Η τιμωρία ως γιορτή[1]: Η δημόσια έκθεση κεφαλών και πτωμάτων φονευθέντων ανταρτών του ΔΣΕ στην πόλη της Λαμίας κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου.

Της Βασιλικής Λάζου


Κατά τη διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου πραγματοποιήθηκαν στην πόλη της Λαμίας, όπως και στα άλλα αστικά κέντρα της ελληνικής επικράτειας, μια πληθώρα δημόσιων τελετουργικών, τα περισσότερα από τα οποία συνδέονταν άμεσα με τη διεξαγόμενη πολεμική αναμέτρηση και την αυξημένη στρατιωτική παρουσία στα αστικά κέντρα. Στρατιωτικές παρελάσεις και διαπόμπευση αιχμαλώτων, δημόσιες κηδείες και μνημόσυνα, μαζικά συλλαλητήρια και φιλανθρωπικές εκδηλώσεις με επίκεντρο το στρατό (επισκέψεις σε τραυματίες, έρανοι, θεατρικές παραστάσεις, ομιλίες σε στρατόπεδα, διανομές δεμάτων), εορτασμοί των εθνικών και τοπικών επετείων, κυριάρχησαν στην κοινωνική ζωή της πόλης λαμβάνοντας νέο νόημα στη συγκυρία του εμφυλίου και προσδίδοντας με τη σειρά τους νέο νόημα στην κοινωνική ζωή της πόλης.

Η έκθεση σε κοινή θέα  του κεφαλιού ενός επικηρυγμένου ως «ληστή», ο οποίος σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους είχε συγκροτήσει «ληστρική συμμορία», εξυπηρετούσε διπλό σκοπό. Αφενός, αποτελούσε ένδειξη της αποτελεσματικότητας του κρατικού κατασταλτικού μηχανισμού και των προσπαθειών του για ότι θεωρούσε εμπέδωση της τάξης και της ασφάλειας. Αφετέρου, εξύψωνε το ηθικό της «εθνικοφρόνου παρατάξεως» ενώ αντίθετα επιδρούσε αρνητικά στους οπαδούς της αριστεράς, οι οποίοι ήδη δοκιμάζονταν σκληρά από τη λευκή τρομοκρατία μετά τη Βάρκιζα, τα κατασταλτικά νομοθετικά μέτρα της κυβέρνησης και τη διάλυση των οργανώσεων στις επαρχιακές πόλεις. Βέβαια, είναι αυτή ακριβώς η ταπείνωση, μέσω των σκληρών μέτρων και της ασκούμενης τρομοκρατίας, ένας από τους λόγους που οδηγήθηκαν οι υποστηρικτές της αριστεράς στον ένοπλο αγώνα[2].

Σκοπός της έκθεσης ήταν η ανύψωση του ηθικού και ο παραδειγματισμός όσων νόμισαν ότι «μπορούν να σηκώσουν την τιποτένια τους προσωπικότητα από του κράτους τη θέληση»[3].  Όπως και οι δημόσιες εκτελέσεις, η αποκοπή και η έκθεση των κομμένων κεφαλών αποτελούσαν βάρβαρα θεάματα επίδειξης δύναμης τα οποία είναι δηλωτικά της προσβεβλημένης δύναμης της κρατικής εξουσίας και του τερατώδους χαρακτήρα του μεγαλύτερου των εγκλημάτων, της εσχάτης προδοσίας. Σκοπός τους ήταν να διατηρήσουν την τάξη απέναντι σε αυτούς των οποίων η ανυπακοή προς την εξουσία έθετε σε κίνδυνο την καθεστηκυία τάξη, την ιεραρχία και την ίδια την εξουσία.  Ο συμβολισμός του αποκεφαλισμού έκανε την πράξη αυτή ένα ιδανικό αποτρεπτικό. Πολλές κοινωνίες θεωρούν το κεφάλι ως την έδρα της γνώσης και της συνείδησης και πιστεύουν ότι πρέπει να είναι συνδεδεμένο με το σώμα έτσι ώστε η ψυχή να μπορέσει να περάσει στον άλλο κόσμο. Το κεφάλι είναι επίσης το μόνο μέρος του σώματος το οποίο αν αφαιρεθεί, μπορεί εύκολα να αναγνωριστεί ότι ανήκει σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Οι συγγενείς και οι φίλοι, όπως είναι φυσικό, αντιδρούν με φόβο και αποτροπιασμό αν κοιτάξουν το αποκομμένο κεφάλι κάποιου ατόμου που γνωρίζουν. Η Παλαιά Διαθήκη περιέχει διάσημες ιστορίες όπως αυτής της Ιουδήθ που αποκεφάλισε τον Ολοφέρνη ή η διαταγή του Ηρώδη για τον αποκεφαλισμό του Ιωάννη του Βαπτιστή. Οι ρωμαίοι αυτοκράτορες, οι βασιλιάδες της Δύσης και οι μουσουλμάνοι χαλίφες συνέχισαν την παράδοση με το να εκθέτουν τα αποκομμένα κεφάλια των εχθρών τους σε δημόσια θέα[4]. Όσο αφορά τη νεοελληνική πραγματικότητα, η πρακτική της αποκοπής και δημόσιας έκθεσης κεφαλών είχε τις ρίζες της στην εποχή της Τουρκοκρατίας[5] και συνεχίστηκε να εφαρμόζεται στο νέο ελληνικό κράτος απέναντι στους ληστές. Οι άνδρες των αποσπασμάτων Χωροφυλακής ή οι ιδιώτες οι οποίοι φόνευαν επικηρυγμένους ληστές απέκοβαν το κεφάλι τους και το παρέδιδαν στις αρχές προκειμένου να εισπράξουν την αμοιβή της επικήρυξης. Αυτό γινόταν για πρακτικούς λόγους, καθώς δεν ήταν πάντοτε δυνατή η μεταφορά ολόκληρου του πτώματος, ιδιαίτερα όταν ο φόνος είχε συντελεστεί σε ορεινές ή απομακρυσμένες περιοχές, αλλά είχε και ηθικές προεκτάσεις καθώς απαξίωνε ηθικά τον νεκρό μέσω της βεβήλωσης του σώματός του (του στερούσε την ακεραιότητά του)[6].

Η συνέχιση της πρακτικής των κομμένων κεφαλών και της δημόσιας έκθεσής τους την περίοδο του εμφυλίου σύμφωνα με την «παλαιάν ελληνικήν συνήθειαν»[7] υποδήλωνε τον συσχετισμό ανάμεσα στους μαχητές του ΔΣΕ με τους παραδοσιακούς κοινωνικούς ληστές της ελληνικής υπαίθρου. Ο παραλληλισμός μάλιστα αυτός αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς πρόκειται για επίσημη τοποθέτηση της κυβέρνησης εφόσον το δηλώνει ο καθ’ ύλη αρμόδιος υπουργός, ο υπουργός Δημόσιας Τάξης, Κ. Ρέντης. Νομοθετικά η εξίσωση αυτή εκφράστηκε με την ενεργοποίηση της νομοθεσίας περί ληστείας[8] ενώ στο επίπεδο του τρέχοντος πολιτικού και δημοσιογραφικού λόγου, η σύνδεση προέκυπτε ούτως ή άλλως, καθώς η έκφραση «ληστοσυμμορίτες» περιλάμβανε εκείνη την εποχή όλους αδιακρίτως όσους είχαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο εμπλακεί στο εαμικό κίνημα.  Τα κομμένα κεφάλια των κομμουνιστών τα οποία περιφέρονταν θριαμβικά από τις ασύδοτες παρακρατικές συμμορίες και τις Μονάδες Ασφάλειας Υπαίθρου, τους γνωστούς Μάυδες,  είχαν ως στόχο να παραπέμψουν αυτόματα στο κομμένο κεφάλι του γνωστού λήσταρχου Γιαγκούλα.

Ο συμβολισμός ξεκινούσε από την τελετουργική ομοιότητα – αποκεφαλισμός του πτώματος, μπήξιμο του κεφαλιού σε πάσσαλο, περιφορά ή έκθεσή του σε δημόσια θέα, είσπραξη επικήρυξης- για να καταλήξει στην ταύτιση δύο απολύτως διακριτών ιστορικών φαινομένων: του φαινομένου της ληστείας και εκείνου της «κομμουνιστικής ανταρσίας». Δεν υπήρχε άλλωστε διαφορετικός τρόπος δικαιολόγησης της αποτρόπαιης συμπεριφοράς: Έπρεπε να ανασυρθούν επιλεκτικά κάποιες ξεχασμένες μνήμες, ώστε το συλλογικό ασυνείδητο να θεωρήσει τους κομμουνιστές κατ’ ευθείαν απόγονους των λήσταρχων εκείνων που έμειναν στην ιστορία εκτός για τις πράξεις τους και χάρη στα κομμένα κεφάλια τους. Το γεγονός ότι κατ’ ουσία επρόκειτο για μια άγρια δολοφονία ατόμων που τιμωρήθηκαν για την πολιτική τους ένταξη παραβλέπονταν και αποσιωπούνταν. Κατά αυτόν τον τρόπο, η παραφιλολογία της περιόδου του εμφυλίου περί «ληστοσυμμοριτών» έμελλε να αποτελέσει το νομιμοποιητικό μύθο του ενός στρατοπέδου, της πλευράς δηλαδή των νικητών[9].

Αν και συχνά αποσιωπημένη από τις εφημερίδες της εποχής, η πρακτική της διαπόμπευσης των κομμένων κεφαλιών υπήρξε συχνή σε αρκετά μέρη της Ελλάδας. Επρόκειτο για ένα τελετουργικό που παρουσιάστηκε στις απαρχές της εμφύλιας σύγκρουσης, το καλοκαίρι του 1946 και διήρκησε έως τον Σεπτέμβριο 1947.  Θεωρούμε ότι συνδέεται άμεσα με τη δράση των παρακρατικών ομάδων και των στρατιωτικών σχηματισμών οι οποίοι αποτελούνταν από εθελοντές που τελούσαν υπό τις διαταγές πρώην αξιωματικών του ΕΔΕΣ (ομάδες ταγματάρχη Κρανιά, Τολιόπουλου και Μπούρου) και έδρασαν στην περιοχή της Φθιώτιδας. Οι σχηματισμοί αυτοί έλαβαν το χαρακτηριστικό όνομα «Λόχοι Κυνηγών» ενώ συχνά στον τοπικό τύπο όσοι τις αποτελούσαν αναφέρονταν ως κυνηγοί κεφαλών, καθώς η συμμετοχή τους στις ομάδες αυτές είχε ως κίνητρο και οικονομικά οφέλη από την είσπραξη των αμοιβών επικήρυξης[10].

Η πρακτική της αποκοπής των κεφαλών και η έκθεσή τους σε δημόσια θέα περιορίστηκε σημαντικά ύστερα από το καλοκαίρι του 1947. Διαταγή του τότε Υπουργού Δημόσιας Τάξης, Ναπολέοντα Ζέρβα, το Μάιο 1947 απαγόρευε τη δημόσια έκθεση κομμένων κεφαλών των καταζητούμενων ανταρτών που είχαν φονευθεί, καθώς προκαλούνταν δυσάρεστα συναισθήματα στο κοινό. Εφεξής, όταν εξέλιπαν τα αποδεικτικά στοιχεία και προκειμένου να επιβεβαιωθεί η ταυτότητα των επικηρυγμένων, έπρεπε να ακολουθείται η τακτική της φωτογράφησης[11].  Παρά τα διοικητικά μέτρα ωστόσο, η δημόσια έκθεση κομμένων κεφαλών συνεχίστηκε και η διαταγή επαναλήφθηκε τον Αύγουστο 1947, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα, καθώς δεν προβλέπονταν ποινικές κυρώσεις για όσους την παρέβαιναν[12], γεγονός που ουσιαστικά σήμαινε τη σιωπηλή ενθάρρυνση όσων εφάρμοζαν την τακτική αυτή.

Αναφορικά με τη δημόσια έκθεση κομμένων κεφαλών στην πόλη της Λαμίας, κύρια πηγή αποτελούν τα δημοσιεύματα του τοπικού τύπου καθώς και γραπτές και προφορικές μαρτυρίες[13]. Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε με βάση τα έως τώρα διαθέσιμα στοιχεία, αν οι πηγές αυτές παρέχουν πλήρη καταγραφή των περιστατικών. Το πρώτο περιστατικό στην περιοχή της Λαμίας, το οποίο αναφέρθηκε στον τοπικό και πανελλήνιο τύπο, καταγράφηκε τον Ιούνιο 1945 και αφορούσε την αποκοπή από την παρακρατική συμμορία του Σούρλα του κεφαλιού του καπετάν – Όρθρυ, καπετάνιου της πυροβολαρχίας του ΕΛΑΣ Ρούμελης. Παρότι δεν αναφέρθηκε δημόσια έκθεση στη Λαμία, η κεφαλή του φονευθέντος μεταφέρθηκε στην περιοχή της δράσης του κατά τη διάρκεια της Κατοχής, την Εύβοια, προκειμένου να «ικανοποιηθεί το δημόσιον αίσθημα»[14]. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι παρά τα πολυπληθή περιστατικά λευκής τρομοκρατίας που έλαβαν χώρα στην ύπαιθρο της Φθιώτιδας[15], δεν καταγράφηκε άλλο περιστατικό αποκοπής κεφαλών και δημόσιας έκθεσής τους στη Λαμία έως το καλοκαίρι 1946, οπότε ξέσπασαν οι πρώτες συγκρούσεις των Ομάδων Ένοπλων Καταδιωκόμενων με τις δυνάμεις της Χωροφυλακής και της Εθνοφυλακής. Εικάζουμε ότι αυτό οφείλεται αφενός στη μη ανάληψη κάποιας ένοπλης δραστηριότητας εκ μέρους των Ομάδων Ένοπλων Καταδιωκόμενων (ΟΕΚ) και αφετέρου στην προσπάθεια διατήρησης της επίφασης της νομιμότητας, τουλάχιστον στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου οι οργανώσεις της αριστεράς λειτουργούσαν νόμιμα.

Ύστερα από τις εκλογές του 1946 και την ψήφιση των κατασταλτικών μέτρων του Γ Ψηφίσματος, τον Ιούνιο 1946, οι Ομάδες Ένοπλων Καταδιωκόμενων δραστηριοποιήθηκαν στην περιοχή γύρω από την πόλη της Λαμίας δρώντας στα πλαίσια της πολιτικής του ΚΚΕ για Μαζική Λαϊκή Αυτοάμυνα. Η καταδίωξη και η καταστολή των ομάδων αυτών και «η εμπέδωσις του αισθήματος της ασφάλειας» αποτελούσε πρωταρχικό στόχο του τοπικού 106ου Τάγματος Εθνοφυλακής και της Διοίκησης Χωροφυλακής Λαμίας.  Ως κατασταλτικά μέτρα προτείνονταν η εφαρμογή της νομοθεσίας περί ληστείας[16] για όλους τους φυγόδικους κομμουνιστές και μέλη των Ομάδων Ένοπλων Καταδιωκόμενων, η απόδοση υλικών και ηθικών αμοιβών για την εξόντωση των επικηρυγμένων, η συγκρότηση ειδικών αποσπασμάτων Χωροφυλακής για την αποτελεσματική δίωξη των Ομάδων Ένοπλων Καταδιωκόμενων στην ύπαιθρο και η διενέργεια στρατιωτικών επιχειρήσεων με τη βοήθεια των στρατιωτικών τμημάτων[17]. Μέσα στα αυτά πλαίσια, διαδραματίστηκε τον Αύγουστο 1946 στην πόλη της Λαμίας το δεύτερο περιστατικό αποκοπής και δημόσιας έκθεσης κεφαλής του επικηρυγμένου από τη Χωροφυλακή Στέργιου Ψωμά. Ο Στέργιος Ψωμάς κατάγονταν από οικογένεια η οποία είχε συμμετέχει σύσσωμα στον αντιστασιακό αγώνα κατά τη διάρκεια της Κατοχής στο πλευρό του ΕΑΜ[18]. Ως μέλος της ΟΠΛΑ Λαμίας ήταν ανάμεσα στους πρώτους που διώχθηκε στην περιοχή μετά τη Συνθήκη της Βάρκιζας. Για να αποφύγει τις διώξεις κατέφυγε ως καταδιωκόμενος στα ορεινά της Ανατολικής Φθιώτιδας χωρίς να αναλάβει έως τα μέσα Ιουνίου 1946 κάποια δράση. Φονεύθηκε ύστερα από συμπλοκή με τις δυνάμεις της Χωροφυλακής τον Αύγουστο 1946.  Το κεφάλι του αποκόπηκε και εκτέθηκε αρχικά στην Στυλίδα, την κυριότερη πόλη της περιοχής όπου έδρασε, και στη συνέχεια στη Λαμία για να μεταφερθεί εν τέλει προς εξέταση σε εγκληματολογικό εργαστήριο στην Αθήνα[19].

Ως αποτέλεσμα των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων στην περιοχή των Βαρδουσίων εκτέθηκαν έξω από τις φυλακές Λαμίας τα κεφάλια επτά επονομαζόμενων ως «αρχισυμμοριτών» τα ονόματα των οποίων αναφέρθηκαν στον τοπικό τύπο. Αξιοσημείωτο είναι ότι τα σώματα των φονευθέντων ενταφιάστηκαν από τον κυβερνητικό στρατό στην περιοχή των επιχειρήσεων ενώ τα κεφάλια προφανώς αποκόπηκαν με σκοπό να εκτεθούν σε κοινή θέα. Η επιλογή του τόπου έκθεσης, μπροστά από τις φυλακές της πόλης είχε ως αποδέκτες τόσο τον πληθυσμό όσο και τους έγκλειστους στις φυλακές και πιθανά χρησιμοποιήθηκε ως ένα επιπρόσθετο μέσο εκφοβισμού και άσκησης πίεσης προς τους κρατούμενους[20].

Το τελετουργικό της δημόσιας έκθεσης κομμένων κεφαλών επαναλήφτηκε με μεγαλύτερη συχνότητα το καλοκαίρι 1947. Την περίοδο αυτή ο Δημοκρατικός Στρατός Ρούμελης βρισκόταν στην ακμή της δύναμής του και έλεγχε την πλειονότητα της υπαίθρου στη Φθιώτιδα με εξαίρεση τα αστικά κέντρα. Ο έλεγχος αυτός του έδινε τη δυνατότητα να πραγματοποιεί επιθέσεις τόσο σε κωμοπόλεις του νομού, όπως η Σπερχειάδα και η Υπάτη όσο και σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από την πόλη της Λαμίας. Οι κυβερνητικές στρατιωτικές δυνάμεις, οι οποίες εκείνη την χρονική περίοδο θεωρούνταν από το ΓΕΣ ολιγάριθμες και φτωχά εξοπλισμένες, περιορίστηκαν σε στατικά καθήκοντα φύλαξης χωρίς να είναι σε θέση να αναλάβουν κάποια επιθετική πρωτοβουλία. Στα τέλη Ιουλίου 1947 η κατάσταση στην πόλη χαρακτηρίζονταν από τον εθνικόφρονα τύπο ως απελπιστική και τραγική. Μέσα σε αυτό το κλίμα εκτέθηκε σε κοινή θέα το αποκομμένο κεφάλι του υπεύθυνου του Β Γραφείου στην περιοχή της Όρθρυος ο οποίος είχε φονευθεί από τμήματα ΛΟΚ και το Λόχο των Κυνηγών της Όρθρυος. Παρά τις συστάσεις της τοπικής εφημερίδας να σταματήσουν οι μακάβριες επιδείξεις οι οποίες δεν άρμοζαν στους Έλληνες στρατιώτες, το θέαμα επαναλήφθηκε[21]. Με τις τοπικές αρχές να στέλνουν υπομνήματα προς πάσα κατεύθυνση, τις στρατιωτικές αρχές να κάνουν βολές πυροβολικού προς ανύψωση του ηθικού και τον πληθυσμό να ζει σε κλίμα φόβου και αγωνίας, η δημόσια έκθεση τεσσάρων κεφαλιών φονευθέντων ανταρτών του ΔΣΕ, αποτελούσε σημαντική τόνωση των τρομοκρατημένων κατοίκων της πόλης ή τουλάχιστον της εθνικόφρονος μερίδας της. Ύστερα από τη συμπλοκή μονάδας του Αρχηγείου Ρούμελης του ΔΣΕ με τις τοπικές μονάδες ΜΑΥ στο χωριό Λυγαριά, μόλις 3 χιλιόμετρα από την πόλη της Λαμίας, μεταφέρθηκαν στην πόλη και εκτέθηκαν σε κοινή θέα «τέσσερα κακομούτσουνα, βρώμικα κεφάλια, το θλιβερό απομεινάρι του πουλημένου στην προδοσία σώματος», σύμφωνα με την περιγραφή του τοπικού τύπου[22]. Η έκθεση κομμένων κεφαλών την περίοδο αυτή πρέπει να συνεχίστηκε παρόλο που δεν υπάρχουν καταγραφές στον τοπικό τύπο, καθώς χρειάστηκε νέα διαταγή της τοπικής Στρατιωτικής Αρχής, στο πνεύμα της διαταγής του Υπουργού Δημοσίας Τάξης, Ν. Ζέρβα, η οποία απαγόρευε εφεξής τις μακάβριες αυτές επιδείξεις «φονευομένων συμμοριτών»[23].

 Η δημοσιοποίηση φωτογραφιών σε πρωτοσέλιδο της αγγλικής εφημερίδας  Daily Mirror στις 10 Νοεμβρίου 1947 έφιππων ανδρών των ΜΑΥ οι οποίοι περιέφεραν κομμένα κεφάλια ανταρτών στους δρόμους των Τρικάλων στάθηκε πολύ πιο αποτελεσματική προς την κατεύθυνση της διακοπής της πρακτικής της δημόσιας έκθεσης κεφαλών. Το επεισόδιο, το οποίο έλαβε εκτεταμένη δημοσιότητα μέσω του ελληνικού και αγγλικού τύπου, προκάλεσε έντονη ανησυχία στη βρετανική κοινή γνώμη η οποία ήταν ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένη απέναντι σε ζητήματα που αφορούσαν την παρουσία των βρετανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα και το ρόλο τους στην εμφύλια διαμάχη. Η παρέμβαση του βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών μέσω της βρετανικής πρεσβείας ότι τέτοιες πρακτικές δεν συνάδουν με την δυτική αντίληψη περί δημοκρατίας και πολιτισμένου κράτους προκάλεσε τις διαβεβαιώσεις της ελληνικής κυβέρνησης ότι η αναχρονιστική αυτή πρακτική θα λάμβανε τέλος και ότι στο εξής θα λαμβάνονταν πειθαρχικά μέτρα απέναντι στις κυβερνητικές δυνάμεις που δεν συμμορφώνονταν[24].

Μέσα από την ανταλλαγή διπλωματικών εγγράφων έχει ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε την προσπάθεια κάλυψης του περιστατικού εκ μέρους των βρετανικών αρχών που στάθμευαν στην περιοχή . Σύμφωνα με τη δήλωση του βρετανού στρατιώτη που τράβηξε τη φωτογραφία, αν και δεν υπήρχε αμφιβολία ότι στο κοινό δόθηκε κάθε δυνατότητα να δει τα κεφάλια, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι στρατιώτες παρήλαυναν στους δρόμους ειδικά για αυτό το σκοπό. Ο εκπρόσωπος της British Liaison Unit υποστήριξε ότι δεν υπήρχαν στοιχεία ότι τα κομμένα κεφάλια των ανταρτών είχαν κακοποιηθεί και προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού παρέθετε αντίγραφο της επίσημης φωτογραφίας που έλαβαν οι στρατιωτικές αρχές και διαβιβάστηκε στο Αρχηγείο Χωροφυλακής στα Τρίκαλα προς ενημέρωσή της. Παρότι το θέαμα στις φωτογραφίες χαρακτηρίζονταν αποτρόπαιο, τονίζονταν ότι δεν υπήρχε παραμόρφωση σε κανέναν από τα κεφάλια[25]. Την ίδια περίοδο δραστηριοποιήθηκε για το θέμα αυτό και η Λίγκα για τη Δημοκρατία στην Ελλάδα (League for Democracy in Greece).

Τα κεφάλια ωστόσο άλλων φονευθέντων ανταρτών δεν στάθηκαν τόσο «τυχερά». Προφορικές και γραπτές μαρτυρίες  κάνουν λόγο για δεκάδες  περιστατικά κακοποίησης ανά την Ελλάδα.   Παρακρατικές συμμορίες όχι μόνο απέκοψαν αλλά έπαιξαν ποδόσφαιρο με το κεφάλι του Δημήτρη Καραλίβανου πριν τη δημόσια έκθεσή του στις πλατείες χωριών της Παρνασίδας όπου έδρασε[26]. Σε άλλη περίπτωση στρατιώτες έριξαν το κεφάλι φονευθέντος αντάρτη στο προαύλιο των γυναικείων φυλακών στη Λαμία. Το κομμένο κεφάλι της Βαγγελίτσας Κλάδου, ηγετικού στελέχους του Δημοκρατικού Στρατού Κρήτης, εκτέθηκε σε κοινή θέα στην είσοδο της πόλης των Χανίων ενώ ακόμα και μαθητές σχολείων αναγκάστηκαν από τις αρχές να περάσουν από μπροστά και να το φτύσουν[27].

Ανεξάρτητα από τις βρετανικές πιέσεις, θεωρούμε ότι η σταδιακή εγκατάλειψη της πρακτικής της δημόσιας έκθεσης των κεφαλών φονευθέντων ανταρτών ήταν απόρροια της ανασυγκρότησης του κυβερνητικού στρατού και της στρατικοποίησης της εμφύλιας διαμάχης.  Οι παρακρατικές ομάδες σταδιακά διαλύθηκαν, ύστερα από την αμνηστία της κυβέρνησης Σοφούλη, τον Οκτώβριο 1947 και η χρησιμοποίηση των αμφίβολης αποτελεσματικότητας σχηματισμών της Χωροφυλακής και ΜΑΥ/ΜΑΔ περιορίστηκε. Το ρόλο της αντιμετώπισης του ΔΣΕ ανέλαβε ο αναδιοργανωμένος μέσω της τακτικής στρατολογίας Κυβερνητικός Στρατός ο οποίος ήταν πλέον σε θέση να πραγματοποιεί ευρείας κλίμακας εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Η ασκούμενη βία απέναντι στον αντίπαλο θεσμοποιήθηκε μέσω του φόνου στη μάχη, της σύλληψης αιχμαλώτων, ή των εκτελέσεων ύστερα από αποφάσεις των στρατοδικείων. Οι πρακτικές βίας της λευκής τρομοκρατίας έπαψαν να είναι αναγκαίες και για αυτό δημόσιες και οι όποιες παρεκκλίσεις από την πολιτικά ορθή συμπεριφορά του στρατού περιορίστηκαν σε ενέργειες οι οποίες δεν γνώριζαν το φως της δημοσιότητας όπως οι εκτελέσεις αιχμαλώτων στο πεδίο της μάχης ή οι βιασμοί των γυναικών μελών του ΔΣΕ.

Παρόμοιους σκοπούς με την δημόσια έκθεση κομμένων κεφαλών εξυπηρετούσε η έκθεση σε κοινή θέα πτωμάτων φονευθέντων μαχητών του ΔΣΕ. Η «προνομιακή» θα λέγαμε μεταχείριση, καθώς επρόκειτο για έκθεση ολόκληρου του σώματος και όχι μόνο ενός μέρος του, επιφυλάσσονταν σε σημαίνοντα μέλη ή στελέχη του ΔΣΕ. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί το πτώμα του Διοικητή της ΙΙ Μεραρχίας του ΔΣΕ Ρούμελης,  καπετάν Διαμαντή, το οποίο εκτέθηκε σε κοινή θέα έξω από το κτίριο της Στρατιωτικής Αστυνομίας στη Λαμία. Μέσα από τα φωτογραφικά τεκμήρια, τα οποία δημοσιεύτηκαν στις αθηναϊκές εφημερίδες, έχουμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τον τρόπο έκθεσης του νεκρού και τον συμβολισμό της πράξης αυτής. Ο νεκρός παρουσιάστηκε πάνω σε ένα στρατιωτικό φορείο, τυλιγμένος με στρατιωτικές κουβέρτες. Τα χέρια και τα πόδια του ήταν δεμένα με συρματόσχοινο, για να μην τους ξεφύγει και νεκρός, όπως έγραψαν ειρωνικά οι συναγωνιστές του. Φορούσε στρατιωτικά ρούχα, χωρίς ιδιαίτερα διακριτικά και έφερε εμφανή τα σημάδια των κακουχιών της διαβίωσης στην ύπαιθρο, ιδιαίτερα των τελευταίων μηνών. Δίπλα από τον νεκρό πόζαραν χαμογελαστοί άνδρες του τάγματος που πραγματοποίησε την επιχείρηση, σαν να επιδείκνυαν λάφυρο πολέμου.

Φωτογραφίες και ανταποκρίσεις του τοπικού και αθηναϊκού τύπου κατέγραψαν την ανταπόκριση του πληθυσμού της Λαμίας στο θέαμα. Η είδηση του φόνου του Διοικητή της ΙΙ Μεραρχίας του ΔΣΕ διαδόθηκε αστραπιαία στην πόλη της Λαμίας. Όταν μαθεύτηκε ότι η σωρός επρόκειτο να εκτεθεί σε δημόσια θέα, ο πληθυσμός της πόλης συγκεντρώθηκε στις κεντρικές πλατείες. «Από το δρόμο των στρατώνων, όπου οι καταυλισμοί των ξεκληρισμένων προσφύγων, ως την πρώτη πλατεία της Λαμίας έβλεπες μια ατέλειωτη ουρά ανθρώπων, γυναικών προ πάντων, που έτρεχαν να προφθάσουν»[28]  για να δουν ιδίοις όμμασι τον Διοικητή του ΔΣΕ Ρούμελης, τον άνθρωπο που επί τρία σχεδόν χρόνια είχε διαφύγει και επιβιώσει των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων του κυβερνητικού στρατού, τον «εχθρό» με τις στρατηγικές ικανότητες, τον θρυλικό καπετάν – Διαμαντή. Υποθέτουμε ότι για τους χιλιάδες πρόσφυγες που είχαν μεταφερθεί αναγκαστικά στην πόλη της Λαμίας από τον Κυβερνητικό Στρατό, ο φόνος του Διαμαντή, σήμαινε εκτός από το τέλος των στρατιωτικών επιχειρήσεων και την επιστροφή στα χωριά τους. Η πομπή στρατιωτικών αυτοκινήτων τα οποία μετέφεραν τη σωρό και τους συλληφθέντες από τις τελευταίες στρατιωτικές επιχειρήσεις πέρασε από  τις κύριες οδούς της πόλης και κατευθύνθηκε προς το κτίριο της ΕΣΑ όπου έγινε και η έκθεση του πτώματος. Στη συνέχεια, η σωρός μεταφέρθηκε στο νεκροταφείο Λαμίας, όπου υπήρχαν επίσης συγκεντρωμένοι, προκειμένου να γίνει η πρόχειρη ταφή. Η σορός δεν τάφηκε εντός του νεκροταφείου της πόλης, την Ξηριώτισσα. «Οι εγκληματίες της ολκής του Διαμαντή δεν έχουν καμιά θέση στο γαληνεμένο τόπο των νεκρών που ησυχάζουν… ένας λάκκος, ένας πρόχειρος λάκκος έχει ανοιχθεί πίσω από το νεκροταφείο. Δεν βρίσκεται κανένας εκεί συγγενής να κλάψει το αιμοβόρον αυτό θηρίον. Κανένας παπάς να του διαβάσει την τελευταία ευχή»[29]. Άκλαυτος και αδιάβαστος, «άδοξο κουφάρι, πετάχθηκε νεκρός και αποσυντεθημένος σε κάποιο λάκκο της Ξηριώτισσας. Αμφιβάλλουμε αν θα βρεθεί χώμα δια να καλύψη ένα σαρκίον, η θύμησις του οποίου προκαλεί ρίγη τρόμου ες πολλά έτη ακόμα»[30]. Η έκθεση πτωμάτων και κομμένων κεφαλών των μαχητών του ΔΣΕ συμβόλιζε την απόλυτη και εξευτελιστική τιμωρία του ηττημένου εχθρού. Το άταφο πτώμα και το κομμένο κεφάλι καταδείκνυαν ότι ο τρόπος με τον οποίο θα πέθαινε κανείς μπορούσε να γίνει και ήταν μια μορφή τιμωρίας.

Η μη ταφή του νεκρού ήταν η άρνηση όλων των επικήδειων τελετών οι οποίες κατέχουν εξέχουσα θέση στην πολιτισμική ζωή των κοινωνιών, ήταν η ατίμωση του νεκρού και η στέρηση του δικαιώματος να τον θρηνήσουν τα προσφιλή του πρόσωπα. Το αποκεφαλισμένο πτώμα πολλαπλασίαζε τη φρίκη καθώς στερούσε το μέρος εκείνο που επιτρέπει την αναγνώριση, την ταυτοποίηση. Ο θάνατος γινόταν ένα δημόσιο θέαμα μέσω του οποίου ενισχύονταν το αίσθημα του τρόμου και προστίθενταν ωμότητα στη βία που ασκούνταν από την κρατική εξουσία[31]. Οι μαχητές του ΔΣΕ θέτονταν όχι μόνο εκτός της κοινότητας του έθνους, «ως ξενοκίνητοι προδότες της πατρίδας» αλλά και εκτός της θρησκευτικής κοινότητας, προφανώς με τη συναίνεση της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η μη θρησκευτική ταφή υπογραμμίζει ότι ο νεκρός τιμωρείται ως απόβλητος από την κοινωνία αλλά και από την εκκλησία. Άταφοι μένουν εκείνοι τους οποίους η κοινωνία ή η εξουσία θεωρούσε μιαρούς κάτι το οποίο ίσχυε από τους αρχαίους χρόνους. Όπως αναφέρεται και στην τραγωδία του Σοφοκλή Αντιγόνη ήταν εξευτελισμός η μη ταφή του ανθρώπου και επιβαλλόμενη ποινή για τους προδότες.

Η δημόσια τελετή, της έκθεσης του πτώματος και της περιφοράς του, δήλωνε και σε συμβολικό επίπεδο κάτι που ουσιαστικά είχε συντελεστεί στο στρατιωτικό πεδίο, την οριστική επικράτηση των κυβερνητικών δυνάμεων έναντι του ΔΣΕ στη Ρούμελη. Οι λεζάντες των φωτογραφιών που δημοσιεύτηκαν ήταν αποκαλυπτικές όσο αφορά στον σκοπό της δημόσιας αυτής έκθεσης : «Το απάνθρωπον τέρας δεν υπάρχει πλέον. Ο εθνικός στρατός τιμωρεί τους προδότες». Αφενός, ο Διαμαντής, ο οποίος για τρία χρόνια είχε αποτελέσει το φόβητρο των κυβερνητικών δυνάμεων κείτονταν πλέον νεκρός, γεγονός που ουσιαστικά σήμαινε το τέλος της παρουσίας του ΔΣΕ στη Στερεά. Από την άλλη μεριά, ο κυβερνητικός στρατός  παρουσιάζονταν ως τιμωρός. Ο συνειρμός ήταν άμεσος: όποιος αντιστέκεται στον εθνικό στρατό είναι προδότης της πατρίδας και η τιμωρία του είναι ο θάνατος, η διαπόμπευση, ο εξευτελισμός.

Σε άλλη μια περίπτωση αναφέρθηκε στον τοπικό τύπο φωτογράφηση και έκθεση σε δημόσια θέα πτωμάτων. Επρόκειτο για τα πτώματα δύο ανταρτών οι οποίοι φονεύθηκαν σε συμπλοκή με τις δυνάμεις του Ταγματάρχη Κρανιά τον Απρίλιο 1947 στο Γαρδίκι της Δυτικής Φθιώτιδας. Τα πτώματα θεωρήθηκαν ότι ανήκαν σε παρτιζάνους του βουλγαρικού στρατού μεταφέρθηκαν στο Νοσοκομείο Λαμίας και αφού «καλλωπίστηκαν» από εθελόντριες αδελφές του Ερυθρού Σταυρού, εκτέθηκαν σε κοινή θέα προκειμένου να φωτογραφηθούν. Οι φωτογραφίες των πτωμάτων με τις αρχές τις πόλης, τους προέδρους των επιστημονικών και εμπορικών συλλόγων και του διευθυντή της τοπικής εφημερίδας στάλθηκαν στις αθηναϊκές εφημερίδες «για να αποτελέσουν σημαντικό ντοκουμέντο προς την απόδειξη υπό των γειτόνων μας ενισχύσεως της συμμοριακής δραστηριότητας»[32].  Εν συνεχεία, τα πτώματα ταριχεύτηκαν και στάλθηκαν στην Αθήνα. Η έκθεση των πτωμάτων αυτών εκτός από επίδειξη ισχύος και μέσο εκφοβισμού, αποτελούσε ένα όπλο προπαγάνδας. Οι φονευθέντες ανήκαν στους λόχους των Σλαβομακεδόνων που είχαν σταλεί στη Στερεά Ελλάδα προς ενίσχυση του αρχηγείου του ΔΣΕ Ρούμελης. Η απουσία Σλαβόφωνων στην περιοχή αυτή στοχοποιούσε τα τμήματα των Σλαβομακεδόνων, οι οποίοι εύκολα στα μάτια του πληθυσμού μπορούσαν να θεωρηθούν αλλοεθνείς. Η προπαγάνδα της κυβερνητικής παράταξης δεν δυσκολευόταν να πείσει ότι επρόκειτο για Βούλγαρους οι οποίοι είχαν έρθει να ενισχύσουν τον ένοπλο αγώνα προκειμένου να προωθήσουν τα επεκτατικά τους σχέδια εις βάρος της Ελλάδας.

Συμπερασματικά, στο πλαίσιο ενός εμφυλίου πολέμου ο οποίος σταδιακά επιδεινώνεται οι διοργανωτές  των δημόσιων εκδηλώσεων στοχεύουν να επιβάλουν νέο νόημα στην κοινωνική ζωή των πόλεων. Επιδιώκουν να ελέγξουν, να καθοδηγήσουν και να ποδηγετήσουν μέσω των τελετών αυτών τη συμπεριφορά του πληθυσμού. Και σε τελική ανάλυση θα τον θέσουν μπροστά σε εκβιαστικά διλήμματα ως προς τη συμμετοχή του σε αυτές τις εκδηλώσεις. Ένας δεύτερος σημαντικός στόχος των δημόσιων τελετών είναι η συσπείρωση του πληθυσμού στο θέμα του εμφυλίου και η νομιμοποίηση του ίδιου του πολέμου. Παρά την επιφανειακή ωστόσο ομοφωνία, η οποία εν μέρει επιβάλλεται άνωθεν, είναι σαφές ότι για την επίτευξη των δύο αυτών επιμέρους στόχων, της συσπείρωσης και της νομιμοποίησης, απαιτούνταν ιδιαίτερη προσπάθεια με αμφισβητούμενα αποτελέσματα.

[1] Friedrich Nietzsche, On the Genealogy of Morals, A Polemical Tract, Second Essay: Guilt, Bad Conscience, and Related Matters, Leipzig 1887. Επίσκεψη στην ιστοσελίδα http:// records.viu.ca/johnstoi/nietsche/genealogy, 27 Οκτωβρίου 2008.

[2] Η άποψη αυτή υποστηρίχθηκε τόσο από την Αριστερά όσο και από κυβερνητικά στελέχη, σε απόρρητα έγγραφά τους την περίοδο του εμφυλίου πολέμου. Ίδρυμα Κ. Καραμανλή, Αρχείο Κ. Τσαλδάρη, Φάκελος 23, υποφάκελος 1β , «Υπόμημα βουλευτών Ηπείρου, Μακεδονίας και Θράκης προς Κ. Τσαλδάρη», 6 Νοεμβρίου 1947

[2] Ίδρυμα Κ. Καραμανλή, Αρχείο Κ. Τσαλδάρη, Φάκελος 24, υποφάκελος 3, «Χειρόγραφο σημείωμα Γ. Χρυσοστόμου προς Κ. Τσαλδάρη», 6 Ιουνίου 1947. Έχει υποστηριχθεί από επιστήμονες μελετητές του φαινομένου της ταπείνωσης ότι η ταπείνωση αποτελεί μια ισχυρή δύναμη στην πολιτική των χωρών και στις διεθνείς υποθέσεις. Η παγκόσμια εμπειρία στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα υποδεικνύει ότι οι βαθιά επιζήμιες εμπειρίες της ταπείνωσης μπορούν να οδηγήσουν στην ανάγκη για αντίδραση. Για μια επισκόπηση των σύγχρονων συμπερασμάτων σχετικά με τις επιδράσεις της ταπείνωσης στην πολιτική και στις διεθνείς σχέσεις βλ. E.G.Lindner, «Humiliation and the Human Condition: Mapping a Minefield», Human Rights Review, 2, 2001, σ. 46-63

[3] Λαμιακός Τύπος, 30 Αυγούστου και 2 Σεπτεμβρίου 1947.

[4]Κ.Σιμόπουλος, Βασανιστήρια και εξουσία από την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα, το Βυζάντιο και την Τουρκοκρατίας, ως την εποχή μας, Αθήνα: Στάχυ, 1997

[5] Οι Οθωμανοί αλλά και οι Έλληνες επαναστάτες απέκοπταν και εξέθεταν σε κοινή θέα τα κεφάλια των εχθρών τους. Βλ. Κ. Σάθας, Τουρκοκρατούμενη Ελλάς, Αθήνα 1869 και Δ. Αινιάν, Απομνημονεύματα. Η βιογραφία του Γ. Καραϊσκάκη, Αθήνα 1957, και Σιμόπουλος, ο.π

[6] Γνωστά παραδείγματα αποκοπής και δημόσιας έκθεσης των κεφαλών των ληστών ήταν οι περιπτώσεις των Γιαγκούλα-Μπαμπάνη και Τσαμήτρα τα κεφάλια των οποίων εκτέθηκαν στο σιδηροδρομικό σταθμό Κατερίνης το 1925 και στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στο ιατροδικαστικό εργαστήριο Αθηνών, όπου και μουμιοποιήθηκαν, ή των ληστών της «σφαγής στο Δήλεσι», τα οποία εκτέθηκαν στο Πεδίον του Άρεως.

[7] Δήλωση υπουργού Δημόσιας Τάξης, Κ. Ρέντη με αφορμή βρετανικά δημοσιεύματα σχετικά με κομμένες κεφαλές: Ελευθερία, 13 Νοεμβρίου 1947

[8] Νόμος ΤΟΔ της 27 Φεβρουαρίου/1 Μαρτίου 1871 , «Περί καταδιώξεως της ληστείας» (και Νόμος ΩΞΗ΄/1880, «Περί καταδιώξεως της ληστείας» που επέτρεπε στο υπουργικό συμβούλιο να θέτει εν ενεργεία τους νόμους περί ληστείας) που έθεσε σε εφαρμογή το μέτρο της επικήρυξης των ληστών και της εκτόπισης όλων όσων τους υπέθαλπαν και τους πρόσφεραν κάλυψη και νομοθετικά διατάγματα για την ίδρυση στις πρωτεύουσες κάθε νομού «Επιτροπής επί της Δημοσίας Ασφαλείας» (21/4/1924) με σκοπό την «τελεία αποκατάσταση της δημοσίας ασφαλείας και τάξεως» καθώς και το Νομοθετικό Διάταγμα «Περί αμνηστίας ληστών φονευόντων ληστήν κλπ» (14/11/25). Βάσει των ανωτέρω διατάξεων τέθηκαν κατά καιρούς σε ισχύ οι νόμοι περί ληστείας, εσχάτως δε από 3 Μαίου 1946 δια του Β.Δ. της 29 Απρ. / 3 Μαΐου 1946,  η οποία παρατάθηκε από έτους εις έτος μέχρι του Β.Δ. της 2/10 Αυγ. 1950 περί θέσεως προσωρινώς εν ισχύι καθ` άπασαν την Επικράτειαν των Νόμων περί καταδιώξεως της ληστείας, δια του οποίου τίθενται σε ισχύ από 1 Αυγούστου 1950 και για ένα έτος οι νόμοι ΤΟΔ`, ΥΙΕ`, ΩΞΗ`, 121, 1322, Ν.Δ. Ιαν. 1923 και οι τροποποιητικοί αυτών.

[9] Για να γίνει ακόμα πιο εμβληματική η σύνδεση αυτή αποκόπηκε και εκτέθηκε σε κοινή θέα το κεφάλι του πρωτοκαπετάνιου του ΕΛΑΣ, Άρη Βελουχιώτη, το οποίο μαζί με αυτό του συντρόφου του Τζαβέλλα έμειναν κρεμασμένα στο φανοστάτη της πλατείας των Τρικάλων από τις 17 έως τις 19 Ιουνίου 1945. Σχετική περιγραφή, στο Ρίζος Μπόκοτας, Ποιος κρύβει το κεφάλι του Άρη Βελουχιώτη, Αθήνα: Γλάρος, 1984

[10] Η συγκρότηση Λόχων Κυνηγών διατάχθηκε τον Σεπτέμβριο 1946 με σκοπό την ασφάλεια της υπαίθρου και τη δίωξη των ΟΕΚ αρχικά και στη συνέχεια του ΔΣΕ. Η δύναμή τους αποτελούνταν από 60-80 άνδρες, οι οποίοι είτε προέρχονταν από διαθέσιμες μονάδες της Χωροφυλακής από τη δύναμη των συμπτυσσόμενων ή εξουδετερουμένων Σταθμών Χωροφυλακής ή από εθελοντική επιστράτευση ιδιωτών εφέδρων ως χωροφυλάκων, οι οποίοι ονομάζονταν «άνευ θητείας χωροφύλακες». ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον Αντισυμμοριακόν Αγώνα (1946-1949). Το πρώτον έτος του Αντισυμμοριακού αγώνος 1946, Αθήναι 1971, σ. 126

[11] Η διαταγή βρέθηκε στα βρετανικά αρχεία και είχε ημερομηνία 15 Μαΐου 1947: PRO, FO 371/67011, From Athens to FO, Telegram No. 1883, 15/11/47

[12] PRO, FO 371/67011, From Athens to FO, Telegram No. 1883, 15/11/47

[13] Από τις πάμπολλες μαρτυρίες επιζώντων, αναφέρουμε ενδεικτικά τις δύο σχετικές περιπτώσεις που περιέλαβε στις αναμνήσεις του ο Κοσμάς Σούφλας: Στην περιοχή της Φθιώτιδας, όπου μετά τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ δρούσε η συμμορία του Γ. Βουρλάκη, αποκεφαλίστηκαν με κλαδευτήρι τρεις εαμικοί νεολαίοι. «Πέρασαν τα κεφάλια σ’ ένα παλούκι και τα κατεβάζουν στη Λαμία να εισπράξουν εύσημα από τ’ αφεντικά τους», αφηγείται ο συγγραφέας. Το δεύτερο περιστατικό αναφέρεται στο τέλος του Βάιου Γόρδιου που κατόρθωσε να αποδράσει από τους ανακριτές του για να εντοπιστεί αργότερα από δύο άνδρες των ΜΑΥ: «Του έκοψαν το κεφάλι, το κάρφωσαν σ’ ένα κοντάρι και «τροπαιούχοι» επανήλθαν στην έδρα του τάγματος για τα επινίκια… Εδώ τέλειωσε η αποστολή του τάγματος. Με το κεφάλι του Γόρδιου στον τροβά του ΜΑΥ, πήραν το δρόμο της επιστροφής για την έδρα τους την Καρδίτσα. Ο κόπος τους δεν πήγε χαμένος, πληρώθηκε. Για κείνη την εποχή -που ήμαστε τόσο λίγοι- ένα κεφάλι λάφυρο δεν ήταν μικρό πράμα». Κοσμάς Σούφλας, Απ’ το Διωγμό στον Εμφύλιο, Αθήνα: Δρυμός, 1986.

[14] Λαμιακός Τύπος, 30 Ιουνίου 1945 και Ριζοσπάστης, 4 Ιουλίου 1945. Πρόκειται για τον Γεώργιο Νταουτζή ή Γ. Καλέμη από το χωριό Λεύκα Δομοκού.

[15] Πιθανά αναφορά στη Λευκή Βίβλο του ΕΑΜ, Ρούμελη και αφηγήσεις αριστερών.

[16] ΒΔ 294/3.5.1945 (περί καταδιώξεως της ληστείας, με το οποίο επαναφέρεται σε ισχύ ο σχετικός νόμος του 1871).

[17] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Αρχεία Εμφυλίου Πολέμου, Τόμος 2, Κείμενο 61, «Αναφορά 106 Τάγματος Εθνοφυλακής προς Α ΣΣ», Λαμία, 13 Ιουνίου 1946

[18] Για την πλούσια δράση της οικογένειας Ψωμά, Λαμιακός Τύπος, 12 Ιουλίου 1946 και προφορική μαρτυρία Κ.Κ.

[19] Για την ένοπλη δράση του Ψωμά , Λαμιακός Τύπος, 18-20 Ιουλίου 1946. Για το φόνο του, Λαμιακός Τύπος, 9 Αυγούστου 1946

[20] Λαμιακός Τύπος, 1 Απριλίου 1947

[21] Λαμιακός Τύπος, 27 Ιουλίου 1947 και Λαμιακός Τύπος, 30 Αυγούστου 1947

[22] Λαμιακός Τύπος, 30 Αυγούστου και 2 Σεπτεμβρίου 1947

[23] Λαμιακός Τύπος, 16 Σεπτεμβρίου 1947

[24] Διαβεβαιώσεις του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης Τσαλδάρη στον βρετανό Πρέσβη: PRO, FO 371/67011, From Athens to FO, Telegram No. 1882, 15/11/47

[25] PRO, FO 371/67011, British Police and Prison Mission Thessaly High Command Larisa to Chief of Mission Athens, 22/11/1947: “Allegations contained in Daily Mirror of 10/11/1947”

[26] Λεπτομέρειες για το περιστατικό και φωτογραφία των κομμένων κεφαλών, Π. Φούντας, Στην Εύβοια τσαυρώσανε τη λευτερια, Αναμνήσεις από τη δράση του Δ.Σ Εύβοιας, Αθήνα, αυτοέκδοση, 1986, σ. 16-18

[27] Προφορική μαρτυρία Αργυρώς Κοκκοβλή, Χανιά, 14 Ιουνίου 2006

[28] Εμπρός, 26 Ιουνίου 1949

[29] Εμπρός, 23 Ιουνίου 1949

[30] Λαμιακός Τύπος, 26 Ιουνίου 1949

[31] Ο Π. Βόγλης συνέδεσε το θέαμα της έκθεσης κομμένων κεφαλών με τις δημόσιες ομολογίες των δηλώσεων μετανοίας. Τα δύο αυτά εμβλήματα της εμφύλιας σύγκρουσης αναπαριστούν συμβολικά τις δύο επιλογές που είχαν όσοι στρατεύονταν στην υπόθεση του ΔΣΕ: από τη μία θάνατος και εξευτελισμός και από την άλλη μετάνοια και εξιλασμός. Βόγλης, ο.π., σ. 125-132

[32] Λαμιακός Τύπος, 30 Απριλίου 1947

Advertisements