“Αφανής Εξόριστος Λόγος”: η ζωή και η δράση των πολιτικών εξόριστων στο στρατόπεδο του Αη – Στράτη 1947 – 1962 μέσα από την επιστολογραφία τους

Του Κώστα Αλεξίου


 ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Οι προσωπικές επιστολές αποτελούν κατά κανόνα πρωτογενείς πηγές για τον ιστορικό. Επί δεκαετίες οι ιστορικοί έδιναν προτεραιότητα στα αρχεία της αλληλογραφίας προσωπικοτήτων  προκειμένου να μπορέσουν να αναπλάσουν το παρελθόν και να ερμηνεύσουν γεγονότα και καταστάσεις. Η ιδιωτική ζωή των ανθρώπων πάντα χρησίμευε ως εργαλείο προκειμένου να φωτιστεί η δημόσια σφαίρα και η επιστολογραφία αποτελούσε την κύρια παραπληρωματική πηγή που θα οδηγούσε τον ιστορικό[1].

    Η ιστορία μια εικοσαετία πριν, ασχολούνταν κατά τεκμήριο με τις επιστολές επιφανών προσωπικοτήτων, οι οποίοι κυρίως έγραφαν με στόχο τη μελλοντική δημοσίευση προκειμένου να ενισχύσουν το μεταθανάτιο μνημείο των μεγάλων ανδρών. Η επιστολογραφία ήταν στην ουσία  ΄΄ένα κομμάτι από τον αιώνιο μονόλογο του λόγιου επάνω στη σκηνή του, εμπρός στο κοινό του΄΄[2].

     Όμως σταδιακά η ανάπτυξη της Κοινωνικής Ιστορίας έφερε στο προσκήνιο τους αφανείς, τους απλούς ανθρώπους, οι οποίοι σχηματίζοντας κοινές ομάδες δράσης, διαμόρφωναν ένα τελείως διαφορετικό τοπίο σε μια καταχωνιασμένη κοινωνική πραγματικότητα. Οι άνθρωποι αυτοί  δημιουργούσαν μια διαφορετική κουλτούρα κοινωνικής δράσης και αντίδρασης, ένα πολιτισμικό στάτους που συχνά, άλλοτε αποτελούσε το αντίβαρο στις  επικρατούσες συνθήκες και άλλοτε αποτελούσε τον κινητήριο μοχλό των γεγονότων. Τα πολιτικά αυτά υποκείμενα που πολλές φορές δεν είχαν τη δυνατότητα της αποτύπωσης των δράσεων τους σε γραπτό λόγο, συχνά μέσα από τις ιδιωτικές τους επιστολές αποτύπωναν τον εαυτό τους , την υποκειμενική και αντικειμενική πραγματικότητα με την υποκειμενική τους ματιά.

     Στην περίπτωση των πολιτικών κρατουμένων της μετεμφυλιακής Ελλάδας η επιστολογραφία ήρθε αντιμέτωπη με τη λογοκρισία. Η μη κανονικοποιημένη έκφραση του λόγου δεν παύει να αποτελεί μια ενδιαφέρουσα πλευρά προκειμένου να αναδειχθούν πράγματα που έμειναν βουβά κατά το παρελθόν[3]. Έτσι λοιπόν τα γράμματα από τις φυλακές και τις εξορίες αποτελούν σήμερα τεκμήρια που διαρκώς αναδεικνύονται και μέσα από τον πλούτο που περιέχουν συμπληρώνουν με τον καλύτερο τρόπο τις μαρτυρίες, τις βιογραφίες, τα χρονικά , τα ημερολόγια, προκειμένου να κατανοηθούν καλύτερα οι κοινωνικές πραχτικές του παρελθόντος, οι αξιακές αρχές και λειτουργίες του συστήματος σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη κατάσταση. Ακόμη η μελέτη των επιστολών αυτών μας επιτρέπει να θέσουμε ερωτήματα, να διασταυρώσουμε γεγονότα, να αποκρυπτογραφήσουμε καταστάσεις και γιατί όχι, να απαντήσουμε σε αναπάντητα ιστορικά ερωτήματα.

     Στη παρούσα ανακοίνωση θα προσπαθήσουμε να αναπαράξουμε την μακρά περίοδο της εξορίας στον Αη  Στράτη  και τα βασικά γεγονότα μέσα από 16 προσωπικές επιστολές μη λογοκριμένες και 31 λογοκριμένων, ενός  νεαρού τότε 21 ετών φοιτητή του Παντείου. Οι επιστολές απευθύνονται στη μητέρα , στους φυλακισμένους αδελφούς και σε φίλους και φίλες μέλη και στελέχη της ΕΔΑ. Κύριο χαρακτηριστικό όλων η ανθρώπινη πλευρά ενός νέου ανθρώπου, η αγωνία για την τύχη της οικογένειας και των αδελφών και κυρίως η αισιοδοξία και η πίστη για ένα καλύτερο μέλλον. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι οι επιστολές των πολιτικών εξόριστων είναι γραμμένες από ανθρώπους που με τίμημα της ζωής τους δεν υπόγραψαν ποτέ δήλωση μετανοίας, δεν κατέδωσαν, δεν συνεργάστηκαν και παρέμειναν πιστοί σε ιδέες και ιδανικά όπως ακριβώς τα πίστεψαν.  Ο Γιώργος Αλεξίου εν προκειμένω,  παρέμεινε συνολικά 14 χρόνια σε φυλακές και εξορίες, 9 από τα οποία στο Αη Στράτη.

  1. ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΑΗ-ΣΤΡΑΤΗ

   “H κοινωνία με ανακούφισιν έμαθε την απόφασιν της κυβερνήσεως όπως λάβη μέτρα δραστικά κατά των ανθρώπων οι οποίοι επιμένουν να μας μεταφυτεύσουν εις την Ελλάδα τον μπολσεβικικόν παράδεισον… Εις την τελευταίαν άκρην του ελληνικού Αιγαίου υπάρχουν μικρά, μικροέρημα νησάκια αποτελούντα σύμπλεγμα που λέγεται Κουφονήσια… μερικά είναι ακατοίκητα, συχναζόμενα από ολίγους λαθρεμπόρους και βοσκούς. Σ’ ένα από τα νησάκια αυτά θα μπορούσε να ιδρυθεί προχείρως το κράτος των εν Ελλάδι μπολσεβίκων. Η κυβέρνησις θα ‘πρεπε να εγείρει εκεί μερικά παραπήγματα εις τα οποία να εγκαταστήσει τους απελαυνομένους κομμουνιστάς...[4]

   Το νησί του Αη Στράτη βρίσκεται στο Βόρειο Αιγαίο, 18 ν.μ. νοτιοδυτικά της Λήμνου και έχει περίπου 210 μόνιμους κατοίκους. Ο Αη Στράτης αποτελεί, στη νεότερη ιστορία το νησί με τα περισσότερα χρόνια παραμονής εξόριστων σε αυτό. Οι πρώτοι εξόριστοι στο νησί είναι ένας μικρός αριθμός από εργάτες και συνδικαλιστικά στελέχη κατά τη δεκαετία του 1920. Με την ίδρυση του ΚΚΕ (ΣΕΚΕ) εκτοπίζονται στο νησί μέλη και στελέχη του κόμματος. Εξόριστοι επίσης υπάρχουν και στη Δικτατορία του Πάγκαλου το 1925.

   Το Ιδιώνυμο του Βενιζέλου θεσμοθετεί τις εξορίες και από τότε ο Αη Στράτης γίνεται μόνιμος τόπος εξορίας. Κατά την περίοδο 1936-1940 (με τις απεργίες του 1936 και τη Δικτατορία Μεταξά) ξεπερνά τους 250 πολιτικούς εξόριστους. Το στρατόπεδο του Αη Στράτη ξανανοίγει δεύτερη φορά το 1946 έως και το 1949, όπου εξορίζονται με διοικητική προληπτική εκτόπιση και χωρίς συγκεκριμένο κατηγορητήριο περίπου 5.000 άντρες και 500 γυναίκες. Από εκεί αργότερα μεταφέρονται στη Μακρόνησο.

    Ο Αη Στράτης χρησιμοποιείται για τρίτη φορά ως τόπος εξορίας από το 1950 έως και το 1962. Μετά την λήξη του Εμφύλιου πολέμου στο νησί μετατοπίζονται αρχικά 1.800 ‘αμετανόητοι’ από τη Μακρόνησο. Επιπλέον, με το κλείσιμο του στρατοπέδου των εξόριστων γυναικών στο Τρίκερι έρχεται και ένας μικρός αριθμός γυναικών. Ο αριθμός όμως αυτός διευρύνεται με νέες συλλήψεις και με ένα αριθμό από πολιτικούς κρατουμένους, που μόλις έχουν αποφυλακιστεί από τις διάφορες φυλακές. Συνολικά από τον Αη Στράτη την τρίτη περίοδο περνούν γύρω στους 4.500 εξόριστοι. Με τις άδειες και τις απολύσεις ο αριθμός των εκτοπισμένων είναι ωστόσο διαρκώς φθίνων και το στρατόπεδο κλείνει οριστικά το 1962. Συνολικά από τον Αη Στράτη πέρασαν γύρω στις 10.000 πολιτικοί εξόριστοι, άντρες, γυναίκες και μικρά παιδιά.

 ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ. Η ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

   Δώδεκα μέρες μετά από την παραπάνω δήλωση του Πορφυρογένη, στις 9 Ιουλίου  του 1947, με εντολή του Υπουργού Δημόσιας Τάξης Ναπολέοντα Ζέρβα, η ασφάλεια με ένα πρωτοφανές πογκρόμ συλλήψεων, θα μαζέψει σε μια νύχτα  2.613 σεσημασμένους οπαδούς της Αριστεράς,  μέλη του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ. Όταν ο Ζέρβας ρωτήθηκε από δημοσιογράφους, είπε πως οι συλλήψεις έγιναν προληπτικά για να ματαιωθεί δυναμική ένοπλη εξέγερση στην Αθήνα που θα γινόταν στις 10 Ιουλίου προσθέτοντας με στόμφο πως, «εγνωρίζαμεν ότι εισέδυσαν 50-60.000 κομμουνισταί προς τούτο εις τας Αθήνας οργανωμένοι εις είκοσι τέσσερα τάγματα κρούσεως οίτινες θα έδρουν συμφώνως προς το σχέδιον ‘Φ’ διά να καταλάβουν την εξουσίαν»[5].

   Μετά από μια εβδομάδα περιπλάνησης μεταξύ Ψυττάλειας και Ικαρίας, οι κρατούμενοι, στοιβαγμένοι στα αμπάρια του αρματαγωγού «Αλφειός», αφού υποστούν «την βάσανον» της δίψας, θα πιάσουν λιμάνι σε μια μεγάλη αμμουδιά, που αργότερα θα την ονομάσουν οι εξόριστοι ΄΄Σαχάρα΄΄, με φόντο τα μικρά σπιτάκια των 1.000 ψυχών τότε του Αη –Στράτη. Η εφαρμογή του Γ’ Ψηφίσματος θα πάρει πλέον μαζική μορφή με την εκτόπιση 7.000 περίπου οπαδών της Αριστεράς. Σε διάστημα δύο ετών,  η ανεμοδαρμένη αυτή πέτρα του Β. Αιγαίου θα πλημμυρίσει από κόσμο και το φάντασμα του Μεταξικού χωροφύλακα «Βουδικλάρη»[6]΄θα ξαναζωντανέψει. Δεν είχαν συμπληρωθεί ούτε δέκα χρόνια από τότε που η Γερμανική κατοχή έβαλε τέλος στην εξορία 500 κομουνιστών της Μεταξικής δικτατορίας. Με την αποβίβαση στο νησί άρχισε ο μαραθώνιος της εγκατάστασης και διαβίωσης των εξόριστων. «Όταν στήθηκαν οι πρώτες σκηνές «γύφτικα τσαντίρια» από καραβόπανο και προσωρινά ταχτοποιηθήκαμε ήρθε μια νέα καραβιά από τη Θεσσαλονίκη με 300-500 εξόριστους, όλοι τους Σλαβομακεδόνες, χωρίς μπαγκάζια αφού τους μάζεψαν από τα χωράφια. Όλοι τους αντάρτες στον ΕΛΑΣ  ή συγγενείς τους»[7].

      Για τις πρώτες αυτές μέρες της εγκατάστασης στο νησί αναφέρεται σε σχετικό γράμμα, «το κόμμα μάς είχε δώσει οδηγίες για το τι πρέπει να κάνουμε στην εξορία. Έτσι δεν αιφνιδιαστήκαμε και από την πρώτη στιγμή οργανώσαμε τη ζωή μας, κύριος στόχος η επιβίωση. Οι περισσότεροι μένουμε σε σκηνές των 10-12 ατόμων, αλλά επειδή δεν φτάνει ο χώρος, τους μεγάλους, αρρώστους και ανάπηρους τους έβαλαν σε νοικιασμένα σπίτια… εγώ μένω σε σκηνή με νέους»[8].  Η εγκατάσταση επεκτάθηκε μέσα σε πολλά μικρά χωραφάκια, περιφραγμένα με δένδρα, με πηγάδια  και σχετικές καλλιέργειες. Οι σκηνές ήταν τριγωνικές και παμπάλαιες. «Μοιραστήκαμε σε τρεις τομείς. Ο πρώτος δίπλα στο ύψωμα, συνέχεια από το σχολείο (όταν εκεί έμενε η φρουρά) και το ποτάμι. Ο δεύτερος, στον χώρο μεταξύ του ποταμού και του υψώματος του Αϊ-Μηνά. Ο τρίτος πίσω, ανατολικά από το ύψωμα του Αϊ-Μηνά και πέρα από το ποτάμι. Τα πρώτα προβλήματα, που έπρεπε αμέσως να αντιμετωπίσουμε, ήτανε η στέγαση, τα μαγειρεία, για να δουλεύουνε τα καζάνια για το συσσίτιο και ο φούρνος για το καθημερινό ψωμί»[9].

       Για την καλύτερη λειτουργία του στρατοπέδου δημιουργήθηκε  η ΟΣΠΕ[10]. Σ’ αυτή την οργάνωση είχανε θέση όλοι οι εξόριστοι, ανεξάρτητα από πολιτική, κομματική, θρησκευτική κ.λπ. θέση. Υπήρχε άλλωστε σωρευμένη πείρα  από τα προηγούμενα στρατόπεδα Ικαρίας, Λήμνου, Αη-Στράτη.

 ΔΙΑΜΟΝΗ – ΔΙΑΒΙΩΣΗ

   Στο διάστημα 1947-50, θα εκτοπισθούν στο νησί χωρίς να τους απαγγελθεί κατηγορία πάνω από 5500 επικίνδυνοι για συνεργασία με την Αριστερά, μαζί τους στελέχη του ΚΚΕ, του ΕΑΜ, αξιωματικοί και αντάρτες του ΕΛΑΣ, μέλη και στελέχη της ΕΠΟΝ, η ηγεσία του Αγροτικού κόμματος(ΑΚΕ) και άλλοι που θεωρήθηκαν υπόπτων φρονημάτων. Πολλοί από τους κρατούμενους θα μεταφερθούν λίγο αργότερα για «αναμόρφωση και  ανάνηψη» στη Μακρόνησο, όπως σημειώσαμε πιο πάνω. Σε γράμμα αναφέρεται  χαρακτηριστικά: «εδώ βρίσκονται ο Σαράφης, ο Γκρόζος[11], ο Γκόγκογλου, ο Φουντουκίδης, ο Ρίτσος, ο Κατράκης, ο Τσαβαλάς (Καρούσος), ο Φωτιάδης, ο Φιλικός και άλλοι γνωστοί, μην ανησυχείς έχουμε καλή παρέα. Οι νεολαίοι, παλιοί γνωστοί, είμαστε αρκετοί»[12].

   Για την επιτήρηση  των εκτοπισμένων θα διατεθούν πάνω από 100 χωροφύλακες, ενώ το έργο τους θα συνεπικουρεί ομάδα εθνοφυλάκων. «Οι χωροφύλακες δεν μας ενοχλούν ιδιαίτερα, δε μας κολλάνε και μας αφήνουν να κινούμαστε στο χωριό, απλώς κοιτάνε να μη μιλάμε με χωρικούς και να μη μαζευόμαστε πάνω από τέσσερις»[13]. Είναι αλήθεια πως αυτό που ενδιαφέρει την χωροφυλακή, είναι η εφαρμογή του κανονισμού  εκτοπισμένων. Ο Β. Λασκαρίδης[14] αναφέρει πως «δεν επιτρέπονταν οι συναναστροφές με τους κατοίκους, απαγορεύονταν η κυκλοφορία εκτός καταυλισμού μετά τις 10 το βράδυ, το καλοκαίρι, και τις 8 το χειμώνα»[15], το πρωί από τα μεγάφωνα ακούγονταν πατριωτικά εμβατήρια και αντικομουνιστικά συνθήματα.

   «Μας σπάνε τα νεύρα  με τα κολοσυνθήματα από την πρώτη μέρα, εμείς τραγουδάμε τον ύμνο της ΕΠΟΝ και αυτοί γελάνε. Καμιά φορά ρίχνουν και καμιά γκλοπιά!!»[16], αναφέρεται σε γράμμα προς τον φυλακισμένο αδελφό στις Φυλακές Κέρκυρας. Ενώ στη μάνα θα γράψει «είμαι καλά και υγείαν έχω, δεν χρειάζομαι τίποτα, μόνο τσιγάρα και μην ανησυχείς, ασχολήσου με τον Θανάση και το Σωτήρη (αδέλφια) που πάνε να τους φορτώσουν φόνο»[17].

   Στο μεταξύ, βρισκόμαστε στην καρδιά του εμφυλίου και τα πράγματα έχουν δυσκολέψει στο στρατόπεδο. Τα αυταρχικά μέτρα έχουν αυξηθεί: «δεν μας αφήνουν σε ησυχία»[18], υπάρχει αυστηρή λογοκρισία, τα μαντάτα από το μέτωπο είναι διφορούμενα, έχει διακοπεί η σύνδεση με την οργάνωση, κάποιοι που μένουν σε σπίτια εκτός στρατοπέδου έχουν κρυφά ραδιόφωνο και ακούν την «Ελεύθερη Ελλάδα»[19] αλλά και Μόσχα, και Τίρανα και Σόφια και Βελιγράδι. Τα αισθήματα ανάμεικτα. Αυτοί που ακούν «Ελεύθερη Ελλάδα» μεταφέρουν κλίμα ενθουσιασμού, άλλα υπάρχει δυσπιστία. «Ο τομεάρχης λέει εμείς να κοιτάμε τις δουλειές μας»[20]. Η ζωή στο στρατόπεδο έχει οργανωθεί υποδειγματικά. «Ήταν πλήρως οργανωμένη με τα συνεργεία, τα μαθήματα, σχολικά και τα παράνομα μαρξιστικά με πολιτική οικονομία και νεοελληνική ιστορία, καθώς και ξένες γλώσσες»[21].

   Όλοι σχεδόν έχουν κάποιο καθήκον, υπάρχει φούρνος, τσαγκαράδικο, ραφτάδικο, ομάδα λιμενεργατών, χτιστάδων, κηπουρών για καλλιέργεια λαχανικών, κουρείο, ιατρείο, αλλά και πειθαρχείο, απομόνωση για τους απείθαρχους και αυτούς που υπερέβησαν τον κανονισμό. Στην αλληλογραφία έπρεπε να γράφεις μόνο σε συγγενείς και δηλωμένα από τους εξόριστους άτομα. «Με βάλανε στο πειθαρχείο γιατί έγραψα στον Αντρέα»[22] (Ανδρέας Λάμπρου[23]). Το 1949 είχε κάθε πρωί αναφορά, εκεί μας διάβαζαν «δηλώσεις συντρόφων από τη Μακρόνησο. Ήταν ανθρώπων που τους ξέραμε γιατί τους πήγαν από τον Αη Στράτη εκεί»[24]. Έτσι «μια μέρα μας διάβασαν του Δημήτρη και όλοι γελάγαμε, λέγαμε δεν είναι δυνατόν»[25].

      Με τη λήξη του εμφυλίου στο στρατόπεδο παρέμειναν 2.500 περίπου εξόριστοι. Η ζωή πλέον είχε έναν κανονικό ρυθμό. Πολλοί παλαιοί κρατούμενοι απολύθηκαν. Μεταφέρθηκαν όμως πίσω  1.800 αμετανόητοι από τη Μακρόνησο. Το πρόβλημα της επιβίωσης εξακολουθούσε να είναι το σημαντικότερο.  «Μας δίνουν 3,5 δρχ. τη μέρα, δεν μου φθάνουν ούτε για φαγητό, αν βρείτε χρήματα στείλτε μου επιταγή»[26], και αλλού, «μανούλα έλαβα την επιταγή, 50 δρχ. είναι αρκετές, θα πάρω και τσιγάρα, να ευχαριστήσεις τον Αντρέα (Λάμπρου) και τον Αντώνη (Μπριλάκης)»[27].

      Στο στρατόπεδο υπήρχε Κομματική Οργάνωση Βάσης (ΚΟΒ) του ΚΚΕ με Γραμματέα  το μέλος της ΚΕ Σωτήρη Σουκαρά[28] και καθοδήγηση το μετέπειτα Πρόεδρο  του ΚΚΕ, παλαίμαχο αγωνιστή Απόστολο Γκρόζο. Από την πρώτη στιγμή συγκροτήθηκε γραφείο νεολαίας με υπεύθυνο το Β. Λασκαρίδη[29]. Στα 1951 φαίνεται πως εκδίδεται χειρόγραφη εφημερίδα με τον τίτλο «Σπίθα»[30], ενώ υπάρχει επικοινωνία με την καθοδήγηση του ΚΚΕ που βρίσκεται στο Βουκουρέστι, αλλά και με την ΕΔΑ. Η επικοινωνία γίνονταν μέσω του ταχυδρόμου, αλλά και βαρκάρηδων από τη Μύρινα της Λήμνου. «Προχθές λάβαμε από τον Αντώνη (εξόριστος στο Μούδρο) τα μαθήματα διαπαιδαγώγησης της ΕΠΟΝ και αρχίσαμε το διάβασμα σε γκρούπες» και αλλού «βάλαμε και πλάνο αυτομόρφωσης, κάναμε σχολές για τους αγράμματους και μαθήματα για ξένες γλώσσες. Οι περισσότεροι ήθελαν Γαλλικά και Ρωσικά, βρήκαμε μια μέθοδο Ποτάποβα[31] και πάμε καλά»[32].

      Την επαφή με το Κ.Σ. της ΕΠΟΝ μέσω της Άσπας Παπαθανασίου[33] είχε με σχετική αλληλογραφία ο Λασκαρίδης. «Απευθυνόταν σε εμένα με διαφορετικό όνομα. Οι συναγωνιστές ταχυδρόμοι μας, που βοηθούσανε τη λογοκρισία της διοίκησης και ξεχώριζαν την αλληλογραφία κατά τομείς, είχανε τον τρόπο τους και αρπάζανε το γράμμα βλέποντας το όνομα του αποστολέα και μου το δίνανε»[34].

 

 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ

       Η ζωή στο στρατόπεδο φαίνονταν να κυλάει ομαλά, κάθε τόσο απολυόταν κάποιος και μαζεύονταν οι εξόριστοι σε ένα χώρο που χρησίμευε για την Εθνική Ηθική Διαπαιδαγώγηση (ΕΗΔ) των χωροφυλάκων, στον χώρο της Μαρασλείου Σχολής, και με γλέντια εύχονταν καλή « λευτεριά». «Αύριο μάνα φεύγει ο Δημήτρης (Νικολαϊδης[35]) θα έρθει να σε βρει για να αναλάβει την υπεράσπιση του Θανάση, να του έχεις εμπιστοσύνη, να τον συμβουλεύεσαι και να κάνεις ό,τι σου πει»[36].

       Όπως αναφέρει ο Λασκαρίδης, στο στρατόπεδο υπήρχε ομάδα Ποδοσφαίρου και Βόλεϊ. Συχνά έπαιζαν αγώνες με τους ντόπιους και τους χωροφύλακες. Τις περισσότερες Κυριακές «δίναμε αγώνες μεταξύ μας. Ήτανε κι αυτό, εκτός από δημιουργική απασχόληση, ψυχαγωγία για πολλούς συνεξόριστους που παρακολουθούσανε τις συναντήσεις. Είχαμε σπουδαίους παλαίμαχους βολεϋμπολίστες: τον Μιχ. Παπαγιωτίδη, τον Κώστα Βάμβακα, τον Άγγελο Ελευθεριάδη, τον Μήτσο Νικολαΐδη (έπειτα δήμαρχο Βύρωνα), τον Κούκο από την Πάτρα κ.ά. Διαιτητές τους παλαίμαχους βολεϋμπολίστες Λάσκο Λασκαρίδη (τον αδερφό μου) και τον Σαράντη»[37].

       Κάθε βδομάδα ερχόταν το πλοίο από τον Πειραιά κουβαλώντας εφόδια, δέματα, αλληλογραφία. Επειδή το πλοίο δεν μπορούσε να δέσει στο μικρό λιμανάκι του οικισμού, καΐκια και βάρκες πλησίαζαν το πλοίο και ξεφόρτωναν, εμπορεύματα, αποσκευές και ακολούθως τα μετέφεραν στο νησί. Την περίοδο 1949-1955 το καθήκον αυτό είχε επιφορτισθεί ο ναυτικός στο επάγγελμα, εξόριστος και στέλεχος του ναυτεργατικού κινήματος Γιάννης Λίπας[38]. «Χτες αρρώστησε ο Λίπας και έπρεπε εγώ να πάω με το καΐκι στα ανοικτά για να μεταφέρω εφόδια που θα έφερνε το πλοίο. Τέσσερις τη νύχτα με φουρτούνα, είδα το χάρο με τα μάτια μου»[39]. Μια φορά την εβδομάδα το πλοίο της γραμμής τροφοδοτούσε το νησί με εφόδια. Επίσης δύο φορές την εβδομάδα πήγαινε καΐκι στη Λήμνο. «Αυτή τη βδομάδα θα πάω στη Μύρινα , 2,5 ώρες με το καΐκι, για ψώνια, αν βρω τηλ. Θα σε πάρω, γράψε μου νέα για τις δίκες του Σωτήρη και του Θανάση. Το Σωτήρη[40] μην τον φοβάσαι δεν θα τον πειράξουν, το πολύ να του ξηλώσουν τα γαλόνια, το Θανάση να προσέχεις μην τον δικάσουν Θάνατο»[41].

       Σε  κάποιο άλλο γράμμα αναφέρεται ότι συχνά γίνονταν θεομηνίες: «χτες μας καταράστηκε ο θεός, τόσο νερό δεν έχω ματαδεί. Πήρε τις σκηνές και φτάσανε στη θάλασσα, δεν ξέραμε τι να πρωτοκάνουμε, τους αρρώστους να σώσουμε ή τις σκηνές να μαζέψουμε»[42]. Ένας κεραυνός  θα σκοτώσει τέσσερις, όλοι από τον Έβρο. Κρατούσαν το στύλο για να μην πάρει ο αέρας τη σκηνή, το στύλο χτύπησε κεραυνός και  βρήκαν τραγικό θάνατο. Έγινε η κηδεία τους και η ταφή τους στο υψωματάκι του Αϊ-Μηνά με συνοδεία όλο το στρατόπεδο των εξόριστων. «Εκεί, στον Αϊ-Μηνά, δίπλα στους ομαδικούς τάφους των τριάντα τριών αγωνιστών εξόριστων που αφήσανε τα κόκαλά τους από την πείνα το 1941, θύματα της εγκληματικής στάσης της φρουράς της Χωροφυλακής και ορισμένων συνεργών ντόπιων. Τα ονόματα των τεσσάρων κεραυνόπληκτων είναι: Κων. Ματσάγκας από το Παληούρι Διδυμοτείχου, 66 χρόνων, Δημήτρης Χονδελούδης, 38 χρόνων, επίσης από το Παληούρι, Σωτήρης Δεάδος, 32 ετών από τη Ζώνη Ορεστιάδας, και Αναστάσιος Δουμπάζης, 48 ετών από τον Κριό Ορεστιάδας»[43].

     Η διοίκηση δεν επέτρεπε να βγάζουν φωτογραφίες, όμως μετά απ’ αυτό το γεγονός και μετά από πίεση, η αδιαλλαξία κάμφθηκε.  Ο Βασίλης Μανικάκης θα γίνει ο φωτογράφος θρύλος του Αη Στράτη. «Χτες βγάλαμε τις πρώτες φωτογραφίες, θα σου στείλω, μην φοβηθείς που είμαι αδυνατισμένος, είμαι καλά»[44]. Οι φωτογραφίες του Μανικάκη θα φτάσουν τη φωνή των εξόριστων στα πέρατα της γης. Με όπλο αυτές, θα ξεκινήσει μια εκστρατεία ενημέρωσης του λαού για τον Αη Στράτη. «Ο Βασίλης μας είπε ότι θα τον πληρώσουμε όταν λάβουμε επιταγή, αλλά και αν δεν λάβουμε θα του τα στείλουμε όταν με το καλό απολυθούμε»[45].

 ΠΟΛΙΤΙΚΗ –ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ -ΗΘΙΚΗ

       Σημαντική αξία έχει και η γνώμη των εξόριστων για τα πολιτικά θέματα μετά τη λήξη του εμφυλίου. Στο στρατόπεδο οργανώθηκαν συζητήσεις για την ανάλυση των αποφάσεων της ΚΕ του ΚΚΕ. Γενικά υπήρχε ομοφωνία εκτός εξαιρέσεων, αλλά φαίνεται πως αρχίζει να υποβόσκει μία δυσαρέσκεια σχετικά με τα αίτια της ήττας του ΔΣΕ αλλά και για τα Δεκεμβριανά, και για την αποκήρυξη του Βελουχιώτη κλπ. Ο Φλούντζης αναφέρει ότι «έγιναν και διαγραφές από το κόμμα γιατί κάποιοι τόλμησαν και έκαναν κριτική στο Ζαχαριάδη. Ο Σουκαράς επέβαλε την απόλυτη συμφωνία με τη Γραμμή του κόμματος»[46]. Ζημιά φαίνεται πως έκανε μια ομάδα τροτσκιστών και αρχειομαρξιστών που γρήγορα απομονώθηκε. Για τα γεγονότα αυτά, ο Γιώργος Αλεξίου γράφει: «όσοι έλεγαν τα αντίθετα από το κόμμα τους έβαλαν σε μια σκηνή μακριά, έξω από τον κυρίως καταυλισμό»[47], ενώ για τα μέλη του κόμματος που έκαναν κριτική, και «αυτοί  δεν συμμετείχαν στις δουλειές και στα μαθήματα, ενώ αποφεύγουμε να τους κάνουμε παρέα».[48]

        Επειδή οι περισσότεροι κρατούμενοι ήταν φτωχοί, με απόφαση της ΟΣΠΕ[49] κάποια στιγμή δημιουργήθηκε κοινό ταμείο όλων των εξόριστων. Στην αρχή φαίνεται πως όλα πήγαιναν καλά όμως από το 1954 και μετά τα πράγματα στράβωσαν. «Ορισμένοι δεν πληρώνουν ποτέ και φαίνεται πως το κάνουν επίτηδες»[50], θα γράψει στη μητέρα του, και γι’ αυτό ζητά να του στέλνουν πράγματα σε είδος και όχι χρήματα. «Λεφτά να μου στείλεις ελάχιστα, θέλω τσιγάρα σαν αυτά που μού ‘στειλες, όσα περισσότερα μπορείς, καφέ, ζάχαρη, ένα μπρίκι γιατί μου το κλέψανε, ασπιρίνες και ιώδιο, βαμβάκι, μία τραγιάσκα, ένα κασκόλ και πες στον Κώστα να μου ράψει δύο παντελόνια μάλλινα γιατί κρυώνω, το παλτό μου αντέχει ακόμη, α!!! και άμα βρεις γαλότσες Νο 44»[51].

ΓΙΑ ΤΑ ΑΔΕΛΦΙΑ

       Εξίσου ενδιαφέρον υπάρχει και για την τύχη των φυλακισμένων αδελφών όπου εν τω μεταξύ έχουν και οι δύο καταδικαστεί σε θάνατο για δολοφονίες. «Του Σωτήρη η κατηγορία είναι γελοία. Απ’ ότι μου είπε ο Δημήτρης, θα καταπέσει στο Εφετείο. Δεν μπορεί να τον κατηγορούν ότι σκότωσε χωροφύλακα στην Κάρυστο και ταυτόχρονα να έχουν καταδικαστεί άλλοι δύο για τον ίδιο φόνο του ίδιου προσώπου στο Σχηματάρι. Είναι πράγματι γελοίο!!! Άλλωστε αυτός ούτε που ξέρει που είναι η Κάρυστος, δεν έχει πάει ποτέ».[52] Και συνεχίζει για τον μικρότερο αδελφό «του Θανάση είναι βαριά περίπτωση , αν δεν μετατραπεί η ποινή μπορεί να εκτελεστεί, να στείλετε γράμματα παντού, να το βάλει ο Αντώνης και ο Ηλίας στη Βουλή, να ζητήσετε χάρι!, φέρτε μαρτύρους από το χωριό»[53] και η μάνα απαντάει «Ποιο χωριό παιδάκι μου, αυτοί τον καταδίκασαν, αυτοί ήρθαν μάρτυρες απάνω του, πρώτος και καλύτερος ο αδερφός μου και μετά ούλοι οι άλλοι».[54]

 Ο ΚΩΣΤΑΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ

       Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 1951 η  νεοσύστατη  ΕΔΑ[55]  μετά από πολύ σκέψη τοποθέτησε στα ψηφοδέλτιά της και εκτοπισμένους. Όπως ήταν φυσικό αυτοί που εκλέχτηκαν βουλευτές ήταν οι εκτοπισμένοι. Κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του αριστερού σχηματισμού ορίστηκε ο Πρόεδρος του ΑΚΕ Κώστας Γαβριηλίδης, εξόριστος στον Αη Στράτη. Ο Γαβριηλίδης θα ασκεί για επτά περίπου μήνες το βουλευτικό αξίωμα και θα συμμετέχει στις εργασίες της Βουλής. Όμως, το εκλογοδικείο δεν θα επικυρώσει την εκλογή εκτοπισμένων ως βουλευτών και έτσι όλοι τους θα εκπέσουν του βουλευτικού αξιώματος και θα μεταφερθούν ξανά στους τόπους εξορίας.

     Ο Γαβριηλίδης επανειλημμένα έχε κάνει αιτήσεις να αποφυλακιστεί «μιας και είχε είδη περάσει δύο εμφράγματα, είχε υπέρταση και υπόφερε από αβιταμίνωση»[56]. Με τη μεταφορά του στον Αη Στράτη, η υγεία του θα επιδεινωθεί και έξι μήνες αργότερα θα πάθει εγκεφαλικό επεισόδιο βαριάς μορφής. Στο νησί εκείνη την περίοδο δεν υπήρχε γιατρός, υπήρχε μόνο μια νοσοκόμα και για τις πρώτες βοήθειες καλούνταν φοιτητές της Ιατρικής που ήταν εξόριστοι. «Τα παιδιά προσφέρθηκαν να βοηθήσουν αλλά αυτό δεν επετράπη από τη διοίκηση»[57] με αποτέλεσμα η κατάσταση της υγείας του Γαβριηλίδη να επιδεινωθεί και σε λίγες μέρες θα πεθάνει στο κρεβάτι του αναρρωτήριου όπου είχε μεταφερθεί το Σεπτέμβρη του 1952. Βαριά σιωπή απλώθηκε στο στρατόπεδο και κηρύχθηκε τριήμερο πένθος. Ταυτόχρονα στην Αθήνα και σε όλη τη Χώρα πραγματοποιήθηκαν συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας. «Ξεχείλισε η οργή μας που αφήσανε το Γαβριηλίδη αβοήθητο, αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε απεργία πείνας και να ζητήσουμε από τη διοίκηση τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης αλλά και την επάνδρωση του Ιατρείου με γιατρούς». Και συνεχίζει: «ζητάμε να αυξηθεί το επίδομα της πείνας, να μας επιτραπεί να ψωνίζουμε με δικό μας αντιπρόσωπο. Να σταματήσει η λογοκρισία,, να σπάσει η απομόνωση από το χωριό και τους κατοίκους. Να επιτραπεί επισκεπτήριο. Να γίνονται εξετάσεις για τους αρρώστους. Να μεταφέρονται οι βαριά άρρωστοι στα νοσοκομεία. Να σταματήσουν οι πιέσεις και τα ψηστήρια της διοίκησης. Να επιτραπεί η ελεύθερη κυκλοφορία»[58]. Ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση κατέφθασε ο βουλευτής της ΕΔΑ Σπηλιώπουλος που ήταν Γιατρός καρδιολόγος, «πήγε κατευθείαν στο κτίριο της διοίκησης. Εμείς τρέξαμε και συγκεντρωθήκαμε από κάτω, τότε, μπροστά μας παρατάχθηκαν οι χωροφύλακες, τα πνεύματα άναψαν και δόθηκε εντολή να φύγουμε για να μην πιαστούμε με τους χωροφύλακες. Πήγαμε και συνεχίσαμε την απεργία»[59]

      Ο θάνατος του Προέδρου του ΑΚΕ στις 27/9/1952 θα γίνει πρώτο θέμα στην πολιτική ζωή του τόπου, ο ίδιος ήταν ιδιαίτερα λαοφιλής και είχε συμπάθειες και στο Κέντρο και τη Δεξιά, άλλωστε ο ίδιος έλεγε «πως ήταν προοδευτικός Αριστερός αλλά όχι κομουνιστής»[60]. «Εδώ οι Ακικοί[61] μας δημιουργούσαν προβλήματα, αλλά εμείς ήμασταν σταθεροί στη συνεργασία»[62]. Μεγάλος ντόρος έγινε επίσης για τη μεταφορά της σορού στην Αθήνα. Κανένας «όμως δε θα μπορέσει να ξεχάσει την τόσο απάνθρωπη συμπεριφορά και τη σκληρότητα των Αστυνομικών Αρχών και της κυβέρνησης, της εποχής εκείνης, που παρ’ όλες τις διαμαρτυρίες των συνεξορίστων του, αρνήθηκαν επίμονα να τον μεταφέρουν στην Αθήνα, όταν έπαθε το εγκεφαλικό επεισόδιο. Αλλά και όταν τον μετέφεραν πεθαμένο, δεν άφησαν καμιά συνοδεία των εξορίστων να τον ακολουθήσει. Στο δραματικό αυτό ταξίδι, σ’ ένα παλιοκάικο, μόνο του, μες στο πέλαγος, συνόδεψε τη σορό του, μόνο η κόρη του Νίτσα μαζί με τον απεσταλμένο – τότε – από την ΕΔΑ γιατρό – αείμνηστο – Γιώργο Σπηλιόπουλο΄΄[63].Και όχι μόνο αυτό, αλλά δεν τον πέρασαν καθόλου από την προκυμαία του Πειραιά που τον περίμενε ο κόσμος. Τον μετέφεραν ινγκόγκνιτο στο λιμάνι της Αθήνας και από κει στο 3ο Νεκροταφείο Νίκαιας και κηδεύτηκε, όπως- όπως, ενώ είχε προγραμματιστεί να ταφεί στο Πρώτο Νεκροταφείο.  Ένα χρόνο αργότερα τον Σεπτέμβριο του 1953 τα προβλήματα με τη τροφοδοσία και την πείνα θα οξυνθούν «στείλαμε γράμμα στον ΕΣ και τον ΟΗΕ και ο Θέμος έκανε έκκληση στους διανοούμενους να παρέμβουν γιατί  επίκειται αργός θάνατος από ασιτία»[64]. Εκείνη τη περίοδο το ΚΚΕ θα διενεργήσει ένα μεγάλο έρανο[65] οικονομικής ενίσχυσης και συγκέντρωσης ειδών επισιτισμού και ένδυσης υπόδησης κυρίως στις χώρες του ανατολικού συνασπισμού. «Χτες φθάσανε οι ‘βουργάρες’, πήρα ωραία καινούργια άρβυλα, κουβέρτες, σεντόνια και γέμισε το στρατόπεδο υλικά. Αλεύρι, λίπος, μαρμελάδες, μακαρόνια, μέχρι και σάλτσες είχε. Όλα βουλγάρικα  από τον ΕΣ. Επιτέλους για λίγες μέρες θα φάμε καλά. Μας μοίρασαν και κονσέρβες ειδικά εμάς τους νέους που όλο φωνάζουμε ότι πεινάμε».[66]. Η ζωή στο στρατόπεδο θα συνεχιστεί ομαλά μέχρι το 1956. Ιδιαίτερη σημασία για τη ζωή των εξόριστων έχουν οι πολιτιστικές εκδηλώσεις . Από το 1951 είχε δημιουργηθεί θεατρική ομάδα από τον Κατράκη και τον Καρούσο. Παίχτηκαν διάφορα έργα όπως οι ‘Πέρσες’ του Αισχύλου, ακόμη υπήρχε χορωδία με δάσκαλο τον μαέστρο Νίκο Μάργαρη, Μαντολινάτα υπό τον Κώστα Τριανταφύλλου. «Κάθε Πέμπτη και Κυριακή έχουμε χορωδία, τελευταία κάναμε κάτι Βυζαντινά σαν αυτά που έψελνε ο πατέρας στην εκκλησία. Σα καλά μου φαίνονται ,τότε που τα άκουγα ήταν φρίκη!»[67] και συνεχίζει «την άλλη Κυριακή θα έχει θέατρο, το ‘τοίμασαν τα παιδιά του τρίτου τομέα, πήγα και βοήθησα στο σενάριο , όπως τότε στο Γυμνάσιο Αταλάντης αν θυμάσαι , που πήρα και βραβείο!»[68]. Κάθε μέρα ο Φαρσακίδης[69] κάνει μαθήματα ζωγραφικής, «όλο ζωγραφίζει αυτός, είναι άπιαστος και ωραίος τύπος  στη πλημμύρα έχασε τα πάντα , τώρα του στείλανε πολλά πράγματα και κάνει και μαθήματα»[70], ενώ, «ο μαέστρος γράφει συνέχεια παρτιτούρες και όλο τραγουδάει , είναι δίπλα η σκηνή μας  και μονίμως γρατζουνάει κάποιο όργανο»[71].

ΔΙΑΣΠΑΣΕΙΣ ΣΤΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ. Η 6Η ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΟΥ 1956

     Το 1952-53, «στα βουβά, πού και πού»[72] στο στρατόπεδο ακουγόταν πως μια μικροομάδα υπό τον Τσίτσο, παλιό κομμουνιστή αγωνιστή, έκφρασε διαφωνίες για την πολιτική στο στρατόπεδο. Αυτό έγινε γνωστό και καταγγέλθηκε σε μικρή ομάδα συνεξορίστων κομματικών στελεχών. Η ύπαρξη δύο κομματικών επιτροπών, του ΚΚΕ και του ΑΚΕ, σαν αφανής πολιτική καθοδήγηση του στρατοπέδου, δημιουργούσε προστριβές και διαφωνίες με συνέπειες για τη ζωή των εξόριστων. Προέρχονταν, σε μεγάλο βαθμό, από τη στενή αντίληψη του κομματικού υπευθύνου του ΚΚΕ Κώστα Λυκούρη «περιορισμένου θεωρητικού εξοπλισμού»[73].Όταν στο στρατόπεδο ήρθε ο Παντελής-Σίμος Καραγκίτσης, ανώτερο κομματικό στέλεχος, παραμέρισε τον Κώστα Λυκούρη, επικεφαλής της ΚΕ. Προχώρησε σε αναδιάταξη στα κομματικά στελέχη, Η κατάστασή  επιδεινώθηκε, όταν στα πράγματα ως ΚΕ ήταν ο Σουκαράς και ο Κισκίρας.

     Την Πρωτομαγιά του 1954, σε μια μεγάλη κινητοποίηση με αγωνιστικές διαθέσεις στην Αθήνα και τον Πειραιά, η αστυνομία απάντησε με κύμα τρομοκρατίας και συνέλαβε «ένα τσούρμο από νεολαίους, κύρια από τον Πειραιά, και τους εκτόπισε στον Αη-Στράτη. Τα νιάτα τους φρεσκάρανε το στρατόπεδό μας, αλλά δυστυχώς, όταν φτάσαμε στην ανοιχτή διάσπαση τον Μάιο του 1956, πολλά από αυτά τα παιδιά, μπλοκαρισμένα από την καθοδήγηση του Κισκίρα, έγιναν όργανά του»[74]. Στο μεταξύ, εκτός από τη διαφορά της ομάδας Τσίτσου για καθαρά πολιτικούς λόγους, η σχετική διαφορά των στελεχών του ΚΚΕ και του ΑΚΕ συνεχίζεται και βαθαίνει με αρνητικές συνέπειες στην ενότητα του στρατοπέδου. Η κριτική σε ορισμένα στελέχη  του ΑΚΕ από την ΚΕ του ΚΚΕ έφερε μίσος και διχασμό στο στρατόπεδο.

     Μεγάλο ενδιαφέρον διεθνώς κίνησε στο παγκόσμιο κομμουνιστικό και εργατικό κίνημα η πραγματοποίηση του 20ού συνεδρίου του ΚΚΣΕ και οι αποφάσεις του Φεβρουαρίου του 1956. «Ιδιαίτερα η μυστική έκθεση του Χρουστσώφ για τον Στάλιν»[75]. «Επακόλουθο ήταν να συνέλθει η 6η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας τον Μάρτη του 1956. Το ανώμαλο εσωκομματικό καθεστώς είχε παραγίνει. Το αποτέλεσμα ήταν να γίνει μια κριτική ανάλυση-εξέταση της λαθεμένης πολιτικής της ηγεσίας με στόχο τη διόρθωση του προσανατολισμού και της γραμμής του κινήματος και του κόμματος ιδιαίτερα»[76].

    Όλα τα σχετικά με το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ και την 6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ γίνανε γνωστά στο στρατόπεδο, γιατί είχαν δημοσιευτεί στην Αυγή και τον υπόλοιπο Τύπο. Μεγάλη ήταν η αναστάτωση στους εξόριστους, «που μεγάλο μέρος τους ζητούσαν την ανάλυση των αποφάσεων της 6ης Ολομέλειας. Η ζαχαριαδική καθοδήγηση των Σουκαρά -Κισκίρα είχε ενημερωθεί από προηγούμενα και αρχίσανε να δουλεύουνε προετοιμάζοντας την πλειοψηφία που επηρεάζανε, για να δώσουν τη μάχη κατά αυτών που ξεσηκώθηκαν»[77].
   Ο Κισκίρας σε δικό του στενό περιβάλλον είχε πει: «Η απόφαση της 6ης Ολομέλειας είναι λίβελος». Ο  Σουκαράς ότι «το πνεύμα και την κατεύθυνση της 6ης Ολομέλειας τα εφαρμόζουμε στο στρατόπεδο από το ’55». Ο Κισκίρας συνεχίζοντας επιπρόσθετα είχε πει: «Ευτυχώς που ο σ. Ζαχαριάδης μένει στην ΚΕ και θα βοηθήσει το κόμμα».[78]

     Αποφασίστηκε τότε να γίνει πανστρατοπεδική συνέλευση για να συζητηθούν όλα τα θέματα που έθεταν οι εξόριστοι. «Από το σύνολο των μελών του στρατοπέδου, που ήτανε 820, απέκλεισαν αυθαίρετα και δεν πήρανε μέρος καμιά σαρανταριά»[79]. Σ’ αυτή την πρώτη πανστρατοπεδική συνέλευση «πήρανε θέση καθαρή υπέρ της απόφασης της 6ης Ολομέλειας πάνω από διακόσιοι και γύρω στους εκατό μεσοβέζικη»[80]. Έτσι το στρατόπεδο διασπάστηκε ανοιχτά και μια νέα κατάσταση δημιουργήθηκε. Αυτή η διάσπαση «κράτησε μέχρι τον Αύγουστο του 1959»[81]. Προηγούμενα ο Κισκίρας είχε διαδώσει  ότι «οι Καρακίτσης, Λυκούρης, Μενύχτας και Παύλος Νεφελούδης είναι ύποπτοι και αντικομματικά στοιχεία και να τους προσέχουμε»[82]. Αυτούς που πήρανε καθαρή θέση και αυτούς που απόκλεισαν στην πρώτη συνέλευση, τους ονόμασαν «Κίνηση»[83].

     Φαίνεται πως η καθοδήγηση του ΚΚΕ επιχειρεί να παρέμβει προκειμένου να μειωθεί η ένταση στο στρατόπεδο και να μετριασθούν οι διαφωνίες. Έτσι ο Γούσιας, επικεφαλής του παράνομου μηχανισμού στην Ελλάδα, εισηγείται, μέσω των Σουκαρά – Κισκίρα, ότι «η πολιτική του στρατοπέδου από το ’55 είναι βασικά σωστή»[84]. Αυτή η εκτίμηση οδήγησε σε νέα ένταση το στρατόπεδο με αποτέλεσμα να αυξηθούν ακόμη περισσότερο οι διαφωνούντες. «Γεμίσαμε τερμίτες»[85]  θα πει ο Κισκίρας για τους νέους αυτούς διαφωνούντες. Έτσι το στρατόπεδο τριχοτομείται σε «Σουκαρικούς» (Ζαχαριαδικούς), την «Κίνης» και τους «Τερμίτες»[86].

      Στην ‘Κίνηση’ μεταξύ των άλλων ήτανε ο Π. Καραγκίτσης, ο Ν. Τσόχας, ο Ηλ. Αποστολίδης, ο Κ. Λυκούρης, ο Τάκης Δρακόπουλος, ο Χριστόφ. Μαυρίδης, ο Ι. Γουλεμάρης, ο Π. Νεφελούδης, ο Β. Παπαγιαννόπουλος, ο Λασκαρίδης κ.α. Στους ονομαζόμενους ‘Τερμίτες’ ήτανε: Χρ. Αγγελάκης, Χρ. Κανάκης, Γερ. Φλωράτος, Παν. Κατερίνης, ο Μήτσος Μανούσος, ο Διον. Γεωργάτος, ο Λευτέρης Κολοβός, ο Ανδρ. Παναγόπουλος, ο Πότης Παρασκευόπουλος κ.ά.

     Όμως αμέσως μόλις δημοσιεύτηκε στον Τύπο η απόφαση της 6ης Ολομέλειας και πριν αρχίσουν οι σχετικές και μαζικές αναταράξεις, μια «ομάδα συνεξορίστων μας στελεχών, οι Σαβέλ Γεωργιάδης, Ν. Τσόχας, Ηλ. Αποστολίδης, Μίνως Σταυρίδης και αργότερα ο Ν. Χαραγκιώνης, έστειλαν επιστολή στην καθοδήγηση Σουκαρά -Κισκίρα και τους καλούσαν να παραιτηθούν και να παραδώσουν την καθοδήγηση, για να αποφευχθεί τυχόν ανωμαλία από διάσπαση του στρατοπέδου»[87] αλλά αγνοήθηκαν από την καθοδήγηση.

     Η κατάσταση εξομαλύνθηκε κάπως το 1957, όταν οι Ηλίας Ηλιού και Αντώνης Μπριλλάκης επισκέφθηκαν το στρατόπεδο και μετέφεραν πρόταση της ηγεσίας του ΚΚΕ για διορισμό επιτροπής καθαιρώντας στην ουσία τον Κισκίρα. Η νέα ηγεσία υπό τον Ανδρέα Παναγόπουλο δεν μπόρεσε να καταφέρει τίποτα το σημαντικό.

    Είναι χαρακτηριστική η απογοήτευση που διακατείχε όσους εξόριστους απέμειναν στο νησί . Έτσι η ανησυχία για το κίνημα και την πορεία του τόπου, παρά τα θετικά για την ΕΔΑ αποτελέσματα του 1958, θα μετατραπεί σε αποστράτευση και αδιαφορία για το κόμμα. Θα επικρατήσει μια μόνιμη αμφισβήτηση, που απλώς θα μείνει σαν μια σπίθα για μελλοντικές αναφλέξεις. Βλέπουμε πως, σε ένα γράμμα της τελευταίας περιόδου στο νησί, ζητούνται «βατραχοπέδιλα, ψαροντούφεκο και μάσκα»[88]. Ενώ αλλού να αναφέρεται σε «καταδύσεις και βιβλία για το ψάρεμα»[89]. Και παρακάτω «φτιάχνω διαρκώς σκίτσα και ζωγραφίζω. Σε λίγες μέρες θα εκθέσουμε τη δουλιά μας»[90].

     Τέλος, «Τερμίτες», «Κίνηση», και πιστοί στο ΚΚΕ, θα συναντηθούν λίγα χρόνια αργότερα σε μια νέα περιπέτεια εξορίας και θα λύσουν οριστικά τις διαφορές τους με μια νέα διάσπαση που θα βάλει οριστικά ταφόπλακα, σε όποια όνειρα έκαναν οι ρομαντικοί της γενιάς του ’40.

Πηγή: Οικογενειακό αρχείο Ιωάννας Τσέλου- Αλεξίου

(ο Γ. Αλεξίου 3ος από αριστερά στην πρώτη σειρά καθημένων)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Νίκος Αλιβιζάτος, Πολιτικοί θεσμοί σε κρίση, , Θεμέλιο, Αθήνα, 1983

Αντώνης Ι. Φλούντζης,  Στο στρατόπεδο του  Αη Στράτη 1950-1962,  Αθήνα,  1986

Βασίλης Λασκαρίδης, ημερολόγια της εξορίας, Εποχή , Αθήνα, 2004

Βασίλης Λασκαρίδης, Από τον Δεκέμβρη στον Εμφύλιο και 134 μήνες εξορία, ΑΣΚΙ Μαρτυρίες V, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2006)

Στέφανος Στεφάνου , ΄΄Οι τρεις φραξιονισμοί του Αι Στράτη΄΄,  Αρχειοτάξιο Νο 4, Θεμέλιο, Αθήνα,     Μάιος 2002

Νίτσα Γαβριηλίδη, Ο πατέρας μου Κώστας Γαβριηλίδης  Εντός ,Αθήνα, 2002

Βαρδής Βαρδινογιάννης, Οι μισοί στα σίδερα, Φιλίστωρ, Αθήνα,  1996, σ. 209-210

Μιχάλης Λυμπεράτος, Στα πρόθυρα του εμφυλίου, Αθήνα, Βιβλιοδρόμιο, 2006

Δ. Ζαφειρόπουλος, Ο αντισυμμοριακός αγών 1946-1949 Εστία , Αθήνα, 1956

Αρχείο Bασίλη Mανικάκη. Kείμενα Γ. Nικολακάκη Αη Στράτης. Φωτογραφικά ίχνη      (1940-1970)   Yπουργείο Αιγαίου, Mυτιλήνη, 1999

Π. Αρώνης Αη Στράτης: Εξόριστοι αγωνιστές. Νεκροί από πείνα και εκτελεσμένοι από τους ναζί,    Εφ. Εποχή Νο 712, 7/3/2004

Συμεών (Μάκης) Λυμπεράτος, Κείμενο  – Μαρτυρία  Για τον Αη Στράτη, Τόπος  εξορίας και αγώνα. Ριζοσπάστης, 1997

Γιάννης Στεφανίδης, συνέντευξή   Ριζοσπάστης,  2/5/ 2004.

Γιάννης Ρίτσος  Ημερολόγια Εξορίας – 3/11/ 1948

Τόποι Εξορίας, Επτά Ημέρες Καθημερινή 16 Νοέμβρη 2003            

Κώστας Βαρναλης, «Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 119-120, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1964,  σελ. 533)

«Ο Κ. Βάρναλης για τον Τ. Κόντο και την εξορία»,  Εφ. Αθήνας «Ανεξάρτητος» της 1/1/ 1936

Τ. Βουρνά: «Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας – ο εμφύλιος», εκδόσεις «Τολίδη», 1983

 Δοκίμιο ιστορίας του ΚΚΕ, Αθήνα ΣΕ,1994

 Η Τρίχρονη Εποποιία του ΔΣΕ 1946 – 1949, εκδ. «Ρ» – ΣΕ 1996

[1] Γιάννης Παπαθεοδώρου, Η φωνή και το βλέμμα, η  λογοκρισία στην επιστολογραφία των πολιτικών κρατουμένων, Θεμέλιο, Αρχειοτάξιο 5, Αθήνα, Μάϊος 2005, σελ. 136

[2] Κ. Θ. Δημαράς, Νεοελληνική επιστολογραφία, Αετός, Αθήνα, Βασική βιβλιοθήκη, σελ. 1, παρατίθεται και σε Γ. Παπαθεοδώρου, όπ. σελ.136

[3] Φίλιππος Ηλιού, Γράμματα από το Άμστερνταμ, Ερμής, Αθήνα, ΝΕΒ, 1976, σελ. ε΄

 [4] Από επιστολή του νομάρχη Κυκλάδων στο Ελεύθερον Βήμα της 8ης Αυγ. 1931

[5] Σ. Γρηγοριάδης, όπ. σελ. 129-130

[6] Ο Βουδικλάρης ήταν επικεφαλής της χωροφυλακής στον Αη Στράτη και έμεινε στην Ιστορία ως ο πλέον σκληρός βασανιστής της Μεταξικής περιόδου και επί των ημερών του πέθαναν περισσότερα από 40 άτομα από φρικτά και απάνθρωπα βασανιστήρια.

[7] Β.Λασκαρίδης, Ημερολόγια της  εξορίας, εκδ. Εποχή, Αθήνα 2005, σελ.15

[8] ΓΑ , επιστολή στη μητέρα 30/9/1947, κωδ. ΑηΣ αλληλογραφία αρ.1.  ανέκδοτο ιδιωτικό Αρχείο Ιωάννας Τσέλου-Αλεξίου

[9] Β.Λασκαρίδης ,όπ. Ημερολόγια…σελ.28

[10] Οργάνωση Συμβίωσης, Πολιτικών Εξορίστων

[11] Ο Απ. Γκρόζος (γεν.1892 στην Κομοτηνή) ήταν προπολεμικό στέλεχος του ΚΚΕ και μέλος της ΚΕ, Υπουργός Εργασίας της ΠΔΚ. Μετά την 6η Ολομέλεια του Μαρτίου 1956 τοποθετήθηκε πρόεδρος του 7μελούς Προσωρινού Καθοδηγητικού Οργάνου. Στο 10ο συνέδριο του ΚΚΕ τον Απρίλιο του 1978 ανακηρύχθηκε Επίτιμος Πρόεδρος του κόμματος , πέθανε το 1981

[12] ΓΑ, επιστολή προς αδελφό  φυλακές Χαλκίδος. οπ. αρ 4

[13] Όπ .επιστολή αρ.4

[14] Ο Βασίλης Λασκαρίδης ήταν στέλεχος της ΕΠΟΝ Καλλιθέας και Γραμματέας του Νότιου Τομέα. Ήταν 19 ετών. Στο στρατόπεδο ανέλαβε γραμματέας της ΕΠΟΝ και ήταν υπεύθυνος εκδηλώσεων και αθλητισμού.

[15] Β. Λασκαρίδης , Ημερολόγια της εξορίας, όπ. Σελ.46

[16] ΓΑ , Επιστολή προς αδελφό, φυλακές Κέρκυρας αρ.8

[17] ΓΑ. Όπ. Επιστολή προς μητέρα αρ.2

[18] Όπ επιστολή προς αδελφό στις φυλακές Κέρκυρας αρ.3

[19] Το 1947, ιδρύεται από το ΚΚΕ, σε συνθήκες εμφύλιας αναμέτρησης, ο Ραδιοφωνικός Σταθμός «Ελεύθερη Ελλάδα». Λειτουργεί μέχρι το 1956. Μετά από δύο χρόνια σιωπής θα ξαναβγεί στα ερτζιανά, μετονομαζόμενος σε «Φωνή της Αλήθειας», μέχρι τη μεταπολίτευση του 1974.

[20] ΓΑ  επιστολή προς αδελφό, αρ. 4

[21] Β. Λασκαρίδης όπ. Ημερολόγια……. σελ. 27

[22] ΓΑ επιστολή προς μητέρα ,αρ.11

[23] Κύπριος φοιτητής της Φαρμακευτικής 1946-1955, μέλος του ΚΣ της ΕΔΟΝ και αργότερα μέλος της ΚΕ του ΑΚΕΛ, πρόεδρος της Ένωσης Φαρμακοποιών Κύπρου  1969-1976

[24] ΓΑ επιστολή προς Ιωάννα, αρ. 14

[25] Αντώνης Φλούντζης, Στο στρατόπεδο του Αη Στράτη 1950-1962, Αλφειός, Αθήνα, σελ.22

[26] ΓΑ επιστολή προς μητέρα, αρ.10

[27] Όπ. αρ.12

[28] Ο Σωτήρης Σουκαράς ήταν εκπαιδευτικός, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, συμμετείχε στην 3η Ολομέλεια της ΚΕ τον Σεπτέμβριο του 1947 στην Αθήνα, η οποία έγινε τμηματικά και αποφάσισε τη γενίκευση του ένοπλου αγώνα και την στράτευση στο ΔΣΕ  μεγάλου αριθμού Αριστερών πολιτών. Μεταφέρθηκε στον Αη Στράτη στις αρχές του 1950 και παρέμεινε μέχρι το 1959

[29] Βλ. σχετικά, Λασκαρίδης, Φλούντζης, Στεφάνου

[30]  Χειρόγραφη εφημερίδα τετρασέλιδη που ξεκίνησε ως εφημερίδα τοίχου. Βγήκαν 8 τεύχη και αποσύρθηκε όταν ο Σ. Σουκαράς ανέλαβε γραμματέας της Κ.Ο του στρατοπέδου.

[31] Νίνα Ποτάποβα , καθηγήτρια φιλολογίας στο Παν/μιο της Μόσχας, Ακαδημαϊκός της ΕΣΣΔ, λάτρης της ελληνικής γλώσσας, εξέδωσε  την Ελληνορωσική μέθοδο για τη διδασκαλία της Ρωσικής γλώσσας σε Έλληνες και αντίστοιχα.

[32] ΓΑ επιστολή προς Ιωάννα αρ. 12

[33] Μέλος του ΚΣ της ΕΠΟΝ

 [34] Β. Λασκαρίδης όπ. Ημερολόγια….. σελ. 16

[35] Ο Δ. Νικολαϊδης ήταν δικηγόρος και αθλητής του βόλει από το Βύρωνα, στέλεχος της ΕΠΟΝ Σπουδάζουσας, μετέπειτα Δήμαρχος Βύρωνα.

[36]ΓΑ επιστολή προς  μητέρα, αρ. 10

[37] Β. Λασκαρίδης, όπ.σελ.34

[38] Ο Γιάννης. Λίπας καταγονταν από το Πειραιά. Ήταν στέλεχος των ναυτεργατών και μέλος του ΚΚΕ προπολεμικά.  Συνελήφθη στον Πειραιά το 1946 και στάλθηκε εξορία το 1947 αρχικά στην Ικαρία και μετά στον Αη Στράτη όπου και παρέμεινε δέκα χρόνια. Απολύθηκε για λόγους υγείας το 1958, πέθανε το 2004.

[39] ΓΑ  επιστολή προς Ιωάννα, αρ. 10

[40] Σ.Α μόνιμος ΥΠΑΞ , αξιωματικός του  2/36 Σ/τος του  ΕΛΑΣ

[41] ΓΑ επιστολή προς μητέρα αρ. 9

[42] ΓΑ επιστολή προς Ιωάννα, αρ. 10

[43] Β. Λασκαρίδης όπ. σελ. 10

[44] ΓΑ επιστολή προς μητέρα, αρ.8

[45] ΓΑ επιστολή προς μητέρα .αρ.8

 [46] Α.Φλούντζης όπ. σελ. 43

[47] ΓΑ  επιστολή προς Ιωάννα. Αρ.10

[48] ΓΑ επιστολή προς αδελφό αρ 13

[49] Ο Στ. Στεφάνου αναφέρει ότι αυτό το επέβαλε ο Σουκαράς χωρίς τη συγκατάθεση της ΟΣΠΕ

[50] ΓΑ επιστολή προς αδελφό , αρ.13

[51] Όπ. Επιστολή προς μητέρα , αρ. 14

[52] ΓΑ επιστολή προς μητέρα αρ. 8

[53] Όπ. Αρ.8

[54] Επιστολή μητέρας προς ΓΑ , αρ. 15

[55] Έλαβε 10,57% και εξέλεξε 10 Βουλευτές, από τους οποίος οι επτά ήταν εξόριστοι. (Η. Ηλιού,    Σ. Σαράφης, Κ. Γαβριηλίδης, Μ. Πρωιμάκης, Ν. Τσόχας, Γ. Ιμβριώτης, Κ. Χατζημιχάλης,)  και θα αντικατασταθούν από  Μιχ. Κύρκο, Γ. Σπηλιόπουλο, Αντ. Μπριλλάκη, Β. Εφραιμίδη, Εμμ. Μάντακα, Π. Κατερίνη, Ι. Πασαλίδη, Λ. Καραμαούνα, Γ. Βλαμόπουλο και Γ. Σίμο.

[56] Νίτσα Γαβριηλίδη, ο πατέρας μου Κ .Γαβριηλίδης, εκδ. Εντός, Αθήνα, 2002, σελ 31

[57] Νίτσα Γαβριηλίδη  όπ, .σελ 48 και σε Λασκαρίδης  Ημερολόγια…..σελ.36, Βαρδινογιάννης  σελ. 226,  Φλούντζης, σελ. 187

[58] ΓΑ επιστολή προς Ανδρέα Λάμπρου αρ. 7

[59]Όπ.αρ.7

[60] Νίτσα Γαβριηλίδη , όπ. Σελ. 5

[61] Μέλη και οπαδοί του ΑΚΕ

[62] ΓΑ επιστολή προς Α. Λάμπρου αρ.7

[63] Κ. Νάσσης στο Ριζοσπάστης 30/9/1997

[64]ΓΑ επιστολή προς Ιωάννα, αρ. 2

[65]  ΚΚΕ επίσημα κείμενα  Απόφαση της  3ης  ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ 267

[66] ΓΑ επιστολή προς μητέρα αρ. 13

[67] Όπ. Αρ.13

[68] Όπ.

[69] Γιώργος Φαρσακίδης εικαστικός καλλιτέχνης και ζωγράφος

[70] Όπ.

[71] Όπ.

[72] Β.Λασκαρίδης, Από τον Δεκέμβρη στον Εμφύλιο και 134 μήνες εξορία, ΑΣΚΙ Μαρτυρίες V, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2006, σελ.145

[73] ΄΄οπ.σελ.151 και Σ.Στεφάνου ,τρεις φραξιονισμοί του Αη Στράτη, Αρχειοτάξιο Νο 4, Θεμέλιο, 2002.          σελ.149

 [74] Β.Λασκαρίδης, Ημερολόγια της εξορίας, όπ. Σελ.41

[75] Γ.Φαράκος  Αρης Βελουχιώτης, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1997, σελ.243

[76] Α.Φλούντζης , όπ. Σελ.168

[77] Β.Λασκαρίδης όπ. Σελ.42 και Σ.Στεφάνου , όπ.σελ.151

[78] Σ.Στεφάνου , όπ.σελ. 152

[79] Β.Λασκαρίδης ,όπ.,σελ.42

[80] Β.Λασκαρίδης, όπ.σελ.43

[81] ΓΑ επιστολή προς αδελφό, αρ. 15

[82] Σ.Στεφάνου ,όπ.σελ150

[83] Βλ.ενδεικτικά  Λασκαρίδης, Στεφάνου , Φλούντζης, Τσουκνίδας.

[84] Σ.Στεφάνου, όπ.σελ. 151

[85] ΓΑ επιστολή προς Αντρέα. Αρ.16

[86] ΓΑ όπ και Λασκαρίδης ,σε.45, Στεφάνου, σελ.153

[87] Β.Λασκαρίδης ,όπ.σελ.43

[88] ΓΑ επιστολή προς μητέρα αρ.15

[89] ΓΑ, όπ.

[90] ΓΑ,όπ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s