Η στάση της Ε.Δ.Α. στο Κυπριακό κατά τη διάρκεια του αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α.

Του Αδάμου Ζαχαριάδη


Η τετραετία 1955-1959 σηματοδοτείται από τον ένοπλο αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. που καταλήγει στην υπογραφή των συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου βάσει των οποίων εγκαθιδρύεται το ανεξάρτητο κυπριακό κράτος. Μεγάλο μέρος της βιβλιογραφίας έχει αφιερωθεί στη στάση του Α.Κ.Ε.Λ. κατά τη διάρκεια της τετραετίας με έμφαση στην αρχική καταδίκη της Ε.Ο.Κ.Α αλλά και στην απόρριψη των συνθηκών Ζυρίχης-Λονδίνου. Εντούτοις, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι θέσεις της ελληνικής Αριστεράς, όπως αυτές διατυπώνονται στον πολιτικό λόγο της Ε.Δ.Α. Το Κυπριακό αναδεικνύεται σε προνομιακό πεδίο για την πολιτική ανάλυση της Ε.Δ.Α διαμορφώνοντας σε μεγάλο βαθμό τις θέσεις και τα αιτήματά της. Βασική πολιτική θέση της Ε.Δ.Α. είναι ο αναπροσανατολισμός της εξωτερικής πολιτικής της χώρας και σε αυτό το πλαίσιο τοποθετούνται και οι θέσεις για το Κυπριακό.  Η Ε.Δ.Α. τάσσεται υπέρ του αιτήματος για ένωση και αναλαμβάνει τη διοργάνωση μεγάλων συλλαλητηρίων, μέσω των ριζοσπαστικοποιείται το ενωτικό αίτημα. Δεν διστάζει, μάλιστα, να ασκήσει δριμεία κριτική σε ελληνική και κυπριακή πολιτική ηγεσία, όταν θεωρεί ότι αυτές δεν εξυπηρετούν το συγκεκριμένο πρόταγμα.

Τα τέλη της δεκαετίας του 1940 καθώς και τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1950 επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τη στάση της Ε.Δ.Α απέναντι στις εξελίξεις στο Κυπριακό κατά την τετραετία 1955-1959. Ως καθοριστικότερα γεγονότα της περιόδου αναδεικνύονται πρώτον η απόφαση του Α.Κ.Ε.Λ για συμμετοχή στις διαδικασίες της Διασκεπτικής, με την υπόδειξη Ζαχαριάδη να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην αλλαγή γραμμής του Α.Κ.Ε.Λ και δεύτερον οι απόπειρες διεθνοποίησης του Κυπριακού από τις ελληνικές κυβερνήσεις που μετατρέπουν το Κυπριακό σε κυρίαρχο ζήτημα της ελληνικής εσωτερικής πολιτικής σκηνής.

          Στην Κύπρο, η βρετανική πρόταση για συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, που κατατίθεται τον Ιούλιο του 1947, προκαλεί όξυνση των ήδη τεταμένων σχέσεων Αριστεράς και Δεξιάς. Το Α.Κ.Ε.Λ. αποφασίζει τη συμμετοχή του στις διαδικασίες της Διασκεπτικής, έχοντας ήδη υιοθετήσει την πολιτική γραμμή για «Αυτοδιάθεση – Ένωση». Σύμφωνα με τη θέση αυτή, η επίτευξη της ένωσης περνά μέσα από το στάδιο των συνταγματικών παραχωρήσεων. Η Εθναρχία και η Δεξιά αρνούνται τη συμμετοχή τους στη Διασκεπτική καθώς φοβούνται ότι τυχόν συνταγματικές παραχωρήσεις των Βρετανών θα προκαλέσουν εκλογές και είναι δυνατόν να φέρουν στην εξουσία το κόμμα της Αριστεράς. Πρόκειται, άλλωστε, για μια περίοδο μεγάλης επιρροής του Α.Κ.Ε.Λ. τόσο στην ελληνοκυπριακή όσο και στην τουρκοκυπριακή κοινότητα. Αυτός ο φόβος είναι υπαρκτός και στη βρετανική πλευρά. Ενδεικτική είναι η επιχειρηματολογία του Υπουργού Αποικιών της Βρετανίας στη συνεδρία της Επιτροπής Κοινοπολιτειακών Υποθέσεων, σύμφωνα με την οποία η  πλήρης Αυτοδιάθεση δεν είναι επιθυμητή ούτε από τους μετριοπαθείς Έλληνες ούτε και από τους Τουρκοκύπριους καθώς οι δύο αυτές ομάδες είναι εξαιρετικά ανήσυχες για το ενδεχόμενο να γίνει αποδεκτό ένα αίτημα προερχόμενο από την Αριστερά.[1]

Η ανησυχία τόσο των Βρετανών όσο και του πόλου «Εθναρχίας – Δεξιάς» οδηγεί τους πρώτους να προτείνουν περιορισμένες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις. Το γεγονός αυτό αναγκάζει το Α.Κ.Ε.Λ να καταγγείλει τη Διασκεπτική και να αποχωρήσει από τις εργασίες της. Αμέσως μετά, αντιπροσωπεία του κόμματος αποτελούμενη από τον τότε Γενικό Γραμματέα Φιφή Ιωάννου και τον ηγέτη του συνδικαλιστικού κινήματος Ανδρέα Ζιαρτίδη, μεταβαίνει στην Ελλάδα προκειμένου να διερευνήσει την εγκυρότητα των πληροφοριών περί έντονης διαφωνίας της ηγετικής ομάδας του Κ.Κ.Ε. τόσο στην απόφαση συμμετοχής στη Διασκεπτική όσο και στη γραμμή της «Αυτοδιάθεσης – Ένωσης».

Η συνάντηση γίνεται τον Οκτώβριο του 1948 στην περιοχή Λαιμός και σε αυτήν συμμετέχουν, Ιωάννου και Ζιαρτίδης από την πλευρά του Α.Κ.Ε.Λ. και Ζαχαριάδης, Βαφειάδης, Πορφυρογένης, Βλαντάς και Μπαρτζιώτας από την πλευρά του Κ.Κ.Ε.[2] Ο ηγέτης του Κ.Κ.Ε. εκφράζει την έντονη διαφωνία του κόμματος με την τακτική που ακολουθεί το Α.Κ.Ε.Λ.. Παράλληλα, εκτιμά ότι το νικηφόρο τέλος του Εμφυλίου είναι απλά ζήτημα χρόνου και θα έχει ως αποτέλεσμα την ένωση Ελλάδας και Κύπρου, υπό την ηγεσία των δύο αριστερών κομμάτων. Προτρέπει, ταυτόχρονα, τους Ιωάννου και Ζιαρτίδη να επιστρέψουν στη Κύπρο και να προετοιμαστούν ακόμα και για ένοπλο αγώνα κατά των Βρετανών. Η διαφωνία του Κ.Κ.Ε. αποδεικνύεται καταλυτική και λίγες εβδομάδες αργότερα, με απόφαση του 6ου Συνεδρίου του Α.Κ.Ε.Λ, καθαιρείται ο Ιωάννου και επανέρχεται η γραμμή για «Ένωση και μόνο Ένωση». Η απόφαση χαρακτηρίζει τη θέση για «Αυτοκυβέρνηση-Ένωση», ως «μια φιλελεύθερη, μικροαστική αντιμετώπιση του Ενωτικού Κυπριακού προβλήματος, που έτεινε να υποτάξει το επαναστατικό εργατο-αγροτικό κίνημα σε συμβιβαστικές μεταρρυθμίσεις, που ουσιαστικά το ευθυγράμμιζαν με τις διαθέσεις και τα συμφέροντα του ιμπεριαλισμού».[3] Η αλλαγή γραμμής επέτρεψε στην Εθναρχία και τη Δεξιά να αποκτήσουν πρωταγωνιστικό ρόλο στον αντιαποικιακό αγώνα, ενώ παράλληλα οι αμφιταλαντεύσεις αυτές απομάκρυναν το κόμμα της Αριστεράς από μεγάλο μέρος τόσο της ελληνοκυπριακής όσο και της τουρκοκυπριακής κοινότητας.

Το τέλος της δεκαετίας του 1940 βρίσκει την Αριστερά σε Ελλάδα και Κύπρο σε δύσκολη θέση. Ο ελληνικός εμφύλιος τερματίζεται με τη συντριπτική ήττα των αριστερών δυνάμεων, ενώ στην Κύπρο η Δεξιά αναλαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο στον αντιαποικιακό αγώνα. Στην Ελλάδα, η ίδρυση της Ε.Δ.Α. είναι η πρώτη συγκροτημένη απόπειρα επανασύστασης της Αριστεράς και το Κυπριακό αναδεικνύεται σε προνομιακό πεδίο για αυτήν.

          Η πρώτη απόπειρα διεθνοποίησης γίνεται το Νοέμβριο του 1951 όταν ο Γ. Μαύρος, επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας στον Ο.Η.Ε., καταθέτει προς συζήτηση το Κυπριακό στην Επιτροπή Κηδεμονιών του Οργανισμού παρά τις αντίθετες κυβερνητικές οδηγίες. Την επόμενη μέρα, πραγματοποιείται στην Αθήνα μεγάλο συλλαλητήριο με αίτημα την ένωση, το οποίο καταστέλλεται με βίαιο τρόπο. Στη συζήτηση που ακολουθεί στη Βουλή, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Ε.Δ.Α. Κ. Γαβριηλίδης προτείνει την έκδοση ψηφίσματος από την Ολομέλεια υπέρ της ένωσης. Το αίτημα απορρίπτεται από τον αναπληρωτή Υπουργό Εξωτερικών, Γ. Βαρβούτη, ως «θορυβώδες» καθώς, όπως δηλώνει, «όλοι γνωρίζουν ότι ο ελληνικός λαός τάσσεται υπέρ αυτού του αιτήματος».[4]

Αξίζει να σημειωθεί ότι βασικό αίτημα της Ε.Δ.Α ήταν ο αναπροσανατολισμός της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Το αίτημα αυτό εκφράζεται ακόμα πιο έντονα, όταν στις 18 Φεβρουαρίου 1952 επικυρώνεται η συνθήκη ένταξης της χώρας στο ΝΑΤΟ. Η Ε.Δ.Α. κατηγορεί τις ελληνικές κυβερνήσεις για επιλογές που δένουν τη χώρα στο δυτικό άρμα χωρίς όμως να καταφέρνουν να αποκομίσουν οφέλη σε ουσιαστικά ζητήματα, όπως το Κυπριακό. Από την άλλη, η απόφαση του Μακαρίου για ενεργό συμμετοχή της Κύπρου στο Κίνημα των Αδεσμεύτων ισχυροποιεί την πολιτική της ουδετερότητας στην περιοχή και πιέζει ακόμη περισσότερο τις ελληνικές κυβερνήσεις. Τον Σεπτέμβριο του 1954 η κυβέρνηση Παπάγου καταθέτει προσφυγή στον Ο.Η.Ε.  και αποφασίζεται η εγγραφή του ζητήματος στην Ολομέλεια του Οργανισμού με ψήφους 9 υπέρ, 3 κατά και 3 αποχές. Η Αγγλία ψηφίζει κατά, οι Η.Π.Α. αποχή και η Ε.Σ.Σ.Δ. υπέρ. Η ψηφοφορία δικαιώνει την Ε.Δ.Α. της οποίας ο πρόεδρος Ιωάννης Πασαλίδης επισημαίνει ότι: «[…]έδειξε στον Ελληνικό Λαό ποιοι είναι οι αληθινοί του φίλοι και ποιοι των συμμάχων στέκονται εμπόδιο στην Ένωση της Κύπρου και υπονομεύουν τα αληθινά συμφέροντα της πατρίδας μας […]. Η πολιτική της ίσης φιλίας αποδεικνύεται για μια ακόμη φορά σαν η μοναδική σωστή και εξυπηρετική του εθνικού συμφέροντος».[5]

Η απορριπτική απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Ο.Η.Ε. ανακοινώνεται στις 17 Δεκεμβρίου του 1954. Η ανακοίνωσή της δημιουργεί κλίμα απογοήτευσης στην Ελλάδα, όπου οργανώνονται διαδηλώσεις σε όλες τις μεγάλες πόλεις. Οι διαδηλώσεις παίρνουν έντονο αντι-δυτικό χαρακτήρα και σημειώνονται σοβαρά επεισόδια με τραυματίες πολλούς διαδηλωτές και αστυνομικούς. Την περίοδο εκείνη έχουν αναδειχθεί οι αδυναμίες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Τα γεγονότα της Κωνσταντινούπολης και η  καταψήφιση της προσφυγής στον Ο.Η.Ε καταρρίπτουν τις πολιτικές και ιδεολογικές πολιτικές της ελληνικής κυβέρνησης περί ατλαντικής συμμαχίας και ελληνοβρετανικής φιλίας.

Η πολιτική της απεξάρτησης από τη Δύση που με συνέπεια ακολούθησε η Ε.Δ.Α. συναντιέται με τις αρνητικές εξελίξεις στο Κυπριακό ζήτημα, ενισχύοντας έτσι το κόμμα της Αριστεράς. Επιπλέον, το Κυπριακό λειτουργεί ευνοϊκά για την Ε.Δ.Α. και σε δύο άλλους τομείς. Πρώτον, δημιουργείται μέσα από τα μεγάλα συλλαλητήρια και συγκεντρώσεις η κουλτούρα της διαμαρτυρίας στο δρόμο, η οποία είχε απονομιμοποιηθεί μετά την εμφύλια σύρραξη. Δεύτερον, το Κυπριακό αποδεικνύεται ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες επανανομιμοποίησης της Αριστεράς στην κεντρική πολιτική σκηνή της Ελλάδας αλλά και ενίσχυσης του αντι-δυτικού αισθήματος της ελληνικής κοινής γνώμης, ιδιαίτερα μετά την πολιτική «ίσων αποστάσεων» των Η.Π.Α. στο πογκρόμ της ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης τον Σεπτέμβρη του 1955.

Η τετραετία του αγώνα και οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου

Η 1η Απριλίου 1955 βρίσκει αιφνιδιασμένα τα ελληνικά πολιτικά κόμματα και την κοινή γνώμη. Οι εκρήξεις βομβών σε αγγλικά κτήρια, σε τρεις πόλεις της Κύπρου ήταν η πρώτη εμφάνιση της οργάνωσης Ε.Ο.Κ.Α. και η αφετηρία του ένοπλου αγώνα που τερματίστηκε με την υπογραφή των συνθηκών Ζυρίχης-Λονδίνου και την εγκαθίδρυση του ανεξάρτητου κυπριακού κράτους.

          Η Αριστερά σε Κύπρο και Ελλάδα παρουσιάζεται αμήχανη μπροστά στα νέα δεδομένα. Το Α.Κ.Ε.Λ, με ανακοίνωσή του, καταδικάζει τις βομβιστικές ενέργειες. Λίγες μέρες μετά, παρόμοια θέση εκφράζει και η εφημερίδα Αυγή σε κύριο άρθρο της, στο οποίο ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη που εκφράζεται για τις ιδεολογικές καταβολές της Ε.Ο.Κ.Α: «…έριξαν τον Κυπριακό λαό στην περιπέτεια των ανατινάξεων και των βομβών εκείνων που στις προκηρύξεις τους γράφουν: “Άγγλοι! Μια υπόδουλη Κύπρος θα είναι πάντα εναντίον σας, μια ελεύθερη Κύπρος θα είναι πάντα μαζί σας. ΕΟΚΑ”».[6] Σε μήνυμα του στον σταθμό Ελεύθερη Ελλάδα στις 25 Απριλίου, ο Νίκος Ζαχαριάδης υποστηρίζει: «[…] Στην Κύπρο στήσαν στο ΑΚΕΛ διπλή παγίδα: ή να το παρασύρουν στις τυχοδιωκτικές ψευτοένοπλες περιπέτειές τους για να δώσουν στους άγγλους την ευκαιρία να το τσακίσουν […] ή να το αναγκάσουν να πάρει τέτοια θέση καταδίκης της τρομοκρατίας και της ένοπλης πάλης ώστε να το διαβάλουν και να το δυσφημίσουν στα μάτια του λαού και πρώτα απ’ όλα της κυπριακής νεολαίας, ότι είναι ενάντια στον αποφασιστικό αγώνα κατά των άγγλων, ότι προδίνει το αγώνα της Κύπρου».[7]

          Η αρχική αρνητική στάση της Ε.Δ.Α και του Α.Κ.Ε.Λ. απέναντι στην Ε.Ο.Κ.Α. αφορά τόσο την τακτική επιλογή του ένοπλου αγώνα, όσο και την επιλογή των προσώπων που θα ηγούνταν της οργάνωσης. Στο Α.Κ.Ε.Λ. είναι φανερή η ανησυχία για την τελική έκβαση ενός τέτοιου αγώνα αλλά και για την ιδεολογική κατεύθυνση που δίνεται στον αντιαποικιακό αγώνα. Το Α.Κ.Ε.Λ. επιμένει στην τακτική του μαζικού λαϊκού αγώνα, η οποία δίνει τη δυνατότητα εμπλοκής των λαϊκών μαζών. Επιπλέον, η επιλογή του Γεωργίου Γρίβα στην ηγεσία της Ε.Ο.Κ.Α. ενίσχυε τον φόβο του Α.Κ.Ε.Λ για πιθανές ενέργειες κατά μελών του. Άλλωστε, τα μηνύματα δεν άφηναν και πολλά περιθώρια καθησυχασμού. Χαρακτηριστικό είναι το φυλλάδιο του Ε.Μ.Α.Κ. (Εθνικό Μέτωπο Απελευθέρωσης Κύπρου, μετέπειτα Ε.Ο.Κ.Α.) το οποίο αναφέρει μεταξύ άλλων: «Δεν θα δεχθώμεν τους κομμουνιστάς εις το ΕΜΑΚ. Και αν οι κομμουνισταί ενδιαφέρονται δια την Ένωσιν, δεν θα θελήσουν να αναμειχθούν εις τον απελευθερωτικό μας αγώνα.».[8] Στην περίπτωση της Ε.Δ.Α. πάντως υπήρχε ένας ακόμη σημαντικότερος παράγοντας. Το Κυπριακό αντιμετωπίζεται σταθερά και με συνέπεια, ως μέσο ανάπτυξης της αντιμπεριαλιστικής πάλης και ενίσχυσης του αιτήματος για αναπροσανατολισμό της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Ο παραγκωνισμός της κυπριακής Αριστεράς και η ανάληψη της ηγεσίας του αγώνα από την Εθναρχία και τη Δεξιά απαγορεύουν στην Ε.Δ.Α. την ταύτιση με την Ε.Ο.Κ.Α. Πάντως, κανένα από τα δύο κόμματα, και ιδιαίτερα η Ε.Δ.Α. (στο Α.Κ.Ε.Λ. υπήρχαν φωνές διαφωνίας) δεν διαφωνεί με τον στόχο της ένωσης. Οι όποιες αντιρρήσεις εκφράζονται για την επιλογή του ένοπλου αντάρτικου απέναντι στην στρατιωτική μηχανή των Βρετανών. Άλλωστε, παρά τις έντονες διαφωνίες τους τα κόμματα της Αριστεράς συνεχίζουν να οργανώνουν συγκεντρώσεις, διαμαρτυρίες και απεργιακές κινητοποιήσεις ενάντια στα αποικιοκρατικά καταπιεστικά μέτρα.[9] Είναι επίσης σημαντικό να αναφερθεί ότι στην Ελλάδα η Αριστερά περνάει περίοδο μεγάλων διώξεων από την κυβέρνηση του Συναγερμού, με εκτοπίσεις και καταδίκες για παράβαση του Α.Ν. 375 για κατασκοπεία.[10]

          Η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή τον Οκτώβριο του 1955 δείχνει αρχικά να διαφοροποιεί την πολιτική της Ελλάδας στο Κυπριακό. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα ο Καραμανλής είχε εκφράσει τη διαφωνία του με την έως τότε ακολουθούμενη πολιτική στο Κυπριακό. Η διαφωνία του αφορούσε τους διπλωματικούς χειρισμούς πίεσης των δυτικών συμμάχων, οι οποίοι δεν συνέτειναν στο να κατευναστούν οι αντιδράσεις στο εσωτερικό της Ελλάδας. Στις προγραμματικές του δηλώσεις, ο νέος πρωθυπουργός αναφέρει ότι η Ελλάδα συνεχίζει να βρίσκεται στο πλευρό των δυτικών συμμάχων της, οι οποίοι όμως θα πρέπει να αντιληφθούν τη σημασία που δίνει η ελληνική κοινή γνώμη στο Κυπριακό και να βοηθήσουν έτσι ώστε να εξευρεθεί μια λύση που να ικανοποιεί τις ελληνικές διεκδικήσεις. Την επόμενη μέρα, στο κύριο άρθρο της η Αυγή επισημαίνει: «Με τη νέα πολιτική που χαράσσει στο Κυπριακό, ο Καραμανλής εγκαταλείπει και αυτή τη γραμμή του Παπάγου. Δεν θεωρεί πια ότι το Κυπριακό αφορά την Ελλάδα και τη Μεγάλη Βρετανία, αλλά το μεταθέτει στο επίπεδο των σχέσεων Βρετανίας-Κυπρίων, προς τους οποίους υπόσχεται απλή συμπαράστασιν».[11]

          Σημαντικός σταθμός της τετραετίας 1955-1959 είναι οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Μακαρίου και του κυβερνήτη Χάρντινγκ. Το σχέδιο Χάρντινγκ κατατίθεται προς συζήτηση τον Οκτώβριο του 1955 και οι συζητήσεις Χάρντινγκ-Μακαρίου διαρκούν έξι μήνες. Το τελικό σχέδιο προτάσεων που καταθέτει ο Βρετανός κυβερνήτης προβλέπει μέτρα αυτοκυβέρνησης ως πρώτο στάδιο για την αυτοδιάθεση, η οποία θα μπορούσε να συζητηθεί στα επόμενα χρόνια. Ο Μακάριος, μετά από αλλεπάλληλες συναντήσεις, απορρίπτει τις προτάσεις με αποτέλεσμα την άδοξη λήξη των διαπραγματεύσεων.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη που εκφράζει ο Πλουτής Σέρβας, πρώην Γενικός Γραμματέας του Α.Κ.Ε.Λ. για τους λόγους που οδήγησαν τον Μακάριο στην απόρριψη των προτάσεων Χάρντινγκ: «Αυτή η αρνητική στάση του Μακαρίου, είχε επιβληθεί κυρίως από τη σκληροτράχηλη Μητρόπολη Κερύνειας και το Γρίβα Διγενή».[12] Η ανάλυση αυτή βέβαια αγνοεί τη στάση της Αριστεράς σε Κύπρο και Ελλάδα. Σε άρθρο του Εζεκία Παπαϊωάννου, το οποίο δημοσιεύεται στον κυπριακό Τύπο, ο τότε Γ.Γ. του κόμματος αναφέρει: «ΟΧΙ στρατάρχη Τζων Χάρντινγκ, ο κυπριακός λαός δεν παζαρεύει την λευτερία του. Την θέλει ανόθευτη, πραγματική λευτερία. Μια μονάχα λύση υπάρχει στο κυπριακό ζήτημα κι αυτή είναι η αυτοδιάθεση της Κύπρου δίχως όρους, πολεμικές βάσεις, συντάγματα ή άλλα ανταλλάγματα. Η αυτοδιάθεση τώρα».

Εξίσου σκληρή είναι και η στάση της Ε.Δ.Α. κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Ο Ι. Πασαλίδης κατηγορεί την κυβέρνηση Καραμανλή ότι ενταφιάζει το Κυπριακό και παρασύρει σε υποχωρητικότητα και την κυπριακή Εθναρχία. Είναι επιπλέον η πρώτη φορά που η Ε.Δ.Α εκφράζει την αντίθεσή της απέναντι στους χειρισμούς του Μακαρίου. Σε συνάντηση που γίνεται στην Αθήνα, η αντιπροσωπεία της Ε.Δ.Α παραδίδει στον Μακάριο έγγραφο με τις θέσεις του κόμματος, στο οποίο τονίζεται ότι μοναδική αποδεκτή λύση είναι η αυτοδιάθεση χωρίς όρους. Λίγες μέρες μετά, η Διοικούσα Επιτροπή της Ε.Δ.Α με ανακοίνωσή της επιρρίπτει εκ νέου ευθύνες στην κυβέρνηση Καραμανλή, την οποία καλεί να «σταθεί ενεργητικά στο πλευρό των Κυπρίων και να διακόψει τις ύποπτες παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις με τους Άγγλους ιμπεριαλιστές».[13]

Αξίζει κανείς να σταθεί στην έγκληση της Ε.Δ.Α. προς τον Έλληνα πρωθυπουργό. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η Ε.Δ.Α ενέτασσε το Κυπριακό ζήτημα σε μια ευρύτερη πολιτική ανάλυση, μέσω της οποίας διεκδικούσε τον αναπροσανατολισμό της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. Η θέση όμως περί ενεργητικότητας της ελληνικής κυβέρνησης παραπέμπει στην πολιτική του «εθνικού κέντρου» που εφαρμόζει ο Γεώργιος Παπανδρέου από το 1963 και μετά. Σύμφωνα με αυτή την πολιτική αντίληψη, η Αθήνα ήταν υπεύθυνη για ολόκληρο τον ελληνισμό, συμπεριλαμβανομένης της Κύπρου, και έπρεπε να έχει τον πρώτο και τελευταίο λόγο για τους χειρισμούς της ελληνοκυπριακής πλευράς. Ωστόσο, στις εξελίξεις που αφορούν το Κυπριακό, η σχέση μεταξύ κέντρου και περιφέρειας έχει πολλές φορές αντιστραφεί προς όφελος της περιφέρειας. Χαρακτηριστικότερα παραδείγματα είναι η πίεση που ασκεί η κυπριακή Εθναρχία στις ελληνικές κυβερνήσεις για κατάθεση του Κυπριακού στον Ο.Η.Ε., οι αυτόβουλοι χειρισμοί Μακαρίου-Γρίβα κατά την περίοδο του αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. αλλά και οι χειρισμοί της κυβέρνησης Μακαρίου μετά την υπογραφή των Συνθηκών Ζυρίχης-Λονδίνου.

Σε κάθε περίπτωση, οι εξελίξεις μετά το ναυάγιο των συνομιλιών Χάρντινγκ-Μακαρίου δεν είναι ενθαρρυντικές. Ο Μακάριος, μαζί με τρεις συνεργάτες του, εξορίζεται στις Σεϋχέλλες, γίνονται οι πρώτες απαγχονίσεις αγωνιστών της Ε.Ο.Κ.Α., ξεκινάει κύκλος διακοινοτικών συγκρούσεων μετά τις επιθέσεις της Ε.Ο.Κ.Α. κατά Τουρκοκυπρίων, ενώ οι Βρετανοί προβαίνουν και σε συλλήψεις στελεχών του Α.Κ.Ε.Λ.[14] Η είδηση για τη σύλληψη του Μακαρίου πυροδοτεί νέες μαζικές διαδηλώσεις σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Οι διαδηλώσεις γίνονται παρά τις απαγορεύσεις της ελληνικής κυβέρνησης και σε αυτές σημειώνονται αιματηρά επεισόδια με τραυματισμούς διαδηλωτών και αστυνομικών. Την επομένη του μεγάλου συλλαλητηρίου της 12ης Μαρτίου 1956, η Κρατική Ασφάλεια συλλαμβάνει και εξορίζει στον Άη-Στράτη 35 μέλη της Ε.Δ.Α. Δύο μήνες μετά, τα συλλαλητήρια επαναλαμβάνονται, αυτή τη φορά με αφορμή τον απαγχονισμό από τους Βρετανούς δύο αγωνιστών της Ε.Ο.Κ.Α, του Μιχαλάκη Καραολή και του Ανδρέα Δημητρίου. Στην πρώτη γραμμή των διαδηλώσεων βρίσκεται η νεολαία και επιφανή στελέχη της Ε.Δ.Α, ζητώντας και πάλι την παραίτηση της κυβέρνησης και καταθέτοντας μαζί με τα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης πρόταση μομφής.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, ξεσπά η κρίση του Σουέζ. Η απόφαση για εθνικοποίηση της διώρυγας από τον ηγέτη της Αιγύπτου Αμπντέλ Νάσερ προκαλεί τις αντιδράσεις Βρετανών και Γάλλων, οι οποίοι εγκαθιδρύουν κοινό στρατηγείο στην Κύπρο και απειλούν με επέμβαση. Η παρέμβαση της Ε.Σ.Σ.Δ. αλλά και των Η.Π.Α. αποσοβεί τον κίνδυνο ένοπλης σύρραξης. Τα γεγονότα στην Αίγυπτο πάντως ενισχύουν το αίτημα της Ε.Δ.Α. για αναπροσανατολισμό της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής κα εντείνουν την αντιπολιτευτική της ρητορική. Η Ε.Δ.Α. προχωρεί σε πρόταση για κατάρτιση κοινού εθνικού προγράμματος για τη σωτηρία της Κύπρου. Στο προτεινόμενο σχέδιο ξεχωρίζουν οι θέσεις για ταύτιση των ελληνικών χειρισμών με αυτούς της αιγυπτιακής ηγεσίας, για αναστολή των συμμαχικών υποχρεώσεων της χώρας μέχρι την πλήρη λύση του Κυπριακού και για κήρυξη της ελεύθερης Κύπρου σε πλήρως αποστρατικοποιημένη περιοχή. Τέλος, η Ε.Δ.Α. επιμένει στην πλήρη απόρριψη οποιασδήποτε ενδιάμεσης λύσης πέραν της αυτοδιάθεσης.

Η Ε.Δ.Α αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και βάζει το Κυπριακό στο προσκήνιο των πολιτικών εξελίξεων στην Ελλάδα. Από τον Οκτώβριο του 1956, ξεκινά καμπάνια συλλογής υπογραφών με αίτημα την αυτοδιάθεση της Κύπρου. Στο κείμενο, το οποίο υπογράφουν χιλιάδες πολίτες, σύλλογοι φοιτητών και εργαζομένων και δημοτικά συμβούλια γίνεται αναφορά στην αποικιοκρατία η οποία «[…] προσβάλει βαρύτατα τας πλέον στοιχειώδεις αρχάς της Διεθνούς Δικαιοσύνης», ενώ χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει καμία αναφορά στην ένωση, η οποία υπονοείται μέσω του αιτήματος για αυτοδιάθεση.[15]

Γίνεται εμφανές ότι το Κυπριακό καταλαμβάνει κεντρική θέση στον πολιτικό λόγο της Ε.Δ.Α. και σε μεγάλο βαθμό καθορίζει τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Η ελληνική κυβέρνηση καταθέτει τον Σεπτέμβριο του 1956 προσφυγή στον Ο.Η.Ε. για καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κύπρο. Οι Βρετανοί απαντούν με τρεις ακόμα απαγχονίσεις και ο Γρίβας απευθύνει έκκληση για κυβέρνηση εθνικής ενότητας όλων των ελληνικών κομμάτων. Η ελληνική κυβέρνηση δεν απαντά και ο Πασαλίδης την κατηγορεί ότι στέκεται εμπόδιο στην εκπλήρωση του πανεθνικού αιτήματος και παράλληλα ζητά την άμεση απομάκρυνσή της.

Η ανακοίνωση της Διοικούσας Επιτροπής της Ε.Δ.Α. στις 8 Νοεμβρίου του 1956 είναι ενδεικτική των θέσεων του κόμματος για τις εξελίξεις στο Κυπριακό. Σε αυτήν η Ε.Δ.Α. αναφέρει: «Οι πρωτοβουλίες για ανακωχή εκδηλώθηκαν σε χρονική περίοδο που οι Βρετανοί είχαν στριμωχθεί και δεν εξυπηρετούσαν τον αγώνα του Κυπριακού λαού».[16] Η ανακοίνωση συνεχίζει με κατηγορίες κατά της ελληνικής κυβέρνησης: «Υπάρχει διάσταση στην Ελλάδα ανάμεσα στους πόθους του λαού και την πολιτική της κυβέρνησης […] αρκείται σε εκ των υστέρων χλιαρές διαμαρτυρίες για την τρομοκρατία των Βρετανών […] εφαρμόζει πολιτική τυφλής υπακοής στους Αμερικάνους, πολιτική φιλίας με τους Μεντερέδες, πολιτική παζαρέματος με τους Άγγλους». Σημαντικό σημείο της συγκεκριμένης ανακοίνωσης είναι η στροφή που πραγματοποιείται σε σχέση με την Ε.Ο.Κ.Α., σύμφωνα με την οποία: «Ανεξάρτητα από το ότι δεν έχει επιτευχθεί ενότητα, συνδυάζεται αντικειμενικά η ένοπλη με τη μαζική πάλη». Η ανακοίνωση της Ε.Δ.Α.  τελειώνει με τις προτάσεις του κόμματος για το Κυπριακό: «Ειδικότερα, συνέχιση του αγώνα με όλα τα μέσα. Συνδυασμός μαζικού και ένοπλου αγώνα. Σύνδεση αγώνα με το αντιαποικιακό κίνημα και κυρίως με τις Αραβικές χώρες».[17]

 Η Ε.Δ.Α. έχει πλέον διαφοροποιήσει τη στάση της απέναντι στον αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. καθώς οι εξελίξεις στην Κύπρο ενισχύουν τις θέσεις της Ε.Δ.Α. στην εσωτερική πολιτική σκηνή. Ενδεικτική είναι και η αναφορά του Πασαλίδη στην Βουλή των Ελλήνων, στις 9 Απριλίου 1956: «Και είπε και κάτι άλλο, ότι η Ε.Δ.Α. καμιά φορά δεν ανεφέρθη στους αγωνιστάς της Κύπρου, στην Ε.Ο.Κ.Α, στο Διγενή. Εμείς πάντοτε υποστηρίζουμε όλους τους πραγματικούς αγωνιστές της Κύπρου, ανεξάρτητα από τα πολιτικά τους φρονήματα. Όταν η Μεγάλη Βρετανία, η οποία θεωρείται φιλελεύθερον Κράτος, έθεσε στην Κύπρον εκτός νόμου το αριστερό κόμμα, το Α.Κ.Ε.Λ. κανένας από εσάς δεν διαμαρτυρήθηκε. Εμείς και τότε διαμαρτυρηθήκαμε και όταν εστάλη στην εξορία ο Μακάριος. Αυτό δείχνει, ότι εμείς κάνουμε πραγματική πανεθνική πολιτική και στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Σεις κάμετε κομματική πολιτική».[18]

Το 1958 είναι χρονιά κομβικής σημασίας για τις εξελίξεις στην Κύπρο. Ο αγώνας της Ε.Ο.Κ.Α. έχει πάρει πλέον αντι-κομμουνιστικά χαρακτηριστικά και δύο μέλη του Α.Κ.Ε.Λ. δολοφονούνται μετά από εντολή του Γρίβα. Στην Κύπρο διοργανώνεται με πρωτοβουλία του Α.Κ.Ε.Λ, 48ώρη απεργία με μεγάλη συμμετοχή και το κόμμα καλεί τον Μακάριο να πάρει θέση για το συγκεκριμένο γεγονός. Οι δολοφονίες οδήγησαν την Κεντρική Γραμματεία του Α.Κ.Ε.Λ. να εισηγηθεί την αγορά όπλων με σκοπό την άμυνα των Ακελιστών που απειλούνταν από την Ε.Ο.Κ.Α.[19] Τελικά όμως, η Κεντρική Επιτροπή του Α.Κ.Ε.Λ. αποφασίζει να ακολουθήσει ηπιότερους τρόπους αντίδρασης. Την ίδια στιγμή, η Ε.Δ.Α. εκδίδει μια χαλαρή ανακοίνωση, στην οποία επισημαίνει την ανάγκη μη διάσπασης του εθνικού αγώνα κατά των Βρετανών και καλεί τους «ηγέτες όλων των μερίδων του κυπριακού λαού να ωθήσουν την ενότητά των, υιοθετούντες την έκκληση του αρχιεπισκόπου Μακαρίου, για δημιουργία σχήματος εθνικής ενότητας».[20] Έτσι, η Ε.Δ.Α. δεν κάνει καμία αναφορά στις ευθύνες του Γρίβα για τις συγκεκριμένες δολοφονίες και για άλλες παρόμοιες ενέργειες της Ε.Ο.Κ.Α. Επιπλέον καλεί το Α.Κ.Ε.Λ. να μπει σε συμμαχικό σχήμα με τον Μακάριο και τον Γρίβα, παρά το γεγονός ότι οι τελευταίοι είχαν παντελώς περιθωριοποιήσει το κόμμα της Αριστεράς αποκλείοντάς το από όλες τις πολιτικές αποφάσεις της ελληνοκυπριακής πολιτικής ηγεσίας. Από την πλευρά του το Α.Κ.Ε.Λ., με ανακοίνωση της Κεντρικής Επιτροπής, καταγγέλλει τις δολοφονίες μελών του και επισημαίνει ότι σκοπός των δραστών είναι η επικράτηση της Ε.Ο.Κ.Α. ως μόνης πολιτικής οργάνωσης στην Κύπρο. Εν τω μεταξύ, η Ε.Δ.Α. αποκτά σημαντικότατο ρόλο στην ελληνική πολιτική σκηνή καθώς μετά τις εκλογές του Μαΐου του 1958 είναι πλέον αξιωματική αντιπολίτευση. Σε συνάντηση του κόμματος με τον Μακάριο στην Αθήνα, η αντιπροσωπεία της Ε.Δ.Α του ζητά να δράσει, έτσι ώστε να αποτραπεί η εμφύλια σύρραξη στη Κύπρο. Ο Μακάριος προβαίνει τις επόμενες μέρες σε μια χαλαρή δήλωση αποδοκιμασίας των ενεργειών του Γρίβα, χωρίς όμως να τον κατονομάζει.

Άξια αναφοράς είναι η πρωτοβουλία ενημέρωσης ευρωπαϊκών πολιτικών νεολαιών από τη Νεολαία της Ε.Δ.Α. το 1958. Το κείμενο ενημέρωσης είναι ένα εκτενές πολιτικό κείμενο που αναλύει τις θέσεις της Νεολαίας Ε.Δ.Α. για το Κυπριακό, επιχειρώντας παράλληλα να καταρρίψει τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν οι Βρετανοί στη διεθνή συζήτηση. Γίνεται έντονη αναφορά στην ελληνικότητα της Κύπρου και στο ενωτικό δημοψήφισμα ενώ για τον ένοπλο αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α αναφέρεται: «Τη στιγμή αυτή διεξάγεται ένας άγριος αγώνας στη Κύπρο. Ο λαός αγωνίζεται για την αυτοδιάθεση εμπνεόμενος από το παλιό Ελληνικό επαναστατικό σύνθημα: Ελευθερία ή θάνατος».[21] Το κείμενο αναφέρεται και σε σχέδια των Βρετανών να δώσουν δικαιώματα στην Τουρκία, η οποία: «έχει παραιτηθεί ρητά από όλα τα δικαιώματά της επί της Κύπρου υπογράφοντας το 1914 τη Συνθήκη της Λωζάνης».[22]

Τον Ιούνιο του ίδιου έτους, η ελληνική κυβέρνηση ανακοινώνει την αποχώρηση της χώρας από το στρατηγείο του ΝΑΤΟ στη Σμύρνη. Η Ε.Δ.Α. θεωρεί την αποχώρηση αυτή κίνηση εντυπωσιασμού και άνευ πραγματικής πολιτικής σημασίας. Λίγες μέρες μετά, οι Βρετανοί ανακοινώνουν νέες προτάσεις για διευθέτηση του προβλήματος. Πρόκειται για το Σχέδιο Μακμίλλαν, το οποίο προβλέπει πλαισίωση του Βρετανού κυβερνήτη από δύο αρμοστές, έναν Ελληνοκύπριο και έναν Τουρκοκύπριο, όπως επίσης και σύσταση δύο κοινοβουλίων. Η Ε.Δ.Α. απορρίπτει κατηγορηματικά το νέο σχέδιο καθώς θεωρεί ότι αποσκοπεί στη διχοτόμηση και ζητά συζήτηση του Κυπριακού στη Βουλή. Ο Μακάριος και η ελληνική κυβέρνηση απορρίπτουν επίσης το Σχέδιο αφήνοντας, όμως, για πρώτη φορά να εννοηθεί ότι δεν είναι αρνητικοί στο στάδιο της Αυτοκυβέρνησης, ως ενδιάμεσο στάδιο μέχρι τον τελικό στόχο της Αυτοδιάθεσης. Η Ε.Δ.Α. διατηρεί, για άλλη μια φορά, πιο απορριπτική στάση από τη Δεξιά. Σε συνέντευξη του Ι. Πασαλίδη  στην κυπριακή εφημερίδα “ΦΩΣ”, ο πρόεδρος της Δ.Ε. της Ε.Δ.Α. διατυπώνει εκ νέου την άποψη ότι η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να συνδέσει τον αγώνα της Κύπρου με το αίτημα των Αραβικών λαών για ανεξαρτησία, ενώ προτείνει: «αποστρατικοποίηση της νήσου ως μέσο φιλικό προς την περιοχή και που αφαιρεί από τους Τούρκους επιχειρήματα».[23]

Οι συζητήσεις για το Κυπριακό εντατικοποιούνται καθώς είναι πλέον εμφανές ότι οι δυτικοί σύμμαχοι της Ελλάδας ενδιαφέρονται για μια τελική διευθέτηση του ζητήματος. Τον Σεπτέμβριο του 1958, ο Μακάριος προβαίνει σε μια δήλωση που διαφοροποιεί τα μέχρι τότε δεδομένα. Σε συνάντησή του με τη βουλευτή του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος, Μπάρμπαρα Κασλ δηλώνει: «[…] είμαι έτοιμος να αποδεχθώ την ίδρυση ανεξάρτητου κράτους εν Κύπρω υπό τον όρον ότι τούτο δεν θα μεταβληθή είτε διά της Ενώσεως με την Ελλάδα είτε δια του διαμελισμού είτε δι’ ουδήποτε άλλου τρόπου, εκτός εάν τα Ηνωμένα Έθνη ενέκριναν τοιαύτην μεταβολήν».[24] Η δήλωση Μακαρίου προκάλεσε κύμα αντιδράσεων σε Ελλάδα και Κύπρο.  Εντούτοις, η Αριστερά στην Κύπρο στηρίζει αυτή την αλλαγή στάσης του Αρχιεπισκόπου. Με ανακοίνωσή τους, τόσο η Π.Ε.Ο. (Παγκύπρια Εργατική Ομοσπονδία), συνδικαλιστικό όργανο του Α.Κ.Ε.Λ. όσο και το ίδιο το κόμμα εκφράζουν τη συμφωνία τους με την πρόταση Μακαρίου διευκρινίζοντας, όμως, ότι ο στόχος της αυτοδιάθεσης δεν εγκαταλείπεται. Έντονη διαφωνία με τις προθέσεις Μακαρίου εξέφρασαν ο Γρίβας και ο Μητροπολίτης Κερύνειας, όπως και ολόκληρη η εθνικιστική Δεξιά. Κατηγορηματικά αρνητική είναι και η θέση της Ε.Δ.Α. Σε ανακοίνωση της Δ.Ε. του κόμματος τονίζεται ότι η νέα θέση του Μακαρίου αποτελεί οπισθοχώρηση και αδικαιολόγητη εγκατάλειψη της μάχης για αυτοδιάθεση, ενώ επιρρίπτονται ευθύνες και στην ελληνική κυβέρνηση. Η Ε.Δ.Α. οξύνει την αντιπολιτευτική της δράση με αιχμή το Κυπριακό. Η αρθρογραφία στην Αυγή για θέματα που αφορούν το Κυπριακό είναι σχεδόν καθημερινή, ενώ το αίτημα για αναπροσανατολισμό της εξωτερικής πολιτικής παίρνει μαζικές διαστάσεις.

Η ελληνική κυβέρνηση ανακοινώνει αλλαγή πολιτικής και καταθέτει σχέδιο απόφασης στην Πολιτική Επιτροπή του Ο.Η.Ε. Στο σχέδιο η κυβέρνηση Καραμανλή εκφράζει τη συμφωνία της προς τη νέα πολιτική Μακαρίου και ζητά καθεστώς ανεξαρτησίας με εγγυήσεις στην τουρκική μειονότητα. Οι εξελίξεις οδηγούν, πλέον, με γοργό ρυθμό στις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου.  Η Ε.Δ.Α. εκφράζει τις ανησυχίες της για την προτεινόμενη λύση. Ενδεικτικό των θέσεων της Ε.Δ.Α. είναι το διαφωτιστικό υλικό, που κυκλοφορεί τον Φεβρουάριο του 1959. Σε αυτό εκφράζεται η πλήρης αντίθεση του κόμματος στις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου για επτά λόγους. Πρώτον, γιατί αποκλείουν για πάντα την Ένωση: «Η ερήμην του Κυπριακού Λαού συμφωνία της Ζυρίχης αποτελεί εις την πραγματικότητα Εθνική τραγωδία […] καταρρακώνει τα ιερά δίκαια του Ελληνικού Έθνους». Δεύτερον, λόγω της εγκατάστασης στο νησί τουρκικών στρατευμάτων: «[…] ακόμα και η ιδέα της συμμετοχής στις συζητήσεις για το μέλλον της Κύπρου είχε θεωρηθεί εθνικώς απαράδεκτη, τώρα οι Τούρκοι της Άγκυρας βάζουν πόδι ση νήσο […] και θα “επαναπατρισθούν” στην Κύπρο όλοι οι Τούρκοι, που ισχυρίζονται πως είναι κυπριακής καταγωγής». Τρίτον, γιατί θεμελιώνεται καθεστώς τριπλής κατοχής (Αγγλία, Τουρκία, ΝΑΤΟ) και όχι ανεξαρτησίας. Τέταρτον, διότι το δικαίωμα βέτο που δόθηκε στον Τουρκοκύπριο αντιπρόεδρο θεωρήθηκε αντιδημοκρατικό. Πέμπτον, γιατί η Ε.Δ.Α. θεωρούσε ότι η συνθηκολόγηση δεν ήταν «αδήριτος ανάγκη». Έκτον, γιατί υπήρχαν στη συμφωνία επικίνδυνα στοιχεία εμπλοκής της Ελλάδας και τέλος, γιατί οι βάσεις που διατηρούσε η Βρετανία θα στρέφονταν εναντίον του Αραβικού κόσμου.[25] Παράλληλα, το Α.Κ.Ε.Λ. παρά την προγενέστερη θέση του περί στήριξης των θέσεων Μακαρίου, διαφώνησε με την προτεινόμενη λύση και προέτρεψε τον Αρχιεπίσκοπο να μην την αποδεχθεί.

Στις 23 Φεβρουαρίου 1959, ξεκινά η συζήτηση των συμφωνιών στην ελληνική Βουλή. Όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης εκφράζουν τη διαφωνία τους, ενώ το κόμμα των Φιλελευθέρων καταθέτει και πρόταση μομφής κατά της κυβέρνησης Καραμανλή. Ο Ηλιού, που αναλαμβάνει να εκφράσει τη θέση της Ε.Δ.Α, χαρακτηρίζει το σύνταγμα που εγκαθιδρύεται ως παραίτηση από τον στόχο της αυτοδιάθεσης, ενώ παράλληλα δηλώνει ότι η εθνική υπόθεση της Κύπρου χάθηκε λόγω των συμμαχιών που επέλεξαν οι ελληνικές κυβερνήσεις.[26] Η συζήτηση στη Βουλή είναι θυελλώδης και καταλήγει σε έντονους διαξιφισμούς μεταξύ των βουλευτών της κυβέρνησης και των κομμάτων της αντιπολίτευσης, με χαρακτηριστικότερο το περιστατικό όπου ο Σοφούλης Βενιζέλος δηλώνει ότι δεν αποδέχεται το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας και αναφωνεί: «Ζήτω η Ένωσις!», σύνθημα που υιοθετεί και η Αυγή στο φύλο της επόμενης  μέρας.

Η Ε.Δ.Α. συνεχίζει να τάσσεται κατά των Συνθηκών Ζυρίχης-Λονδίνου και το επόμενο διάστημα. Έτσι, το κόμμα εκδίδει ψήφισμα για υπογραφές στο οποίο: «απευθύνεται έκκλησις προς όλα τα πολιτικά κόμματα να περιλάβουν, εις το εκλογικόν των πρόγραμμα, την δέσμευσιν ότι θα καταγγείλουν τας συμφωνίας Λονδίνου-Ζυρίχης και θα αγωνισθούν δια την αναγνώρισην του αιτήματος της αυτοδιαθέσεως της Κύπρου».[27]

 

Συμπεράσματα

Παρακολουθήσαμε με ποιο τρόπο το ζήτημα του Κυπριακού τοποθετείται στην προμετωπίδα της πολιτικής ανάλυσης της Ε.Δ.Α, ενισχύοντας έτσι την πάγια πολιτική της θέση περί αναπροσανατολισμού της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Λαμβάνοντας υπόψη το δεδομένο αυτό, μπορεί κανείς να ισχυριστεί, ότι η στάση αυτή αποτέλεσε βοηθητικό παράγοντα στην απόφαση για έναρξη του ένοπλου αγώνα από πλευράς Μακαρίου και Γρίβα. Όπως αναφέρει άλλωστε, ο Πλουτής Σέρβας: «Η πρωτοβουλία ανήκε στον Συνταγματάρχη Γεώργιο Γρίβα, με συμπαραστάτες ελάχιστους Κύπριους εξόριστους πατριώτες, που, μένοντας αμετάθετοι στην ενωτική πορεία, επέμεναν να μη λάβουν υπόψη την στάση της Ελληνικής κυβέρνησης. Πίστευαν ότι η ένταση του ένοπλου θα εξεβίαζε τους υπεύθυνους της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής να αλλάξουν στάση».[28]

Σε κάθε περίπτωση, οι θέσεις της ελληνικής Αριστεράς στο Κυπριακό ζήτημα καθορίστηκαν, σύμφωνα με την δική μας ανάγνωση, από τρεις παράγοντες. Πρώτον, από τη συνεχή και δύσκολη απόπειρα επανανομιμοποίησης της Αριστεράς μετά την εμφύλια σύρραξη. Καθ’ όλη τη διάρκεια των δύο δεκαετιών που εξετάστηκαν η Αριστερά είχε να αντιμετωπίσει τις σκληρές κατηγορίες των πολιτικών της αντιπάλων περί εθνικής μειοδοσίας και προδοσίας. Έτσι, προτείνουμε ότι οι εξελίξεις στο Κυπριακό αντιπροσωπεύουν για την ελληνική Αριστερά ένα πολιτικό πεδίο αποκατάστασης του πατριωτικού της στίγματος, που είχε πληγεί στο παρελθόν από τις θέσεις που είχε πάρει σχετικά με τα ζητήματα της Βόρειας Ηπείρου και του Μακεδονικού. Ένας δεύτερος παράγοντας που καθορίζει τη στάση της Ε.Δ.Α στο Κυπριακό είναι η πάγια θέση για αναπροσανατολισμό της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. Η θέση αυτή ενισχύεται από το έντονο αντι-δυτικό αίσθημα της ελληνικής κοινής γνώμης, που αφορά την ξεκάθαρα παρεμβατική στάση των συμμάχων της χώρας στα εσωτερικά πολιτικά ζητήματα. Η συγκεκριμένη πολιτική ανάλυση έθεσε στο επίκεντρο το ζήτημα του αντί-ιμπεριαλισμού και της απεξάρτησης της χώρας από τον δυτικό παράγοντα, στερούνταν όμως της δυνατότητας ανάλυσης των ιδιαίτερων εσωτερικών συνθηκών που επικρατούσαν στην Κύπρο. Αυτός είναι, κατά την γνώμη μας και ο τρίτος παράγοντας που διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των συγκεκριμένων θέσεων. Η πολιτική ανάλυση της Ε.Δ.Α. πάσχει, σε μεγάλο βαθμό, από αδυναμία ανάγνωσης τόσο της συγκυρίας στην Κύπρο, όσο και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που διαμόρφωνε η παρουσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας στο νησί, η οποία αποτελούσε τότε το 20% του πληθυσμού.

Βιβλιογραφία

  1. Δίγκλης, Μ. Παύλος (2005), Πικρές αλήθειες. Κυπριακό 1878-2004, Λευκωσία.
  2. Δίγκλης, Μ. Παύλος (2010), ΑΚΕΛ: Με τόλμη και παρρησία, Λευκωσία.
  3. Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, Β’ Τόμος: Από το τέλος του 1949 ως και την Δωδέκατη Ολομέλεια (2010) , Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.
  4. Ιωάννου, Φιφής (1970), Έτσι άρχισε το Κυπριακό. Οι σχέσεις ΑΚΕΛ-ΚΚΕ στα χρόνια του εμφυλίου, Λευκωσία: Φιλίστωρ.
  5. Ιωάννου, Φιφής (2004), Η Αριστερά και το Κυπριακό, Λευκωσία: Ινστιτούτο Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας Intercollege.
  6. Κακουλλής, Λουκάς (1990), Η Αριστερά και οι Τουρκοκύπριοι, Λευκωσία
  7. Κατσιαούνης, Ρολάνδος (2008), Η Διασκεπτική 1946-1948, Λευκωσία: Εκδόσεις Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών της Κυπριακής Ιστορίας
  8. Λιναρδάτος, Σπύρος (2009), Από τον εμφύλιο στη χούντα, Αθήνα: Το Βήμα βιβλιοθήκη, τόμοι 1 και 2.
  9. Παπαϊωάννου, Εζεκίας (1988), Ενθυμήσεις από τη ζωή μου, Λευκωσία: Εκδόσεις Πυρσός.
  10. Σέρβας, Πλουτής (1975), Η Κυπριακή τραγωδία. Πως τα καταφέραμε και φτάσαμε στο μηδέν, Αθήνα: Διάλογος.
  11. Σέρβας, Πλουτής (1989), Ένα άλλο μνημόσυνο, Λευκωσία: Ζαβαλλή.
  12. Στεφανίδης, Δ. Ιωάννης (2010), Εν ονόματι του έθνους. Πολιτική κουλτούρα, αλυτρωτισμός και αντιαμερικανισμός στη μεταπολεμική Ελλάδα 1945-67, Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο
  13. Τρίκκας, Τάσος (2009), ΕΔΑ 1951-67. Το νέο πρόσωπο της Αριστεράς, Αθήνα: Θεμέλιο.
  14. Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας: Αρχείο Ε.Δ.Α. κουτί 478, 479.

[1] Κατσιαούνης (2008), Η Διασκεπτική 1946-1948,  Λευκωσία: Εκδόσεις Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών Κυπριακής Ιστορίας. σ.384

[2] Φ. Ιωάννου (2004),  Αριστερά και Κυπριακό, Λευκωσία: Εκδόσεις ΙΜΜΕ σ.264.

[3] Π. Δίγκλης (2010), ΑΚΕΛ: Με τόλμη και παρρησία, Λευκωσία., σ.116.

[4] Τ. Τρίκκας (2009), ΕΔΑ 1951-1967: Το νέο πρόσωπο της Αριστεράς, Αθήνα: Εκδόσεις Θεμέλιο, σ. 129.

[5] Στο ίδιο, σ. 209.

[6] Στο ίδιο, σ. 300.

[7]Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, Β’ Τόμος: Από το τέλος του 1949 ως και την Δωδέκατη Ολομέλεια, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 2001, σ. 251.

[8] Π. Δίγκλης (2005), Πικρές αλήθειες, Λευκωσία, σ. 83.

[9] Λ. Κακουλλής (1990), Η Αριστερά και οι Τουρκοκύπριοι, Λευκωσία, σ. 69.

[10] Σ. Λιναρδάτος (2009), Από τον εμφύλιο στη χούντα, Αθήνα: Το Βήμα βιβλιοθήκη, τ. 2ος , σ. 332.

[11]  Εφημερίδα «Αυγή», 11 Οκτωβρίου 1955.

[12] Π. Σέρβας (1989), Ένα άλλο μνημόσυνο, Λευκωσία: Εκδόσεις Ζαβαλλή, σ. 42.

[13] Τ. Τρίκκας (2009),  ό.π., σ. 324.

[14]  Ν. Κρανιδιώτης (1987), Οι διαπραγματεύσεις Μακαρίου-Χάρντιγκ 1955-1956, Αθήνα: Εκδόσεις Όλκος, σ.92-95.

[15] Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας: Αρχείο Ε.Δ.Α., κουτί 478

[16] Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας: Αρχείο Ε.Δ.Α., κουτί 478

[17] Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας: Αρχείο Ε.Δ.Α., κουτί 478

[18] Θ. Μαλκίδης (2009), Ο Πρόεδρος της ΕΔΑ Ιωάννης Πασαλίδης και το Κυπριακό Ζήτημα, Λευκωσία: Εκδόσεις Αιγαίον, σ. 75.

[19] Λ. Κακουλλής (1990), Η Αριστερά και οι Τουρκοκύπριοι, ό.π., σ. 81.

[20]Τ. Τρίκκας (2009),  ό.π.,  , σ. 580.

[21] Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας: Αρχείο Ε.Δ.Α., κουτί 479

[22] Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας: Αρχείο Ε.Δ.Α., κουτί 479

[23] Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας: Αρχείο Ε.Δ.Α., κουτί 478.

[24] Λ. Κακουλής (1990), ό.π., σ. 80.

[25] Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας: Αρχείο Ε.Δ.Α., κουτί 478

[26] Τ. Τρίκκας, (2009), ο.π., σ. 600-602.

[27] Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας: Αρχείο Ε.Δ.Α., κουτί 478

[28] Π. Σέρβας (2005), Η Κυπριακή τραγωδία, Λευκωσία: Εκδόσεις Επιφανείου, σ.51

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s