Η Πολιτεία των Βουνών στην Κατοχή: το αρχαιοελληνικό πολιτικό παράδειγμα στη σύγχρονη εκδοχή του

Του Μιχάλη Π. Λυμπεράτου


Είναι πρόδηλο ότι η οργάνωση συγκροτημένων πολιτικών διαδικασιών στην Ελεύθερη Ελλάδα την περίοδο της Κατοχής αποτέλεσε την προϋπόθεση προκειμένου να εδραιωθεί η εθνική αντίσταση και να προσλάβει την έκταση που πήρε. Γιατί διαφορετικά, αργά ή γρήγορα, θα εκφυλιζόταν, εγκλωβισμένη σε ατομικές ενέργειες και μεμονωμένες απόπειρες επίδειξης ηρωϊσμού. Η φύση του πολέμου, η ισχύς του αντιπάλου και η υπεροχή του σε μέσα πολέμου θα καθιστούσαν σύντομα ως αναποτελεσματικές τις ενέργειες αυτές, ως εκδηλώσεις μιας θεαματικής, αντεκδικητικού τύπου, αλλά απονενοημένης αντιστασιακής προσπάθειας.

Ωστόσο, η Αντίσταση στην Ελλάδα της Κατοχής ήταν ένα συντονισμένο ενέργημα με πολλαπλές διαστάσεις, άμεσα συνδεδεμένο με τις ανάγκες του ευρύτερου αντιφασιστικού αγώνα στην Ανατολική Μεσόγειο, όπως αυτές μορφοποιήθηκαν με τα συμμαχικά σχέδια «Animal» και «Κιβωτός του Νώε» στα 1943 και 1944 αντίστοιχα. Τα σχέδια αυτά, εκπονημένα από το συμμαχικό Στρατηγείο, ευελπιστούσαν να προκαλέσουν ένα εσωτερικό ρήγμα στις δυνάμεις Κατοχής στην Ελλάδα, να παρεμποδίσουν τον ανεφοδιασμό του Άξονα σε πρώτες ύλες και πολεμοφόδια στη Μέση Ανατολή, να παραπλανήσουν το στρατιωτικό σχεδιασμό των κατακτητών σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, να διευκολύνουν τη δημιουργία ενός δεύτερου μετώπου στην Ευρώπη με την απόβαση των συμμάχων στη Σικελία, το Σεπτέμβριο του 1943. Στο τελευταίο έτος του πολέμου να καθηλώσουν γερμανικές μεραρχίες στο ελληνικό έδαφος, να δυσχεράνουν τις γερμανικές ενισχύσεις στο μέτωπο της Νορμανδίας και των Αρδέννων και να παρεμποδίσουν την υποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα, το φθινόπωρο του 1944.

Αυτοί οι συμμαχικοί σχεδιασμοί προϋπέθεταν μια οργάνωση και συντονισμό της ελληνικής αντίστασης που δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί εκ του μακρόθεν από τη Μέση Ανατολή ή μέσω μιας μικρής ομάδας Βρετανών συνδέσμων σε ελληνικό έδαφος. Απαιτούσαν, αντίθετα, μια οργανωμένη διαχείριση της αντιστασιακής προσπάθειας στο πλαίσιο μιας πάνδημης κινητοποίησης του ελληνικού λαού. Αυτή ακριβώς η διαχείριση θα αξιοποιούσε τον ίδιο το λαό ως στρατιωτική εφεδρεία, συνδυάζοντας ένοπλες με παθητικές μορφές αντίστασης, τη λαϊκή κινητοποίηση με τις συνεχείς αναδιπλώσεις των ανταρτών, τις μαζικές εκδηλώσεις απείθειας με τις εκτεταμένες δολιοφθορές. Απαραίτητος όρος όλων αυτών ήταν να μην δημιουργηθεί κενό εξουσίας εκεί που εκδιώκονταν οι κατακτητές, να μην επικρατήσουν μορφές αναρχίας, αλλά συντεταγμένος ο λαός να εξασφαλίσει μια εξίσου οργανωμένη αντίσταση.

Με άλλα λόγια, ήταν ακριβώς η δυνατότητα των ανθρώπων να αυτοκυβερνηθούν, να συγκροτήσουν πολιτικές κοινότητες, να αυτό-οργανωθούν και να εμπλακούν σε μια διαδικασία συνολικής θέσμισης της ίδιας της κοινωνικής τους ζωής, εκείνο που επέτρεψε τη μεγαλύτερη ίσως αντιστασιακή προσπάθεια σε ολόκληρη την Ευρώπη. Δεν ήταν καν τα βουνά και οι ορεινοί όγκοι που τη γέννησαν. Στην ουσία ήταν αυτό που δήλωνε με υπερηφάνεια κάποτε ο αρχαίος Σπαρτιάτης: τείχη της πόλης είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι. Γιατί, στην ουσία, για την ελληνική αντίσταση ο εδαφικός παράγοντας και ο γεωγραφικός κατακερματισμός έπαιξαν δευτερεύοντα ρόλο. Αντίθετα, τον κυρίαρχο ρόλο ανέλαβε η παραγωγή της «πόλεως», με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου, στα βουνά αυτά. Δεν ήταν μόνο η πατρίδα που υπεράσπιζε η αντίσταση, ήταν και το πρόταγμα της δημοκρατίας, με όλη τη σημασία του όρου, όπως μορφοποιήθηκε μέσα από τις πολιτικές κοινότητες που δημιουργήθηκαν στην απελευθερωμένη Ελλάδα.

Αυτά αφορούν και στην Ευρυτανία ως το χώρο που μετετράπη στο λίκνο αυτών των εξελίξεων: δεν ήταν πρωτίστως το ορεινό, το τραχύ και το δύσβατο της περιοχής που την κατέστησαν το κέντρο της Ελεύθερης Ελλάδας. Ήταν κυρίως η ίδια η ιστορική της παράδοση της ως ένα πεδίο ανάπτυξης πλουσιότατων αγωνιστικών παραδόσεων, αλλά και χώρος εφαρμογής λαϊκό-δημοκρατικών πολιτικών εμπειριών και πνεύματος κοινοτισμού, με άξονα τις μικρές ανθηρές εστίες διάσπαρτων προοδευτικών διανοουμένων που διέθετε. Το «Πανευρυτανικό Συνέδριο» που ματαίωσε, λίγο πριν την Κατοχή η δικτατορία Μεταξά, η «Α΄ Συνδιάσκεψη Κοινοτήτων» της ευρύτερης περιοχής, στο Καροπλέσι, το καλοκαίρι του 1935, (αυτό που ονομάστηκε η «Συμβιβαστική Επιτροπή Καροπλεσίου»), αλλά και η «Επιτροπή Επίλυσης Προβλημάτων» με το «Ιδιωτικό Συμφωνητικό» του χωριού Κορίτσα-Κτημενίων, τον Αύγουστο του 1941, ήταν αυτά που αποτέλεσαν τα εφαλτήρια ανάδειξης του χώρου της Ευρυτανίας ως κέντρου της αντίστασης. Για αυτό, και ήταν ο εμπνευστής αυτών των κοινοτικών μορφών, ο Γεωργούλας Μπέϊκος, αυτός που συνέταξε, το Δεκέμβριο του 1942, το πρώτο επίσημο πολιτικό κείμενο της ελεύθερης Ελλάδας, τον «Κώδικα Ποσειδών». Και λειτούργησε, πριν από κάθε άλλη περιοχή, στα χωριά της Ευρυτανίας.

Δεν είναι, επίσης, τυχαίο ότι στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Στερεάς τέθηκε, τον Αύγουστο του 1943, σε εφαρμογή και ο Προσωρινός Κώδικας Λαϊκής Δικαιοσύνης και Αυτοδιοίκησης, που εμπλουτίστηκε με το Σχέδιο Διατάξεων Λαϊκής Δικαιοσύνης των 22 νομικών της Αθήνας, το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς.1 Κατά τον ίδιο τρόπο εκεί συγκροτήθηκε και ο πρώτος θεσμός Λαϊκής Αυτοδιοίκησης, στο χωριό Βράχα Ευρυτανίας, όταν ο Άρης Βελουχιώτης συγκέντρωσε τους κατοίκους του χωριού στην πλατεία του και εξέλεξαν το πρώτο 5μελές ελεύθερο κοινοτικό συμβούλιο στη Ελλάδα της Κατοχής, τον Οκτώβριο του 1942. Ήταν η ίδια περιοχή, όπου και πραγματοποιήθηκε και η πρώτη διάσκεψη των Προέδρων των Κοινοτήτων και Λαϊκών Δικαστηρίων, στο Γαρδίκι Ομιλαίων.

Σταδιακά αυτού του τύπου οι πολιτικές κοινότητες επικράτησαν σε όλη την Ελεύθερη Ελλάδα. Και ο λόγος δεν ήταν μόνο ότι αντανακλούσαν πραγματικές απαιτήσεις ρύθμισης της κοινωνικής ζωής. Πολύ βασικότερο ήταν ότι συνδέθηκαν με τη μύχια μακραίωνη κοινωνική απαίτηση να τοποθετηθεί ο πολίτης στο κέντρο της πολιτικής διαδικασίας. Από τη σκοπιά αυτή ανέδειξαν μια ιδιομορφία πρωτόγνωρη στη νεώτερη ελληνική ιστορία: την άμεση δημοκρατία. Ο πολίτης όφειλε να είναι πανταχού παρόν και υπεύθυνος για την κοινότητα και τις πολιτικές της λειτουργίες. Τίποτα δεν γινόταν ερήμην του. Ακόμα και στα Λαϊκά Δικαστήρια ήταν υποχρεωτικό να γνωμοδοτεί η κοινότητα, η έγκριση της οποίας απαιτούνταν αφεύκτως. Ένα μέλος από τα 5μελή δικαστικά σώματα όφειλε να είναι και μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου της περιοχής, «λόγον διδόναι» στην τοπική κοινωνία.

Και αυτή η λαϊκή συμμετοχή δεν ήταν μια τυπική συνθήκη που παρέμεινε σε επίπεδο διακηρύξεων, το αντίθετο, πράγμα που της επέτρεψε να δημιουργήσει σταδιακά έναν ολόκληρο πολιτικό πολιτισμό. Γιατί όπως υπογράμμιζε η εγκύκλιος που είχε στείλει το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ, το Δεκέμβριο του 1943, ο όρος αυτοδιοίκηση δεν εννοούνταν ως τα 10-15 πρόσωπα που θα αποτελούσαν το εκάστοτε Δημοτικό Συμβούλιο. Αφορούσε όλο το χωριό ή τον δήμο, που θα είχε το διαρκές δικαίωμα μέσω των γενικών του συνελεύσεων, ως σύνολο και ως άτομα ξεχωριστά, να κρίνουν, να ελέγχουν, να καθοδηγούν αλλά και να ανακαλούν τα εκάστοτε όργανα της αυτοδιοίκησης.

Όπως είναι ευνόητο αυτού του τύπου οι δομές δεν έχουν καμία σχέση με τις τρέχουσες αντιλήψεις περί κράτους και εξουσίας. Αντίθετα, είναι της μορφής μιας «πολιτείας», με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου, η οποία αμφισβήτησε ριζικά την υπάρχουσα πολιτική παράδοση. Απέρριψε τις δομές πελατειασμού και κομματοκρατίας, επιχειρώντας να διευρύνει τις ορίζουσες του βασικού ερωτήματος: ποιος οφείλει να άρχει; Και η απάντηση που επιχειρήθηκε να δοθεί πήρε τη μορφή της απρόσκοπτης εκλογής και πρόσβασης των μαζών σε όλα τα επίπεδα εξουσίας. Διαδικασία που δεν ήταν καθόλου εύκολη, έναντι ανθρώπων που είχαν γαλουχηθεί με άλλη νοοτροπία και μάλιστα σε συνθήκες ξενικής Κατοχής. Πέραν του κίνδύνου των υπερβάσεων λόγω του μεταβατικού χαρακτήρα αυτών των διαδικασιών, πάντα ελλοχεύει και ο κίνδυνος της επιβολής του φερόμενου ως ειδικού, ως επαγγελματία της πολιτικής. Όμως, επιχειρήθηκε με αξιοσέβαστο τρόπο ο ειδικός να μην λειτουργεί εις βάρος του δημοκρατικού δικαιώματος. Ακόμα και αν ο λαϊκός επίτροπος στα δικαστήρια ήταν νομικός, δεν ήταν αυτός ο ακρογωνιαίος λίθος της διαδικασίας. Όφειλε και αυτός να εκλεγεί από τις συνελεύσεις των προέδρων των λαϊκών δικαστηρίων, των απλών ανθρώπων δηλαδή. Άλλωστε, ο τελικός κριτής ήταν ο λαϊκός δικαστής, αυτός που τελικά απέδιδε τη δικαιοσύνη και συντηρούσε το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Και αυτό δεν αφορούσε μόνο τα πρωτοβάθμια όργανα. Ακόμα και σε δεύτερο και τρίο επίπεδο εκδίκασης μιας υπόθεσης (στα Αναθεωρητικά και Ακυρωτικά δικαστήρια) απαιτούνταν εκλογές και συνελεύσεις για να νομιμοποιηθούν οι όποιες αποφάσεις.

Με άλλα λόγια, στο Βουνό επιχειρήθηκε αυτό με βάση το οποίο ο Θουκυδίδης χαρακτηρίζει μια αρχαία πόλη ως ελεύθερη: την αποκαλούσε «αυτόνομο, αυτόδικο, αυτοτελή». Πράγματι, οι μετέχοντες στις πολιτικές διαδικασίας του βουνού όφειλαν να δίνουν το νόμο στον εαυτό τους, να συγκροτήσουν τα δικά τους δικαστήρια, χωρίς ίχνος, όπως και στην αρχαιότητα, επαγγελματισμού, μέσα σε ένα πλαίσιο αυτοτελών εξουσιών. Να μη υπάρχουν, δηλαδή, στεγανά μεταξύ των δομών εξουσίας αλλά αυτές να είναι τμήμα της πολιτικής ζωής της κοινότητας. Η ίδια η εκτελεστική εξουσία να μην αυτονομείται, αλλά να εμπλέκει, κατά το δυνατόν, και τον πιο απλό πολίτη στην άσκηση της.

Αυτό ακριβώς το πρόταγμα του αυτοτελούς των εξουσιών ήταν το προϊόν μιας γνήσιας λαϊκής δημιουργικότητας. Γιατί, παρά, τις επί του αντιθέτου εντυπώσεις, το ΕΑΜ, αλλά και το ΚΚΕ, δεν προέβλεψαν, ούτε προδιέγραψαν την ανάπτυξη των θεσμών αυτών και μάλιστα κατηγορήθηκαν εσωκομματικά για αυτό. Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε καμιά θεωρητική προπαρασκευή από οποιοδήποτε κέντρο πολιτικής εξουσίας, αλλά, αντίθετα, μια ανεξάρτητη παραγωγή μέσα από τη συλλογικότητα, δυνάμει των απαιτήσεων που επέβαλε η καθημερινή πρακτική. Ακόμα και το ίδιο το ΚΚΕ αναγκάστηκε να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της κινηματικής δημιουργικότητας: η εγκύκλιος του στα καθοδηγητικά του στελέχη, στις 28 Νοεμβρίου 1943, ήταν σαφής: κομματικό καθήκον ήταν να αφεθούν ανεμπόδιστα οι μάζες να δημιουργήσουν την πολιτική τους οργάνωση, ακόμα και αν επρόκειτο για υποθέσεις στρατιωτικές ή οικονομικές. Κάθε παρέμβαση άλλης μορφής θα εξέτρεπε τη διαδικασία από τους στόχους της και θα την καθιστούσε αναποτελεσματική.

Ακόμα και η συγκρότηση ενός ανώτερου καθοδηγητικού οργάνου, αυτό της ΠΕΕΑ, καθυστέρησε, όχι τυχαία: Γιατί, αν η δημιουργία της κυβέρνησης των Βουνών δεν ήταν προϊόν μιας πραγματικής ωρίμανσης των επιμέρους λαϊκών εξουσιών, τότε υπήρχε ο κίνδυνος της αυθαίρετης επιβολής της, εκτός των ορίων των απαιτήσεων των λαϊκών μαζών. Μάλιστα, η ΠΕΕΑ, ως μια εκτελεστική δομή εξουσίας, υπέστη, σχεδόν ταυτόχρονα με την ίδρυση της, τον έλεγχο ενός νέου ανώτερου συλλογικού πολιτικού σώματος, του Εθνικού Συμβουλίου. Όταν δε, όπως κάθε εκτελεστική εξουσία δι-ιστορικά το κάνει, επιχείρησε να ασκήσει έλεγχο στις λαϊκές διαδικασίες, μέσω της δημιουργίας του θεσμού των Διοικητικών Αντιπροσώπων (πράξη 4 της ΠΕΕΑ), ο θεσμός ανακλήθηκε πάραυτα. Το ίδιο έγινε όταν ως κυβέρνηση των Βουνών απαίτησε την επαναφορά στα λαϊκά δικαστήρια του αστικού και ποινικού κώδικα που ίσχυε πριν την Κατοχή (πράξη 12). Το Εθνικό Συμβούλιο συνεδρίασε και στις 11 Ιουλίου 1944 ψήφισε νέα πράξη (46) που το απέρριψε και ανέστειλε όλες τις παρεμβάσεις αυτές.

Αυτή ακριβώς η ανακλητότητα, καθοριστική συνιστώσα της άμεσης δημοκρατίας στην Αρχαιότητα, ήταν πανταχού παρούσα και στο Βουνό: η κοινότητα, οποιασδήποτε μορφής και επιπέδου εξουσίας, μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ανακαλέσει ή να θέσει σε απολογία οποιονδήποτε εκπρόσωπο της. Ήταν δε μια διαρκής διαδικασία, ασχέτως προθεσμιών και τυπικών χρονικών ορίων. Μάλιστα, οποιαδήποτε κατάχρηση, αν διαπιστώνονταν, νοούνταν ως βαρύτατο παράπτωμα, ώστε δικαζόταν, χωρίς χρονοτριβή, από Στρατοδικείο με ειδικό καθεστώς.

Γιατί το όλο πλαίσιο πολιτικών λειτουργιών που συγκροτήθηκε στο βουνό προσπαθούσε, διακαώς, να αποτυπώσει ότι η εθνική αντίσταση δεν ήταν μια ατομοκεντρική αντίδραση καταπιεσμένων ανθρώπων, αλλά τμήμα ενός συνολικότερου προτάγματος για την συγκρότηση της κοινωνίας σε νέες βάσεις. Απηχούσε με σαφήνεια το γεγονός ότι οι άνθρωποι δεν αντιστάθηκαν απλά για να εκδικηθούν ή να μετριάσουν τις επιπτώσεις της ξενικής κατάκτησης, ούτε ότι επιδίωξαν μια αλλαγή των θέσεων και των ρόλων τους στο υπάρχον σύστημα κοινωνικών σχέσεων. Αντίθετα, το ενέργημα τους αφορούσε στην ανατροπή ενός ξενικού ζυγού που επεκτεινόταν σε κάθε μορφής μελλοντικό πολιτικό καταναγκασμό.

Ο ίδιος ο ΕΛΑΣ ήταν προϊόν της πολιτικής κοινότητας του βουνού, όπως η οπλιτική φάλαγγα του Μιλτιάδη γέννημα της «Αθηναίων Πολιτείας». Γιατί, όπως και τότε, η μορφή που πήρε ο πόλεμος στην κατεχόμενη Ελλάδα προϋπέθετε την προέκταση της ίδιας της δημοκρατίας στον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου. Όπως η αρχαία φάλαγγα δεν ήταν μια σειρά μονομαχιών αριστοκρατών της ομηρικής περιόδου αλλά συνεργασία και αλληλεξάρτηση των πολιτών, το ίδιο καθεστώς μιας εκτεταμένης κοινωνικής συνεργασίας στα πλαίσια συνταγμένων συνόλων ήταν στην πραγματικότητα η μορφή των αγώνων που έδωσε ο ΕΛΑΣ.

Άλλωστε, δεν θα υπήρχε ο ίδιος ο ΕΛΑΣ, αν δεν έθετε θεσμικά την τοπική κοινωνία στο εσωτερικό του, αν δεν αναπαρήγαγε τις λειτουργίες της. Όταν ο Βελουχιώτης, στις 7 Ιουνίου 1942 μπήκε στο Δομνίστα στην Ευρυτανία και διακήρυξε την έναρξη του ένοπλου αντάρτικου αγώνα, εκπροσωπούσε δεκάδες τοπικές οργανώσεις του ΕΑΜ της περιοχής. Αυτές παρείχαν τα αναγκαία υλικά επιβίωσης στα ένοπλα σώματα, αλλά κυρίως ανεξάντλητες εφεδρείες, αυτές ήταν που τους εξασφάλισαν κύρος και αποτελεσματικότητα. Γιατί ο ΕΛΑΣ δεν μπορούσε να λειτουργήσει ως ένα τυπικό στρατιωτικό μόρφωμα. Εκτός από την στρατιωτική προσήλωση στον διοικητή-καπετάνιο, ο κάθε αντάρτης ήταν παράλληλα στήριγμα μιας πολιτικής οργάνωσης στο κέντρο της οποίας βρισκόταν η συλλογική ευθύνη. Ακόμα και σε ζητήματα στρατιωτικής φύσης χρειαζόταν στους κόλπους της στρατιωτικής συνέλευσης ο πολιτικός διάλογος, η ενημέρωση, η ανταλλαγή απόψεων, η ανάλυση των επιπτώσεων κάθε στρατιωτικής ενέργειας. Για αυτό, άλλωστε, οι στρατιωτικοί βαθμοί και σύμβολα ήταν πάντα δευτερεύουσας σημασίας στο εσωτερικό του ΕΛΑΣ, ακόμα και όταν επιχειρήθηκε από την ΠΕΕΑ να οργανωθεί αυτός, πολύ αργά, σε τυπικές στρατιωτικές βάσεις. Όλα στηρίζονταν στην εφαρμογή της λογικής ότι ο ανταρτοπόλεμος αποτελούσε μια πτυχή του εθνικο-απελευθερωτικού κινήματος και επεκτεινόταν αναγκαστικά και στο πεδίο των πιο πρακτικών «τρεχουσών» αναγκών του λαού. Όπου, αντίθετα, δεν κινητοποιήθηκαν οι πολιτικές οργανώσεις που περιέβαλαν τον ΕΛΑΣ, όπου δεν αναπτύχθηκε μια συλλογική πολιτική διεργασία στο εσωτερικό του, όπου δεν λειτούργησε η εσωτερική δημοκρατία στα όργανα του, δεν αποφεύχθηκαν οι αποτυχίες ή ακόμα και ανεξέλεγκτες βιαιότητες που αμαύρωσαν σε ορισμένες περιπτώσεις το κύρος του.

Ο ΕΛΑΣ ήταν ένας εθελοντικός λαϊκός στρατός, οργανικό τμήμα της Πολιτείας του βουνού, με κύριο γνώρισμα του τον συνδυασμό της εσωτερικής δημοκρατία και την ενσυνείδητη στρατιωτική πειθαρχία. Είναι ενδεικτικό ότι οι Βρετανοί απορούσαν σε σχέση με τη λειτουργία αυτού του σχήματος οργάνωσης. Μόνο στα μέσα Οκτωβρίου του 1943 συνειδητοποίησαν ότι δεν ήταν δυνατόν να χωριστεί το ΕΑΜ από τον ΕΛΑΣ.

Όμως αυτή ακριβώς η ιδιομορφία κατέστησε αποτελεσματικό τον ΕΛΑΣ Αιφνιδίαζε με αποφασιστικά κτυπήματα, συμπτυσσόταν με ευελιξία σε απομακρυσμένες περιοχές, διέσπειρε τα εφόδιά του σε πολλά αφανή σημεία, και κτυπούσε επιλεκτικά, διενεργώντας συστηματικά αντεπιθέσεις στα νώτα των Γερμανών. Χωρίς την ενσυνείδητη πειθαρχίας των ανταρτών και την κινητοποίηση της κοινωνίας, της οποίας προέκταση ήταν η δράση του ΕΛΑΣ, τίποτε από αυτά δεν θα ήταν εφικτό.

Αν πρέπει κανείς να αποδώσει πρωτίστως σε μια από τις διαδικασίες των Βουνών ολόκληρο το φαινόμενο της εξουσίας που αναπτύχθηκε εκεί, αυτή η διαδικασία ήταν η λαϊκή συνέλευση, με την έννοια της πολιτικής «αγοράς». Για την λειτουργία της απαιτούνταν μια διαρκής ενημέρωση και κοινωνική δραστηριοποίηση. Για αυτό και ένα πολυσύνθετο θεσμικό πλαίσιο συγκροτήθηκε για να διασφαλίσει την απρόσκοπτη αυτή συμμετοχή. Η «Απόφαση για τη λειτουργία των κοινοτικών συνελεύσεων» που εξέδωσε η ΠΕΕΑ στα μέσα του 1944 καθόριζε λεπτομερώς από το πότε συγκαλούνταν οι συνελεύσεις, πως θα ενημερώνονταν ο πολίτης για τα θέματα που η συνέλευση θα συζητούσε, μέχρι το πώς θα τροποποιούνταν η ημερήσια διάταξη, πως θα λαμβάνονταν οι αποφάσεις και πως θα οργανώνονταν τοπικά δημοψηφίσματα. Πως θα συντάσσονταν τα ερωτηματολόγια, θα συγκεντρώνονταν υπογραφές, θα ελεγχόταν η γνησιότητα τους και θα εφαρμοζόταν το αποτέλεσμα τους.

Μάλιστα, όπως στην αρχαιότητα διακωμωδούνταν ο θεσμός της εκλογής αντιπροσώπων αν ο εκλογέας δεν είχε καμιά συμμετοχή στην πολιτική ζωή, έτσι και στο βουνό, ψηφίζω σήμαινε συμμετέχω πλήρως σε μια συγκεκριμένη πολιτική κοινότητα και μάλιστα οριοθετημένη με καθορισμένο τρόπο. Απτό παράδειγμα ήταν οι ίδιες οι εκλογές για την Εθνοσυνέλευση των βουνών, το Εθνικό Συμβούλιο. Όσοι ψήφισαν, και ήταν πάνω από 1000000 άνθρωποι, ήταν πεπεισμένοι πολίτες που αντιστέκονταν και όχι τυπικοί ψηφοφόροι. Έθεσαν σε κίνδυνο τη ζωή τους, λαμβάνοντας κρυφά μέρος σε αυτές τις εκλογές, για να δημιουργήσουν τη δική τους Πολιτεία. Δεν είναι για αυτό το λόγο τυχαίο ότι το κοινοβούλιο, που συνήλθε, στις 14 Μαϊου 1944, στις Κορυσχάδες ήταν το κοινωνικά αντιπροσωπευτικότερο που μέχρι τότε είχε γνωρίσει ο τόπος. Με την ίδια αναλογία περιελάμβανε καθηγητές πανεπιστημίου, γιατρούς και δικηγόρους, εργάτες, αγρότες και υπαλλήλους, αντιστρέφοντας τη σύνθεση τέτοιων θεσμών του παρελθόντος, όπου το 80% ήταν δικηγόροι, γιατροί, στρατιωτικοί και ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι.

Αλλά και μια τελευταία παρατήρηση: αν πυρήνας στη λογική της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας ήταν ότι δεν νοούνταν τελικές μορφές, και οι θεσμοί δεν διαμορφώνονται άπαξ, αλλά όφειλαν να υποβάλλονται σε μια συνεχή δημιουργία και διερώτηση, αυτό ακριβώς συντελέστηκε και στο βουνό. Είναι ενδεικτικό ότι ο Κώδικας Ποσειδών εμπλουτίστηκε σε Κώδικα Στερεάς, μετά από τρεις μήνες εξελίχθηκε στις «Διατάξεις για την Αυτοδιοίκηση και τη Λαϊκή Δικαιοσύνη» του Δεκεμβρίου του 1943, όταν τα άρθρα του αυξήθηκαν από 73 σε 146, για να αναπτυχθεί ακόμη περισσότερο σε Κώδικες Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Λαϊκής Δικαιοσύνης, το Αύγουστο του 1944. Πέραν αυτού απαιτήθηκαν, τον Οκτώβριο του 1943 και οι «Προσωρινές Διατάξεις δια τη Λειτουργίας των Στρατοδικείων» του Οκτωβρίου του 1943, συμπληρώνοντας μια διαδικασία παραγωγής θεσμών, η συχνότητα της οποίας αποτυπώνει την ουσία των δομών εξουσίας που συγκροτήθηκαν στο βουνό.

Ίσως θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως motto της κυβέρνησης των Βουνών η φράση της Αθηναίων Πολιτείας του Αριστοτέλη (ΧLI, 2):

«Απάντων γαρ αυτός αυτόν πεποίηκεν ο δήμος κύριον, και πάντα διοικείται ψηφίσμασιν και δικαστηρίοις, εν οις ο δήμος εστιν ο κρατών. Και γαρ αι της βουλής κρίσεις εις το δήμον εληλύθασιν (περιήλθαν).»

1 Με επικεφαλής τον Ξεν. Παπαδάμ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s