

142 Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Γερμανός Διοικητής της νότιας Ελλάδας θεωρούσε ότι η κατάσταση στη Αθήνα ήταν στα πρόθυρα εξέγερσης, βλ. J. Hondros, «Η Ελληνική Αντίσταση 1941-1944», στο Η Ελλάδα στη Δεκαετία 1940-1950, ο.π. σ. 47.

143 Θ. Χατζής, τομ Α, ο.π. , σ. 281 και Π. Ρούσσος, τομ. Β. ο.π., σ. 68.

144 Ν. Ζαχαριάδης, Το 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ, Εισήγηση του Ν. Ζαχαριάδη, εκδ ΚΕ του ΚΚΕ, Αθήνα 1945, σ. 29 και Γ. Θεοτοκάς, ο.π. σ. 545.

145 Λ. Αρσενίου, τομ. Β΄, ο.π, σ. 349

146 Μ. Γλέζος, ο.π.σ. 627-628.

147 Να σημειωθεί ότι περίπου το 80% των καπετάνιων του ΕΛΑΣ ήταν πρώην εκπαιδευτικοί. Χρ. Γκόντζου-Κ. Αναστασάκου, Οι Εκπαιδευτικού στην Εθνική Αντίσταση, Αθήνα 1985, σ. 61-76. Βλ. και Χρ. Γκόντζου, Οι Πρωτοπόροι Εκπαιδευτικοί της Αντίστασης, Θέματα Παιδείας, τευχ. 28, σ. 80-100.

148 R. Milliex, «Οι διανοούμενοι της Ελλάδας στην υπηρεσία της αντίστασης», Επιθεώρηση Τέχνης, τευχ. 87-88, σ. 413-419.

149 Β. Ρώτας Θέατρο και Αντίσταση, Αθήνα 1981, σ.34-49.

150 Σπ. Κωτσάκης, Εισφορά, Αθήνα 1986, σ. 134-135.

151 Βλ. και Γ. Πριόβολος, Μόνιμοι αξιωματικοί στον Ε.Λ.Α.Σ. Οικειοθελώς ή εξ ανάγκης. Νότια και Κεντρική Ελλάδα. Μνήμες και αρχειακά τεκμήρια, Αθήνα 2009, passim.

152 Α. Gerolymatos, «Ο ρόλος των αξιωματικών του ελληνικού στρατού στην Αντίσταση» στο Η Ελλάδα 1936-1944, ο.π.. σ.293.

153 ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα τομ. 5, ο.π.. σ.50.

154 Για την οργανωτική μορφή του ΕΕΑΜ, Το Πρόγραμμα του ΕΕΑΜ, 16 Ιουλίου 1943 και 1η Πανελλήνια Συνδιάσκεψη του ΕΕΑΜ, Φεβρουάριος του 1944, Κείμενα Εθνικής Αντίστασης, τομ. Αθήνα 1981, 177 και 179-189.

155 Βλ. και Θ. Χατζής, τομ. Β, σ. 52-57.

156 Α. Παπαπαναγιώτου, Το ΚΚΕ στον Πόλεμο και την Αντίσταση, Αθήνα 1974, σ. 45-47.

157 Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τευχ. 26-27, 1944, σ. 23.

158 Γ. Ζεύγος, Εισήγηση στη Δεκάτη Ολομέλεια, Γενάρης 1944, Επίσημα Κείμενα του ΚΚΕ, ο.π. σ. 199.

159 Ν. Ζαχαριάδης, Η 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ (10-14/10/1950), Εισηγήσεις, λόγοι, Αποφάσεις, εκδ. ΚΕ του ΚΚΕ, Αύγουστος 1951, Εισήγηση Ζαχαριάδη σ. 31. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο γραμματέας της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας Φ. Μπαρτζιώτας από τον Απρίλιο του 1943 μέχρι τον Δεκέμβριο του 1944 το ΚΚΕ είχε αυξήσει τα μέλη του στην Αθήνα από 2700 σε 35.000. Β. Μπαρτζιώτας, ο.π. σ.327.

160 Κομμουνιστική Επιθεώρηση, αρ. τευχ.43, Νοέμβριος του 1945. Ζ. Ζωγράφος, τα Οργανωτικά Προβλήματα του 7ου Συνεδρίου, σ.34-35.

161 Βλ. Θ. Χατζής, οπ. tom. B. σ. 42.

162 ΚΚΕ, Δέκα Χρόνια Αγώνες, 1935-1945, ανατ. Αθήνα 1977, σ. 173.

163 ΚΚΕ, Έξι Απλά Μαθήματα, Η Σημερινή Κοινωνία και η Πάλη για το Σοσιαλισμό, Έκδοση Κομμουνιστικής Επιθεώρησης, Θεσσαλονίκη Γενάρης 1945, σ.18..

164 Βλ. και Β.(Φ). Μπαρτζιώτας, ο.π. σ. 106.

165 Η Συνδιάσκεψη των Οργανώσεων μας, Κομμουνιστική Επιθεώρηση, φυλ.26-27, Μάιος-Ιούνιος 1944. σ. 22.

166 Για την Λαϊκή Δικαιοσύνη και Αυτοδιοίκηση, βλ. Η Λαϊκή Δικαιοσύνη και η Αυτοδιοίκηση στην Ελεύθερη Ελλάδα, εκδ. Γ.Σ του ΕΛΑΣ 1943-1944. Λαϊκή Αυτοδιοίκηση και δικαιοσύνη, 5 Λαϊκοί Κώδικες, ανατ. Αθήνα 1975 και Ζέπος, Αθήνα 1982.

167 Βλ. Γ. Ζεύγος, ο.π. σ. 190.

168 Εθνική Αλληλεγγύη, Εθνική Αλληλεγγύη, Μια προσπάθεια και Ένας Αθλος, το έργο της εθνικής Αλληλεγγύης, εκδ. Να υπηρετούμε τον Λαό, Αθήνα 1945, σ. 21.

169 Μνήμες και Μαρτυρίες από το 40, και την Κατοχή, Αθήνα 2000, σ. 178-192.

170 Π. Ανταίος, Έκθεση στο ΚΣ της ΕΠΟΝ, 31 Φεβρουαρίου 1943, στο Π. Ανταίος, Συμβολή στην Ιστορία της ΕΠΟΝ, τομ. Α, Αθήνα 1977, σ. 218.

171 Θ. Μητσόπουλος, Το 30 Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, Αθήνα 1987, σ. 629.

172 Τα στοιχεία των Οργανωτικών και Πανελλαδικών Συνδιασκέψεων της ΕΠΟΝ, στο Ανταίος , τομ Β, σ. 267, 285 και 295.

173 Βλ και Δ. Αντωνοπούλου-Ψιλοπούλου, Τα Κορίτσια του Πολυτεχνείου, Αθήνα 2008. σ. 17-94.

174 Για το ρόλο των μαθητών στις μαζικές κινητοποιήσεις βλ. Τ. Πατρίκιος, «Δύο Επέτειοι», Εθνική Αντίσταση, τευχ. 64-65, 2003, σ. 18-19.

175 Για το ρόλο των γυναικών Μ. Γλέζος, οπ. σ. 381-385.

176 Στην περιοχή της Θεσσαλίας αποτελούσαν το 10% του Εφεδρικού ΕΛΑΣ, Εισήγηση Κ. Καραγιώργη, υπευθύνου γραφείου Θεσσαλίας του ΚΚΕ, στο Β΄ Πανθεσσαλικό Συνέδριο, στο Λ. Αρσενίου τομ. Β΄, ο.π. σ. 282.

177 Οι Γυναίκες στην Αντίσταση, Μαρτυρίες, Αθήνα 1982, passim.

178 Μ. Ράνου , «Η Συμμετοχή της γυναίκας στην Αντίσταση, , Συμπόσιο για την Ιστορία της Αντίστασης, Αθήνα 1985, σ. 174.

179 Τ. Βερβενιώτη, Η Γυναίκα της Αντίστασης. Η Είσοδος των γυναικών στην πολιτική. Αθήνα 1994, passim

180 Φ. Μπαρτζιώτας, ο.π. σ. 229-231.

181 Για το θέμα Εισήγηση Γ. Σιάντου, γραμματέα Εσωτερικών της ΠΕΕΑ και γραμματέα της ΚΕ του ΚΚΕ, προς το Εθνικό Συμβούλιο, τον Μάιο του 1944, ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα του ΚΚΕ, τομ.Ε, Αθήνα 1974, σ. 575-578.

182 Ο Γ. Ιωαννίδης επιμένει ότι ήταν 1.150.000, Γ. Ιωαννίδης, οπ. σ. 15.

183 Ωστόσο έγιναν εκατοντάδες εκδηλώσεις διαφώτισης για τις εκλογές αυτές, Μ. Βαφειάδης, Απομνημονεύματα, τομ. 2, Αθήνα 1985, σ. 178-179.

184L. Bearentzen, «Η απελευθέρωση της Πελοποννήσου» στο Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950, ο.π. σ. 163.

185 Λαϊκή Αυτοδιοίκηση και Δικαιοσύνη, Πέντε Λαϊκοί Κώδικες, Αθήνα σ.33-34.

186 Κ. Πυρομάγλου, Δούρειος Ίππος, Αθήνα 1978, σ. 222.

187 Να σημειωθεί ότι στον αριθμό αυτό δεν περιλαμβάνονται οι επιρροές και οι συμπαθούντες.

188 Για την ΕΠΟΝ Θεσσαλίας με βάση τις εκθέσεις των Νομαρχιακών Συμβουλίων, στα τέλη Ιανουαρίου τα μέλη είναι 47109. Π. Ανταίος, 1979, σ. 384-387.

189 Δεν περιλαμβανόταν ολόκληρη η Αττική, οπ.

190 Βλ. και Χ. Βερναρδάκης και Γ. Μαυρής, ο.π.. σ. 36-37.

191 Θ. Χατζής, τομ Β, σ. 177. Σύμφωνα με τον Σαράφη, ο τακτικός ΕΛΑΣ αριθμούσε περίπου 50000.

192 Η ίδια η Εθνική Αλληλεγύη μιλούσε για 1250000 άντρες και 1750000 μέλη γυναίκες, Εθνική Αλληλεγγύη, ο.π. σ. 23,

193 Βλ. και υπολογισμό των Βερναδρακη και Μαυρή, οπ. σ. 45-46.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s