Η τιμωρία ως γιορτή[1]: Η δημόσια έκθεση κεφαλών και πτωμάτων φονευθέντων ανταρτών του ΔΣΕ στην πόλη της Λαμίας κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου.

Της Βασιλικής Λάζου


Κατά τη διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου πραγματοποιήθηκαν στην πόλη της Λαμίας, όπως και στα άλλα αστικά κέντρα της ελληνικής επικράτειας, μια πληθώρα δημόσιων τελετουργικών, τα περισσότερα από τα οποία συνδέονταν άμεσα με τη διεξαγόμενη πολεμική αναμέτρηση και την αυξημένη στρατιωτική παρουσία στα αστικά κέντρα. Στρατιωτικές παρελάσεις και διαπόμπευση αιχμαλώτων, δημόσιες κηδείες και μνημόσυνα, μαζικά συλλαλητήρια και φιλανθρωπικές εκδηλώσεις με επίκεντρο το στρατό (επισκέψεις σε τραυματίες, έρανοι, θεατρικές παραστάσεις, ομιλίες σε στρατόπεδα, διανομές δεμάτων), εορτασμοί των εθνικών και τοπικών επετείων, κυριάρχησαν στην κοινωνική ζωή της πόλης λαμβάνοντας νέο νόημα στη συγκυρία του εμφυλίου και προσδίδοντας με τη σειρά τους νέο νόημα στην κοινωνική ζωή της πόλης. Συνέχεια

Advertisements

Λαϊκή και αντιλαϊκή αυτοδιοίκηση στην Κατοχή και τον Εμφύλιο

Του Γιάννη Σκαλιδάκη*


Η αυτοδιοίκηση στη δεκαετία του 1940-1950.

Η πρώτη περίοδος δημιουργίας των νέων θεσμών στην Ελεύθερη Ελλάδα
Η δημιουργία μέσω του αντάρτικου αγώνα μεγάλων χώρων αυτονομημένων από την κατοχική εξουσία έφερε το ζήτημα του διοικητικού κενού και την ανάγκη κάλυψής του. Την πρώτη περίοδο λειτουργίας του χώρου της Ελεύθερης Ελλάδας, θα δοθούν διαφορετικές απαντήσεις, σε σύγκρουση μεταξύ τους, πάνω στο βαθμό ριζοσπαστικότητας της νέας εξουσίας, σύγκρουση που θα απασχολήσει αναγκαστικά και την ηγεσία του ΚΚΕ.
Οι χώροι για τους οποίους μιλάμε, δεν ήταν ξένοι προς την ιδέα της αυτοδιοίκησης ούτε οι δεσμοί τους με την κεντρική κρατική διοίκηση της χώρας ήταν ποτέ ιδιαίτερα στενοί. Στην Ευρυτανία, στην απομονωμένη Λάκα του Φουρνά δημιουργήθηκε το φθινόπωρο κιόλας του 1942 ο πρώτος γραπτός κώδικας λαϊκής αυτοδιοίκησης, ο γνωστός «Κώδικας Ποσειδώνα» από την τοπική υπαχτιδική επιτροπή του ΚΚΕ. Μέσω του κώδικα αυτού, οι ευρυτάνες κομμουνιστές, ουσιαστικά απαντούσαν στο πιεστικό ζήτημα της οργάνωσης ενός χώρου εντελώς αυτονομημένου από κάθε κεντρική εξουσία, οργάνωσης που έπρεπε να συμβαδίζει με τις ανάγκες του ένοπλου αγώνα και μιας κλειστής αυτάρκους οικονομίας. Όταν επιπλήχτηκαν από την ανώτερη οργάνωση του ΚΚΕ στην Ευρυτανία, ότι κινούνται εκτός της εθνικοαπελευθερωτικής γραμμής του ΕΑΜ, η απάντηση του Γεωργούλα Μπέικου ήταν ενδεικτική: «Εμείς, θα πεις, δεν τα ξέραμε αυτά; Και τα παραξέραμε; Μα ξέραμε κι επιπλέον την συγκεκριμένη κατάσταση που αντιμετωπίζαμε στο χώρο της ευθύνης μας, χώρο που απελευθερώθηκε και δεν μπορούσε να περιμένει την ολική απελευθέρωση της χώρας για να λυθεί το πρόβλημα εξουσιών – αυτό δεν το είχαμε προβλέψει στην Αθήνα. Και πιστεύαμε: μια κι είμαστε ελεύθεροι, μα κι υποχρεωμένοι να συγκροτήσουμε εξουσίες, τότε γνώμονας πρέπει να είναι το βασικό ντοκουμέντο του κόμματος, η 6η του 1934 – κάνουμε επανάσταση». Συνέχεια

Το «στιγμιαίο» ή γιατί δεν έγινε ποτέ αποχουντοποίηση στην Ελλάδα

Πριν τη Δίκη των «Πρωταιτίων» του Απριλιανού Πραξικοπήματος της Χούντας, που ορίστηκε το τέλος του Ιουλίου του 1975, έπρεπε να αποφασιστεί, για να συνταχθεί το κατηγορητήριο, αν το έγκλημα που διαπράχθηκε κατά της χώρας με το πραξικόπημα ήταν «στιγμιαίο» ή «εξακολουθητικό». Ο πρώτος όρος σήμαινε ότι το αδίκημα αφορούσε μόνο στην ημέρα που τα τανκς, στις 21 Απριλίου 1967, κατέβηκαν στους δρόμους και κατέλυσαν τη δημοκρατία. Ο δεύτερος όρος σήμαινε ότι το έγκλημα που συντελέστηκε εκείνη την ημέρα συνεχιζόταν και κάθε μέρα για όλο το επόμενο διάστημα  της 7ετίας που επιβλήθηκε το καθεστώς της Χούντας.

Η συνέπεια, αν το έγκλημα θεωρούνταν «στιγμιαίο», ήταν ότι οι χιλιάδες μικροί και μεγάλοι συνεργάτες της χούντας μπορούσαν να απαλλαγούν των ευθυνών τους γιατί δεν προκάλεσαν άμεσα το αδίκημα, αλλά ευθυγραμμίστηκαν μαζί του λόγω φόβου ή της ευθύνης τους ως κρατικών υπαλλήλων. Αντίθετα, αν το έγκλημα θεωρούνταν «εξακολουθητικό» και «διαρκές», τότε έπρεπε να τιμωρηθούν όλοι αυτοί για τη καθημερινή διάπραξη του αδικήματος για όλα τα χρόνια της Δικτατορίας. Συνέχεια

«Γκασταρμπάϊτερ» (Gastarbeiter) ή ξένοι εργάτες στη Δυτική Γερμανία

Στα γερμανικά «γκασταρμπάϊτερ» θα πει φιλοξενούμενος εργάτης. Έτσι αποκαλούσαν, στα μέσα του περασμένου αιώνα, τους μετανάστες που έφταναν κατά χιλιάδες και οργανωμένα στη τότε Δυτική Γερμανία από τον ευρωπαϊκό νότο, οι οποίοι συνεισέφεραν με την εργασία τους στην ανασυγκρότηση της διαλυμένης μεταπολεμικά γερμανικής οικονομίας

Κατά την διάρκεια  των δεκαετιών 1950-60 η Δυτική Γερμανία υπέγραψε διμερείς συμφωνίες για την εξασφάλιση και την εισαγωγή στη χώρα ξένου εργατικού δυναμικού (με την Ιταλία στις 22 Νοεμβρίου 1955, την Ισπανία στις 29 Μαρτίου 1960,  με την Ελλάδα το Μάρτιο του 1960, το Μαρόκο, στις 21 Ιουνίου 1960, με την Τουρκία στις 30 Οκτωβρίου 1961, την Πορτογαλία στις 17 Μαρτίου 1964, την Τυνησία στις 18 Οκτωβρίου 1965, με τη Γιουγκοσλαβία στις 12 Οκτωβρίου 1968). Συνέχεια