Το «στιγμιαίο» ή γιατί δεν έγινε ποτέ αποχουντοποίηση στην Ελλάδα

Πριν τη Δίκη των «Πρωταιτίων» του Απριλιανού Πραξικοπήματος της Χούντας, που ορίστηκε το τέλος του Ιουλίου του 1975, έπρεπε να αποφασιστεί, για να συνταχθεί το κατηγορητήριο, αν το έγκλημα που διαπράχθηκε κατά της χώρας με το πραξικόπημα ήταν «στιγμιαίο» ή «εξακολουθητικό». Ο πρώτος όρος σήμαινε ότι το αδίκημα αφορούσε μόνο στην ημέρα που τα τανκς, στις 21 Απριλίου 1967, κατέβηκαν στους δρόμους και κατέλυσαν τη δημοκρατία. Ο δεύτερος όρος σήμαινε ότι το έγκλημα που συντελέστηκε εκείνη την ημέρα συνεχιζόταν και κάθε μέρα για όλο το επόμενο διάστημα  της 7ετίας που επιβλήθηκε το καθεστώς της Χούντας.

Η συνέπεια, αν το έγκλημα θεωρούνταν «στιγμιαίο», ήταν ότι οι χιλιάδες μικροί και μεγάλοι συνεργάτες της χούντας μπορούσαν να απαλλαγούν των ευθυνών τους γιατί δεν προκάλεσαν άμεσα το αδίκημα, αλλά ευθυγραμμίστηκαν μαζί του λόγω φόβου ή της ευθύνης τους ως κρατικών υπαλλήλων. Αντίθετα, αν το έγκλημα θεωρούνταν «εξακολουθητικό» και «διαρκές», τότε έπρεπε να τιμωρηθούν όλοι αυτοί για τη καθημερινή διάπραξη του αδικήματος για όλα τα χρόνια της Δικτατορίας.

Την απόφαση όφειλε να πάρει η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Πράγματι, με πρωτοβουλία του ποινικολόγου Αλ. Λυκουρέζου και σε συνεννόηση με τον Καραμανλή, το Σεπτέμβριο του 1974, κατατέθηκε μήνυση εναντίον 15 χουντικών, αυτών που στα 1967 ανέτρεψαν ως επικεφαλείς αξιωματικοί τη δημοκρατία. Αμέσως μετά, με Συντακτική Πράξη, η κυβέρνηση όρισε ότι θα δικάζονταν μόνο οι «Πρωταίτιοι», και μόνο για «στιγμιαίο» έγκλημα. Στις 3 Ιουλίου 1975 το υπ΄αριθμ. 684 Βούλευμα της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου επικύρωσε ως «στιγμιαίο» το αδίκημα, ενώ το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι βάσει του άρθρου 134 του Ποινικού κώδικα, που αναφερόταν στο έγκλημα της εσχάτης προδοσίας, το έγκλημα ολοκληρωνόταν με την απόπειρα τέλεσης του, δηλαδή την αποστέρηση από τον  νόμιμο ανώτατο άρχοντα της χώρας των συνταγματικών του δικαιωμάτων. Έτσι, δεν υπήρξε καμία παράταση της εγκληματικής πράξης που κλήθηκαν να εκδικάσουν τα δικαστήρια. Άρα, η κατηγορία ήταν μόνο για τη στιγμιαία ανατροπή του πολιτεύματος το βράδυ της 21 Απριλίου 1967 και υπεύθυνοι ήταν μόνο οι αξιωματικοί. Απαλλάχθηκαν με τον τρόπο αυτό και οι 104 πρωθυπουργοί, υπουργοί και υφυπουργοί της δικτατορίας, όπως και σταμάτησε η δίωξη για τον πρώην Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο. Όλοι οι υπόλοιποι. μεσαίοι και κατώτεροι κρατικοί υπάλληλοι, πολιτευτές, οι άνδρες των σωμάτων ασφαλείας, δικαστές και οι χιλιάδες «χαφιέδες», πολλοί από τους οποίους ήταν εγγεγραμμένοι στα μισθολογικά μητρώα των υπηρεσιών ασφαλείας, όχι μόνο δεν ελέγχθηκαν, αλλά οι περισσότεροι δεν απαλλάχθηκαν καν των κρατικών τους καθηκόντων.

Λόγω της κατακραυγής και του προκλητικού περιορισμού των υπευθύνων, η Ένωση Δικηγόρων της Αθήνας υπέβαλε μήνυση και κατά άλλων 85 ατόμων, αλλά ο ανακριτής που ανέλαβε την υπόθεση παρέπεμψε τελικά μόνο 24. Πριν η απόφαση σε σχέση με τις δίκες ληφθεί, παρότι η κατηγορία ήταν επί εσχάτη προδοσία που οδηγούσε στην ποινή του θανάτου, η κυβέρνηση μέσω προσωπικής παρέμβασης του Κ. Καραμανλή, ανακοίνωσε ότι θα παρείχε χάρη σε όσους καταδικάζονταν σε θάνατο και θα μετέτρεπε την ποινή τους σε ισόβια.

Το γιατί επιβλήθηκε το «στιγμιαίο» εξηγήθηκε ως χειρονομία λήθης και μεγαλοσύνης του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ωστόσο, μέχρι σήμερα αιωρείται η κατηγορία για τη σχέση του «στιγμιαίου» με τους Αμερικανούς και τη CIA, που είχε την άμεση διεύθυνση της ΚΥΠ, η οποία με τη σειρά της βοήθησε, με τους εκατοντάδες υπαλλήλους της, την πραγματοποίηση του πραξικοπήματος. Ο Α. Παπανδρέου στη δική του μαρτυρία στη δίκη,  στις 5 Αυγούστου 1975, ανέφερε ότι το «στιγμιαίο» ήταν συνάρτηση της μεθόδευσης να παραδώσουν με συγκεκριμένο τρόπο αυτοί που βρίσκονταν πίσω από το πραξικόπημα, ιδίως οι Αμερικανοί, την εξουσία που δεν μπορούσαν να διατηρήσουν μετά την προδοσία και την εισβολή στην Κύπρο.

                                                                   Μ.Λ

Advertisements