Το συνδικαλιστικό κίνημα των εκπαιδευτικών της Στοιχειώδους & Μέσης Εκπαίδευσης της περιόδου 1950 – 1960  Η περίπτωση της απεργίας της ΔΟΕ (Δασκάλων) του 1957.

 

Του Δημήτρη Πολυχρονιάδη*


Η Ελλάδα ανάμεσα στα χρόνια 1949 – 1963 ( Πολιτικό – Οικονομικό Πλαίσιο της περιόδου)

Στα μέσα του εικοστού αιώνα η Ελλάδα ήταν μια χώρα 8 περίπου εκατομμυρίων κατοίκων με έντονα ακόμα της σημάδια της φτώχειας και της οικονομικής καθυστέρησης, ως συνέπεια των καταστροφικών επιπτώσεων του πρόσφατου ακόμα Β΄ παγκόσμιου πολέμου (1939 – 1945), της ξένης κατοχής (1941 – 1944) αλλά και του Ελληνικού εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε (1946 – 1949).

Ο πολιτικός διχασμός που ακολούθησε τον εμφύλιο πόλεμο είχε σαν αποτέλεσμα να «επικρατήσει μια χωρίς προηγούμενο ανισορροπία της πολιτικής ζωής με τη δεξιά, μάλιστα την άκρα δεξιά, υποστηριζόμενη από τις αμερικανικές υπηρεσίες να παραμερίζει από την κυβέρνηση της χώρας ό, τι φιλελεύθερο και μετριοπαθές στοιχείο απέμενε και να μονοπωλεί την εξουσία»[1].

Το πολίτευμα της χώρας έμενε επιφανειακά μία «βασιλευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία», αλλά στην πραγματικότητα το καθεστώς των έκτακτων μέτρων του εμφυλίου πολέμου συνεχιζόταν (απαγόρευση της νόμιμης δράσης του Κ.Κ.Ε. περιστολή των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, καθιέρωση πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων, φυλακίσεις και εξορίες οπαδών της κομμουνιστικής αριστεράς, κλπ.) και η εξουσία περνούσε στα χέρια εξω-κοινοβουλευτικών δυνάμεων που κατέληξαν να συγκροτήσουν μια πραγματική παράλληλη κυβέρνηση που υπερσκέλιζε κάθε επίσημη κυβέρνηση (βασιλιάς, στρατός, αστυνομία και παραστρατιωτικές – παρακρατικές οργανώσεις).

Κάτω από αυτό το ασφυκτικά ανελεύθερο πολιτικό καθεστώς θα ξεκινήσει η χώρα και ο ελληνικός λαός τη δύσκολη και επίπονη προσπάθεια της οικονομικής και κοινωνικής ανασυγκρότησής του μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου (1950).

Στα 1951 η ελληνική οικονομία θα φτάσει το προπολεμικό της επίπεδο. Η οικονομική πρόοδος θα συνεχιστεί σε όλη τη διάρκεια της περιόδου (1949 – 1957, αλλά και ως τα μέσα της δεκαετίας του 1960) με αποτέλεσμα την αύξηση του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος από 112$ στα 1951, σε 270$ στα 1956 και γύρω στα 500$ στα 1964 (κατά κεφαλή).

Αυτές οι οικονομικές μεταβολές και η έναρξη ενός μετασχηματισμού στις οικονομικές δομές άρχισαν να μεταβάλλουν αργά και τις κοινωνικές δομές.

Από το 1956 η κυβέρνηση της Ε.Ρ.Ε.  εφάρμοσε απαρέγκλιτα το οικονομικό της πρόγραμμα για την ανασυγκρότηση της χώρας, δίνοντας έμφαση στη νομισματική σταθερότητα, τον έλεγχο της αύξησης των μισθών κάτω από την αύξηση της παραγωγικότητας, την επένδυση κεφαλαίων στο βιομηχανικό τομέα, την ανάπτυξη των υποδομών(δρόμοι, λιμάνια, παραγωγή Ηλεκτρικής Ενέργειας κλπ.), την αύξηση της παραγωγικότητας της οικονομίας, της σφιχτής δημοσιονομικής πολιτικής (με την καθήλωση των δαπανών για κοινωνικές ανάγκες), τη σύνδεση με την Ε.Ο.Κ.

Οι οικονομικοί στόχοι της κυβέρνησης της Ε.Ρ.Ε. θα επιτευχθούν σε μεγάλο βαθμό (ιδιαίτερα όσο αφορά τη νομισματική σταθερότητα), αλλά με υψηλό κοινωνικό κόστος, αφού τα αποτελέσματα της οικονομικής της πολιτικής (δηλ. η εδραίωση της εμπιστοσύνης στο εθνικό νόμισμα, η συγκράτηση του πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα, η αύξηση της παραγωγικότητας και των ιδιωτικών καταθέσεων) δεν έφταναν για να δικαιολογήσουν ή να αποκρύψουν τις αρνητικές της συνέπειες (δηλ. τη σταθερά αυξανόμενη ανισοκατανομή του εισοδήματος, την πτώση του βιοτικού επιπέδου της πλειοψηφίας των εργαζομένων, την αύξηση της ανεργίας, τη συμπίεση των αγροτικών εισοδημάτων). Αποτέλεσμα όλων αυτών θα είναι η ανάπτυξη του πρώτου μεγάλου Η απουσία ισχυρού συνδικαλιστικού κινήματος, μέσα από τον πλήρη έλεγχο των συνδικαλιστικών οργανώσεων από τις κυβερνήσεις της εποχής και την εφαρμογή ενός πλέγματος νόμων που κατέστειλαν την ελεύθερη συνδικαλιστική έκφραση των εργαζόμενων στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, θα αποτελέσει θεμέλιο και εγγύηση για την εφαρμογή της οικονομικής πολιτικής των κυβερνήσεων της εποχής.

Η πολιτική κυριαρχία της συντηρητικής παράταξης θα συνεχιστεί αδιάλειπτα από το 1952 έως το 1963. Ανάμεσα στα έτη 1952 – 1963 θα διεξαχθούν οι παρακάτω εκλογικές αναμετρήσεις :

1952 Νοέμβριος (με πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα ) και  αποτελέσματα: Ελληνικός Συναγερμός 49,2%, Συνασπισμός Κεντρώων κομμάτων  – ΕΠΕΚ, Φιλελεύθεροι, Σοσιαλιστικό κόμμα Αλ. Σβώλου – 34,2%, Ε.Δ.Α. 10%

1956 Φεβρουάριος – με τριφασικό εκλογικό σύστημα δηλ. συνδυασμός πλειοψηφικού και ενισχυμένης αναλογικής με στόχο την υπερίσχυση της Ε.Ρ.Ε., με αποτελέσματα: Η Δημοκρατική Ένωση (συνασπισμός όλων των κομμάτων της αντιπολίτευσης και της Ε.Δ.Α.) κατέλαβε την πρώτη θέση σε ψήφους με μικρή διαφορά από την Ε.Ρ.Ε. αλλά λόγω του εκλογικού νόμου πήρε λιγότερες έδρες από την Ε.Ρ.Ε. και έτσι σχηματίστηκε κυβέρνηση από τον Κ. Καραμανλή.

 1958 Μάιος – με εκλογικό σύστημα ενισχυμένης αναλογικής, με αποτελέσματα : Ε.Ρ.Ε. πρώτο κόμμα , Ε. Δ. Α. 24,43% , Φιλελεύθεροι 20,67%

 1961 Οκτώβριος – με ενισχυμένη αναλογική και αποτελέσματα: Ε.Ρ.Ε. 50,81%, Ε. Κ. 33,64%,  Ε .Δ .Α. 14,62% . Οι εκλογές καταγγέλθηκαν από την αντιπολίτευση ως εκλογές βίας και νοθείας.

Το κλίμα της νομιμοποιημένης τρομοκρατίας και ο μηχανισμός των έκτακτων μέτρων θα ενταθούν μετά το 1958 (θέλοντας να ανακόψουν την άνοδο των δυνάμεων της  αριστεράς), ενώ από τα τέλη του 1957 ένα πρωτόγνωρο για τη χώρα κίνημα νεολαίας θα αναπτυχθεί με αιτήματα κοινωνικά – εκπαιδευτικά διεκδικώντας δημόσια και δωρεάν Παιδεία για όλους και αύξηση των δαπανών για την Παιδεία στο 15% του Γ. Κ. Π.

Οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης (Ε. Κ.) θα κηρύξουν ανένδοτο αγώνα με στόχο την πτώση της κυβέρνησης της Ε.Ρ.Ε.

Παρά το καθεστώς των διώξεων, για τους ηττημένους του εμφυλίου πολέμου, και τις  κάθε είδους απαγορεύσεις, σε όλη τη διάρκεια της περιόδου (1949 – 1963) δεν παρατηρείται απουσία δυναμικής προβολής οικονομικών ή θεσμικών αιτημάτων από διάφορους κλάδους εργαζομένων.

Μάλιστα στο χώρο της εκπαίδευσης θα διεξαχθούν πρωτοφανείς για τα δεδομένα της εποχής απεργιακοί και κοινωνικοί αγώνες, οι οποίοι θα καθορίσουν τη φυσιογνωμία και το χαρακτήρα της εκπαίδευσης στη χώρα για πολλές δεκαετίες.

Η εκπαίδευση στην Ελλάδα ανάμεσα στα χρόνια 1949 – 1963

Η κατάσταση στην Ελληνική εκπαίδευση στα μέσα του 20ου αιώνα, με βάση τα επίσημα στοιχεία των στατιστικών, παρουσίαζε αρκετές αδυναμίες και  διαμορφωνόταν ως εξής:

 Επί του συνόλου του πληθυσμού της χώρας 13 ετών και άνω.

         Έτος                                        1961                                           1951

 Απόφοιτοι Ανώτατων Σχολών       2%                                             1,6%

 Απόφοιτοι Γυμνασίου (εξατάξιου)  8%                                             5,5%

 Απόφοιτοι Δημοτικού                   45,2%                                         29,8%

 Μη απόφοιτοι Δημοτικού             44,8%                                         63,2%

  Αγράμματοι                                  18,8%                                         25,8% 

Πηγή: Στατιστική Επετηρίδα(Ε.Σ.Υ.Ε. – Απογραφή πληθυσμού 1961)

Το μορφωτικό επίπεδο του πληθυσμού και του εργατικού δυναμικού της χώρας παρέμενε χαμηλό, σε σύγκριση με το αντίστοιχο των χωρών της Δυτικής και Ανατολικής Ευρώπης.

Στα 1961 διατέθηκαν για την εκπαίδευση 1.800 εκατ. δραχμές περίπου, δηλ. 1,54% του συνόλου των διαθέσιμων για το έτος αυτό πόρων της οικονομίας, ας σημειωθεί ότι κατά τη δεκαετία του 1950 το ποσοστό των διατεθέντων για την εκπαίδευση πόρων στο σύνολο των πόρων της οικονομίας ήταν ακόμα χαμηλότερο (1,36% στα 1954)[3].

Η φοίτηση των παιδιών ήταν υποχρεωτική μόνο στο εξατάξιο Δημοτικό σχολείο και αυτό, όπως φαίνεται από τα στοιχεία, χωρίς να υπάρχει μέριμνα και έλεγχος από την πολιτεία για το μεγάλο ποσοστό εγκατάλειψης του Δημοτικού σχολείου από τους μαθητές, ιδιαίτερα από την Δ΄ τάξη και ύστερα.

Η συνέχιση των σπουδών στις επόμενες βαθμίδες (Γυμνάσιο και Ανώτατες Σχολές) ήταν προνόμιο πολύ λίγων, αφού ένα πλέγμα εξεταστικών και οικονομικών φραγμών απέτρεπε τα παιδιά των ασθενέστερων οικονομικά στρωμάτων του πληθυσμού να συνεχίσουν τις σπουδές τους (στο γυμνάσιο και στις ανώτατες σχολές ήταν υποχρεωτική η επιβολή εκπαιδευτικών τελών, εξέταστρων, η αγορά βιβλίων κλπ.).

Το κόστος των σπουδών γινόταν ακόμα μεγαλύτερο αν υπολογιστεί ότι εξαιτίας του μικρού αριθμού γυμνασίων και ανώτατων σχολών (που υπήρχαν μόνο στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη) ένας μεγάλος αριθμός παιδιών της επαρχίας έπρεπε να επιβαρύνεται με επιπλέον έξοδα, αφού ήταν επιβεβλημένο να μεταναστεύει (σε μεγαλύτερη πόλη ή στην πρωτεύουσα) για να σπουδάσει, δημιουργώντας μεγάλες απώλειες εισοδήματος σε χιλιάδες ελληνικές οικογένειες.

Οι ελλείψεις στο χώρο της εκπαίδευσης ήταν τραγικές σε ότι αφορά τα κτήρια και το εκπαιδευτικό προσωπικό.

Είναι χαρακτηριστική η εισήγηση της Ρόζας Ιμβριώτη (από μέρους των εκπαιδευτικών) στην Α΄ Πανελλαδική Συνδιάσκεψη της Ε. Δ. Α. (1956) η οποία λέει: «…Επί πληθυσμού περίπου 8 εκ. , τα 2 εκ. των Ελλήνων δε γνωρίζουν γραφή και ανάγνωση. Έχουμε το μικρότερο ποσοστό προϋπολογισμού για την εκπαίδευση, μόλις 5%, ενώ οι γύρω μας λαοί έχουν 12 – 18%. Τα παιδιά μας εγκαταλείπουν σχεδόν κατά το 1/3 το δημοτικό σχολείο από τη Γ΄ τάξη του Δημοτικού, ενώ ένα ποσοστό 13% δεν εγγράφονται καθόλου στο σχολείο. Οι στρατιωτικές δαπάνες υπέρογκες απορροφούν το 53% του προϋπολογισμού και κάθε δαπάνη για την παιδεία γίνεται αδύνατη. ……Τα σχολεία γκρεμίζονται πάνω στις κεφαλές των παιδιών. Τα περισσότερα είναι στάβλοι. Από τα δημόσια κτήρια το 30% θεωρούνται υποφερτά και το 40% ακατάλληλα. Τα 77% των δημοτικών σχολείων είναι μονοτάξια, δηλ. 6 τάξεις με ένα δάσκαλο, αν υπάρχει κι αυτός. Κάθε τάξη συχνά έχει 120 μαθητές, όρθιους και στοιβαγμένους, λείπουν 2.500 αίθουσες. Χρειαζόμαστε 25.000 δασκάλους, κι όμως είναι διορισμένοι μόνο 17.000. Αποτέλεσμα τελειώνουν το Δημοτικό μόνο το 1/3 των μαθητών. Κι όμως το Δημοτικό είναι η βάση απ’ όπου οργανικά θα αναπτυχθεί ολόκληρη η Παιδεία. ……και συνεχίζει σχετικά με την κατάσταση των δασκάλων……. (Ο δάσκαλος) Βρίσκεται κάτω από αστυνομικά μέτρα που του περιορίζουν τη δράση. 3.500 δημοκρατικοί εκπαιδευτικοί απολύθηκαν στα 1946 – 1947 και οι 2.000 απ’ αυτούς μένουν ακόμα έξω υπηρεσίας. 500 εκπαιδευτικοί ύστερα από εμπιστευτική διαταγή του υπουργείου Παιδείας, βρίσκονται υπό ειδική παρακολούθηση του υπουργείου Ασφαλείας. Ειδικά Συμβούλια απολύουν εκπαιδευτικούς για τα δημοκρατικά τους φρονήματα χωρίς καμιά απολογία. 1300 περίπου απολύθηκαν από το 1953 – 1956 κι ούτε έχουν το δικαίωμα προσφυγής στο Συμβούλιο Επικρατείας. Είναι ακόμα τόσο γλίσχρα τα μέσα για την ύπαρξή του (του Δασκάλου), που όσο ελλατώνονται, τόσο κι οι σωματικές του δυνάμεις και η κοινωνική του επιρροή χάνονται. Έτσι ερημώνονται τα διδασκαλεία και οι σπουδαστές ή κι οι δάσκαλοι τρέπονται σ’ άλλα επαγγέλματα για να κερδίσουν το ψωμί το δικό τους και της οικογένειας τους. ….. Η ίδια και χειρότερη κατάσταση επικρατεί στη Μέση εκπαίδευση για την οποία η Ιμβριώτη λέει …..λείπουν 1.900 αίθουσες . Είναι πανάκριβα τα βιβλία. Μας χρειάζονται 7.500 καθηγητές και υπάρχουν 5.000 μόνο. …….»[4]

Η ανυπαρξία πολιτικής βούλησης για την οικοδόμηση ενός σύγχρονου δημόσιου συστήματος εκπαίδευσης που θα παρέχεται δωρεάν στον ελληνικό λαό είναι χαρακτηριστική σε όλη την περίοδο από το 1949 έως το 1963, με απόδειξη τις χαμηλές δαπάνες που δίνονται από τον κρατικό προϋπολογισμό για την Παιδεία που σε όλη τη διάρκεια της περιόδου (1949 – 1963) δε θα ξεπεράσουν στην καλύτερη περίπτωση το 7,5% των εσόδων του Γ. Κ. Π.[5]

Η εκπαιδευτική πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων (1949 – 1963) και τα εκπαιδευτικά –  κοινωνικά αιτήματα της περιόδου (1949 – 1963)

 Η εκπαιδευτική πολιτική των μετεμφυλιακών κυβερνήσεων της περιόδου 1949 – 1963 χαρακτηρίζεται από φτωχό έργο και χαμηλές δημόσιες δαπάνες, όπως είδαμε παραπάνω.

Η τελευταία εκπαιδευτική μεταρρύθμιση είχε γίνει από την κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου στα 1930 (με υπουργούς Παιδείας τους Κ. Γόντικα και Γ. Παπανδρέου), η οποία στα βασικά σημεία της είχε αναιρεθεί από τις κυβερνήσεις που ακολούθησαν (Δικτατορία Μεταξά κ. λ. π ).

Το αναλυτικό και ωρολόγιο πρόγραμμα του Γυμνασίου χρονολογούνταν από το 1935 και του Δημοτικού σε ορισμένα σημεία του από το 1911.

Μεταρρυθμίσεις σχετικά με τα προγράμματα, περιεχόμενα και διδακτικές μεθόδους, στην εκπαίδευση που διαμορφωνόταν είχαν συζητηθεί ή πραγματοποιηθεί μέχρι τότε σπάνια. Κατά τη διάρκεια όλης της μεταπολεμικής περιόδου μέχρι το έτος 1957 δεν έγινε στον εκπαιδευτικό τομέα καμιά διαρθρωτική εξέλιξη. Εκτός από το Δημοτικό σχολείο, κύρια πηγή της σχολικής μόρφωσης έμεινε το κλασσικό μονολιθικό Γυμνάσιο. Αυτή η εκπαίδευση όμως δεν μπορούσε να αρκέσει ούτε στις απαιτήσεις της οικονομίας ούτε σ’ εκείνες της κοινωνίας[6].

Κύριο πρόβλημα θα παραμείνει η χρόνια καθήλωση των δαπανών για την Παιδεία σε πολύ χαμηλά ποσοστά (από τον Γ. Κ. Π.)

Η προϊούσα αστικοποίηση του πληθυσμού της χώρας σε συνάρτηση με τις οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές που συντελούνται σ’ αυτή, θα οδηγήσουν στη διατύπωση εκπαιδευτικών – κοινωνικών αιτημάτων, τα οποία αφορούν μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας (μεσαία αστικά στρώματα αλλά και αγροτικά στρώματα καθώς και τμήματα της ανώτερης αστικής τάξης) και έχουν να κάνουν με την καθιέρωση της δωρεάν παροχής της εκπαίδευσης σε όλους τους πολίτες από την πολιτεία, αίτημα που θα εκφραστεί μέσα από τους φοιτητικούς – σπουδαστικούς και μαθητικούς αγώνες της περιόδου (1957 – 1964).

Στη διαμόρφωση των εκπαιδευτικών – κοινωνικών αιτημάτων της εποχής, σχετικά με την οικοδόμηση ενός σύγχρονου και δημοκρατικού εκπαιδευτικού συστήματος που θα παρέχει δωρεάν τις υπηρεσίες του σε όλους τους Έλληνες πολίτες, σύμφωνα με τα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα κυρίως, αφού από το 1961 η Ελλάδα θα συνδεθεί οικονομικά με την Ε.Ο.Κ. –  χαρακτηριστικό των προσανατολισμών και των δεσμεύσεων της χώρας – θα παίξει καθοριστικό ρόλο και η ιδεολογική επίδραση της αριστεράς, κυρίως μέσα από τη δράση του πολιτικού της φορέα (Ε. Δ. Α.), αλλά και μέσα από τη δράση της στο φοιτητικό – σπουδαστικό χώρο.

Οι χαμηλές δαπάνες για την εκπαίδευση, οι οποίες χορηγούνται από τις κυβερνήσεις της περιόδου (1949 – 1963 ) και η απουσία πολιτικής βούλησης από την πλευρά της συντηρητικής παράταξης σχετικά με την οικοδόμηση ενός στοιχειώδους κράτους πρόνοιας στη μετεμφυλιακή Ελλάδα,(το οποίο θα περιείχε και ένα σύγχρονο Δημόσιο Δωρεάν εκπαιδευτικό σύστημα), θα οδηγήσουν το εργατικό – συνδικαλιστικό κίνημα της περιόδου στη διεκδίκηση και προβολή σχετικών αιτημάτων.

Έτσι εκτός από τους φοιτητές – σπουδαστές και τους μαθητές και οι εκπαιδευτικοί θα διεκδικήσουν δυναμικά την αύξηση των δαπανών για την Παιδεία προβάλλοντας οικονομικά αιτήματα που έχουν να κάνουν με την αύξηση των αποδοχών τους αλλά και την αύξηση των διορισμών εκπαιδευτικού προσωπικού, την αύξηση των δαπανών για κτηριακή υποδομή και εποπτικά μέσα διδασκαλίας των σχολείων, συμβάλλοντας έτσι στην οικοδόμηση των εκπαιδευτικών – κοινωνικών αιτημάτων της εποχής που θα αποκρυσταλλωθούν στο περίφημο αίτημα του 15% (προίκα στην Παιδεία) μέσα από τις δαπάνες του Γ. Κ. Π.

Η διεκδίκηση των αιτημάτων αυτών θα γίνει μέσα από πολύμορφες κινητοποιήσεις τόσο των φοιτητών – σπουδαστών (φοιτητικές απεργίες, συλλογές υπογραφών για το 15% κ. λ. π.) αλλά και των μαθητών (αποχές – απεργίες από τα σχολεία, συλλαλητήρια με αίτημα την κατάργηση των εκπαιδευτικών τελών – εισφορών που πλήρωναν οι μαθητές), καθώς και από τις απεργιακές κινητοποιήσεις των εκπαιδευτικών στοιχειώδους και μέσης εκπαίδευσης που θα εξετάσουμε αμέσως παρακάτω.

 Η απεργία της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδας του 1957

Από το 1955 πρωθυπουργός της χώρας είναι ο Κ. Καραμανλής, διάδοχος του Αλέξανδρου Παπάγου στην ηγεσία του κόμματος της συντηρητικής παράταξης «Ελληνικός Συναγερμός» και ιδρυτής στη συνέχεια της «Εθνικής Ριζοσπαστικής Ένωσης».

Η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης της Ε.Ρ.Ε. είναι σκληρή πολιτική λιτότητας και αυστηρού (αντιπληθωριστικού) ελέγχου της αύξησης των μισθών υπό το πρίσμα της νομισματικής σταθερότητας.

Η Διδασκαλική Ομοσπονδία Ελλάδας είναι το αρχαιότερο συνδικάτο των Δημοσίων Υπαλλήλων και των εκπαιδευτικών (έτος ίδρυσης 1922) και βρίσκεται στα χέρια των «εθνικοφρόνων» συνδικαλιστικών δυνάμεων, αφού από την περίοδο του εμφυλίου πολέμου, αλλά και αργότερα, το σώμα των εκπαιδευτικών της στοιχειώδους εκπαίδευσης, έχει εκκαθαριστεί πλήρως από οποιαδήποτε στοιχεία είχαν εμπλακεί στην ΕΑΜική αντίσταση ή έστω έδειχναν συμπάθεια σε «ανατρεπτικές» ιδέες.[7]

Στο πλαίσιο αυτό και με δεδομένο τις χαμηλές αποδοχές των εκπαιδευτικών της στοιχειώδους εκπαιδεύσεως η Δ. Ο. Ε. με σχετικά υπομνήματά της προς την κυβέρνηση και τον υπουργό Παιδείας (Γεροκωστόπουλο) ζητά την ικανοποίηση ενός minimum πλαισίου αιτημάτων που αφορούν την αύξηση του μηνιαίου επιδόματος των εκπαιδευτικών της στοιχειώδους εκπαίδευσης από 100 δρχ. σε 500 δρχ. και την αύξηση των οργανικών θέσεων Διευθυντών β΄ τάξης[8].

Χαρακτηριστικό είναι το δημοσίευμα της εφημερίδας «Αυγή» της 21 – 5 – 1957 σύμφωνα με το οποίο στη Δημοτική Εκπαίδευση είναι ακατάλληλα κατά 60% τα σχολικά κτήρια, 1000 μονοτάξια Δημ. Σχολεία δε λειτουργούν λόγω έλλειψης δασκάλων, υπάρχουν πληθωρικές τάξεις με 80, 100 ή 120 παιδιά, οι δάσκαλοι είναι οικονομικά και ηθικά εξαθλιωμένοι, το πρόγραμμα σπουδών είναι απαρχαιωμένο και παρατηρείται παντελής έλλειψη εκπαιδευτικής πολιτικής από την πλευρά της κυβέρνησης.

Την Κυριακή 19 και τη Δευτέρα 20 Μάη του 1957 η Έκτακτη Γενική Συνέλευση της Δ.Ο.Ε. (που θα γίνει στο θέατρο «ΚΥΒΕΛΗ» της Αθήνας) αποφασίζει να κηρύξει απεργία διάρκειας τις πρώτες ημέρες του Ιούνη.

Μέσα στην έκτακτη Γ. Σ. της Δ.Ο.Ε. θα εκφραστεί δριμύ κατηγορώ όλων των αντιπροσώπων προς την κυβέρνηση, γιατί οι δάσκαλοι αμείβονται χαμηλότερα από όλους τους δημοσίους υπαλλήλους (χαρακτηριστικό των προτεραιοτήτων της κυβερνητικής πολιτικής της Ε.Ρ.Ε.). Η έκτακτη Γ. Σ. θα εκλέξει επιτροπή αγώνα και θα εγκρίνει ψήφισμα για τον Κυπριακό αγώνα, που την περίοδο αυτή βρίσκεται σε έξαρση.

Στις 25 – 5 – 1957 η Δ. Ο. Ε. ανακοινώνει ότι κατόπιν της μη επιλύσεως των αιτημάτων του κλάδου από την κυβέρνηση στις 3 – 6 – 1957 θα ξεκινήσει η απεργία διάρκειας με αιτήματα : α) την αύξηση του (πενιχρού) μηνιαίου επιδόματος και β) την αύξηση των οργανικών θέσεων διευθυντών β΄ τάξης.

Στις 26 – 5 – 1957 η Δ. Ο. Ε. ανακοινώνει: « Οι Έλληνες Διδάσκαλοι είναι νομοταγείς και υπομονετικοί. Όμως το μαχαίρι έφτασε στο κόκκαλο…..»[9] Έτσι θα ξεκινήσει εξόρμηση των μελών του Δ.Σ. της Δ. Ο. Ε. στην επαρχία και πυρετώδεις προετοιμασίες για την απεργία διάρκειας της 3ης – 6 – 1957.

Από τη Δευτέρα 3 – 6 – 1957 τα Δημοτικά Σχολεία της χώρας (9.000 συνολικά) είναι κλειστά, αφού η απεργία των Δασκάλων έχει καθολική συμμετοχή (στην Αθήνα από 2.800 δασκάλους δούλεψαν 11 και από 500 Δημοτικά σχολεία λειτούργησαν 2 μόνο). Είναι χαρακτηριστικό ότι στην απεργία συμμετέχουν και οι δάσκαλοι που υπηρετούν στα γραφεία των επιθεωρητών αλλά και οι αποσπασμένοι σε άλλες υπηρεσίες δάσκαλοι. Στον αγώνα των δασκάλων υπάρχει καθολική συμπαράσταση της κοινωνίας, ενώ από την πλευρά της κυβέρνησης θα γίνουν δηλώσεις του υπουργού Παιδείας κ. Γεροκωστόπουλου «περί απαράδεκτου και παράνομου της απεργίας…» και θα εκτοξευθούν απειλές από την πλευρά του ΥΠ.Ε.Π.Θ., ώστε να επιστρέψουν οι απεργοί δάσκαλοι στα καθήκοντά τους[10].

Την Τετάρτη 5 – 6 – 1957 η απεργία συνεχίζεται με αμείωτη ένταση και συνοχή, ενώ το ΥΠ.Ε.Π.Θ. δίνει ψευδή στοιχεία για τη συμμετοχή στην απεργία των δασκάλων της επαρχίας . Η Δ. Ο. Ε. απαντά ότι το ποσοστό συμμετοχής των δασκάλων της επαρχίας δεν είναι 50% έως 90%, όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση αλλά υπερβαίνει το 95% και στις κατηγορίες της κυβέρνησης ότι η ηγεσία της Δ.Ο.Ε. παρέσυρε τον κλάδο στην απεργία απαντά ότι την απεργία αποφάσισε η έκτακτη Γ. Σ. των εκλεγμένων αντιπροσώπων του κλάδου.

Την ίδια ημέρα το ΥΠ. Ε. Π .Θ.  ανακοινώνει την πρόθεσή για συντόμευση του σχολικού έτους και κατάργηση των εξετάσεων για τους μαθητές του Δημοτικού καθώς και απολύσεις για τους απεργούς (των ηγετικών στελεχών τους).

Παράλληλα προκαλείται σάλος από τις δηλώσεις του υπουργού των οικονομικών της κυβέρνησης σχετικά με το νόμο για την προσφορά και τη ζήτηση, σύμφωνα με τον οποίο πρέπει να πληρώνονται οι Δάσκαλοι (σύμφωνα με τις δηλώσεις του υπουργού οικονομικών – Θηβαίου, η κυβέρνηση δεν μπορεί να ικανοποιήσει τα αιτήματα των απεργών δασκαλών γιατί  οι αμοιβές των υπαλλήλων καθορίζονται από το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης και η Παιδεία δεν είναι κάτι που έχει «ζήτηση» άρα δεν μπορεί να είναι και στις προτεραιότητες της κυβέρνησης οι αμοιβές των εκπαιδευτικών )[11].

Την ίδια ημέρα θα εκδοθούν ανακοινώσεις του Δημοκρατικού Κόμματος και της Ε.Π.Ε.Κ. (κόμματα της αντιπολίτευσης) που θα καλούν την κυβέρνηση να ικανοποιήσει τα αιτήματα των απεργών ενώ η στάση της Ε.Δ.Α. είναι ολοφάνερα αλληλέγγυα προς τους απεργούς και τα αιτήματά τους, αφού μέσα από τις στήλες της ΑΥΓΗΣ θα γίνεται συνεχής προβολή των αιτημάτων της απεργίας αλλά και των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η εκπαίδευση εξαιτίας της εκπαιδευτικής πολιτικής της κυβέρνησης.

Η Κυβέρνηση σε πανικό προφανώς, με διάταγμα που θα υπογραφεί τη νύχτα της 5ης Ιουνίου 1957 και θα δημοσιευθεί την επόμενη ημέρα 5 – 6 – 1957 θα κηρύξει τη λήξη του σχολικού έτους για τα Δημοτικά Σχολεία από τις 2 – 6 – 1957 (αναδρομικά για να καταστήσει την απεργία των δασκάλων ανώφελη).

Επίσης η κυβέρνηση αποφασίζει να προβεί σε απολύσεις εκπαιδευτικών και διακοπή της μισθοδοσίας τους, θεωρώντας ότι όσοι δημόσιοι υπάλληλοι απεργούν υποβάλλουν αυτοδίκαια την παραίτησή τους.

Παρά τις ανακοινώσεις της κυβέρνησης το Δ. Σ. της Δ. Ο. Ε. συνεδριάζει τη νύχτα της 6ης Ιουνίου 1957 και αποφασίζει τη συνέχιση της απεργίας. Η Δ.Ο.Ε. καταγγέλλει τα καταπιεστικά μέτρα της κυβέρνησης στον ελληνικό λαό. Μετά από αυτό η απεργία λαμβάνει χαρακτηριστικά πάνδημης συμμετοχής.

Παράλληλα η κυβέρνηση αρχίζει συλλήψεις απεργών δασκάλων και παραπομπή τους στη δικαιοσύνη για παράβαση του άρθρου 247 του Ποινικού Κώδικα σε τέτοιο βαθμό, που οι δάσκαλοι της Δράμας μετά τη σύλληψη 20 δασκάλων των χωριών της περιοχής γύρω από τη Δράμα και την προσαγωγή τους στο αυτόφωρο, έπαψαν να κυκλοφορούν στους δρόμους της πόλης για να μη συλληφθούν.

Στις διαμαρτυρίες της Δ. Ο. Ε. και των κομμάτων της αντιπολίτευσης, η κυβέρνηση δηλώνει ότι δε μπορεί να επέμβει στο έργο της δικαιοσύνης, η οποία «καλώς πράττει», αφού οι ενέργειες των δασκάλων χαρακτηρίζονται ως έκνομες[12].

Την Παρασκευή 7 – 6 – 1957  σε πρωτοσέλιδό της  η εφημερίδα ΑΥΓΗ θα γράψει ότι η απεργία των δασκάλων κρατάει 4 ημέρες με αξιοθαύμαστη συνοχή και αποφασιστικότητα, γιατί οι απεργοί δάσκαλοι που αμοίβονται με 40 έως 50 δρχ. ημερησίως (το ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη την εποχή εκείνη ήταν 50 δρχ. την ημέρα και οι δάσκαλοι σε κάποιες περιπτώσεις έπαιρναν λιγότερα χρήματα και από τους ανειδίκευτους εργάτες) είναι θύματα των αντιλαϊκών επιλογών της κυβέρνησης και μάλιστα εμπαίζονται και από τις «συναγερμικές» κυβερνήσεις αλλά και από την κυβέρνηση της Καραμανλικής «εξυγιάνσεως».

Οι δάσκαλοι την ίδια ημέρα αναστέλλουν την απεργία τους δίνοντας έτσι ένα ράπισμα στην κυβέρνηση της Ε.Ρ.Ε., όπως χαρακτηριστικά αναφέρει σε σχόλιο της την ίδια ημέρα η εφημερίδα ΑΥΓΗ.

Η Δ.Ο.Ε. στην ανακοίνωσή της 30 – 6 – 1957[13] θα κηρύξει τον κλάδο «Εν διωγμό» και θα καυτηριάσει την πολιτική της κυβέρνησης για την Παιδεία, αφού με κατασταλτικά μέτρα απάντησε στην απεργία των εκπαιδευτικών και καταδικάζει το λαϊκό σχολείο (το Δημοτικό) σε αφανισμό και ιδιωτικοποίηση καθώς και τους εκπαιδευτικούς που το υπηρετούν στην εξαθλίωση. Τονίζεται ακόμα ότι η απεργία αυτή ήταν η πρώτη απεργία των εκπαιδευτικών της χώρας (συνήθως η Δ.Ο.Ε. συμμετείχε στις πανυπαλληλικές απεργίες της ΑΔΕΔΥ μέχρι τότε) και καυτηριάζεται η στάση της ΑΔΕΔΥ γιατί δεν υποστήριξε την απεργία των δασκάλων.

Η κυβέρνηση θα ανακοινώσει από την πλευρά της τη συγκρότηση της «επιτροπής Παιδείας»(βλ. υποσημείωση αρ.7) που στόχο θα έχει να μελετήσει και να προτείνει τις απαραίτητες αλλαγές που πρέπει να γίνουν, ώστε να μεταρρυθμιστεί το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και σύμφωνα με τις δηλώσεις του πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή θα πρότεινε και τις λύσεις που θα μπορούσαν να βρεθούν για το πρόβλημα της αύξησης των αποδοχών των εκπαιδευτικών της στοιχειώδους εκπαίδευσης, θέλοντας έτσι να εκτονώσει το άσχημο κλίμα που είχε δημιουργηθεί  για την κυβερνητική πολιτική στην κοινή γνώμη.

Σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη στάση της κυβέρνησης και τους χειρισμούς της σχετικά με το θέμα της απεργίας των δασκάλων, ο Πρόεδρος της Δ.Ο.Ε. Ι. Κούτρας θα υποβάλλει την παραίτησή του στο Δ. Σ. της Δ. Ο.Ε. αλλά και στην υπηρεσία στις 23 – 6 – 1957.

Η Δ.Ο.Ε. στην ανακοίνωσή της 30 – 6 – 1957  θα χαρακτηρίσει τη σύσταση της επιτροπής Παιδείας ως παρελκυστική τακτική από την πλευρά της κυβέρνησης και θα καλέσει τους δασκάλους σε συσπείρωση γύρω από την ομοσπονδία τους.

Οι απεργίες των εκπαιδευτικών την περίοδο των δύο πρώτων μετεμφυλιακών δεκαετιών (1950 – 1960) δεν ήταν ούτε κάτι απλό, ούτε κάτι κοινό όπως κανείς θα φανταζόταν σήμερα. Σίγουρα δεν ήταν απλές μορφές διεκδίκησης συντεχνιακών αιτημάτων ή συμφερόντων των (δημοσίων υπαλλήλων) εκπαιδευτικών και αυτό όχι γιατί δεν υπήρχαν συντεχνιακά αιτήματα ή συμφέροντα που οι εκπαιδευτικές ομοσπονδίες υπερασπίζονταν, αλλά γιατί δεν υπήρχαν κατοχυρωμένα εργασιακά και συνδικαλιστικά δικαιώματα για τους εργαζόμενους εκπαιδευτικούς (όπως δεν υπήρχαν ανάλογα δικαιώματα και για τους εργαζόμενους των άλλων κλάδων).

Οι εκπαιδευτικοί τη δεκαετία του 1950 και 1960 εργάζονταν κάτω από βαρύτατες συνθήκες εργασίας και υπό ένα πλέγμα απαγορεύσεων – καταστολής που πήγαζε τόσο από τις συνέπειες του εμφυλίου πολέμου, αλλά και από το ρόλο που προόριζε για τον εκπαιδευτικό η κρατική εξουσία, ως φορέα διατήρησης  και αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι εκπαιδευτικοί της στοιχειώδους εκπαίδευσης ως το τέλος της δεκαετίας του 1960 εργάζονταν στο σχολείο πρωί και απόγευμα (υπήρχε η λεγόμενη απογευματινή εργασία υποχρεωτική για εκπαιδευτικούς και μαθητές), ενώ δε γίνεται λόγος για τις πρόσθετες εργασίες και υποχρεώσεις που διεκπεραίωναν οι εκπαιδευτικοί, ως οι μοναδικοί εγγράμματοι δημόσιοι υπάλληλοι, κυρίως στην επαρχία.

Η κατάσταση αυτή συμπληρώνεται αν αναλογιστούμε τις κάθε είδους διώξεις που είχαν επιβληθεί από τις εμφυλιοπολεμικές και μετεμφυλιακές κυβερνήσεις στο σώμα των εκπαιδευτικών, με αποτέλεσμα την «εκκαθάριση» του σώματος των εκπαιδευτικών από τα στοιχεία εκείνα που στρατεύθηκαν ή συμπαθούσαν το αριστερών αποχρώσεων κίνημα της εθνικής αντίστασης της περιόδου 1941 – 1944 (Ε.Α.Μ. – Ε. Λ. Α. Σ. ).

Τέλος οι προσπάθειες των μετεμφυλιακών κυβερνήσεων να ελέγχουν με διοικητικά και αυταρχικά μέτρα τη λειτουργία των συνδικάτων των εργαζομένων αλλά και η ψήφιση του συντάγματος του 1952, το οποίο έβαζε περιορισμούς στην απρόσκοπτη συνδικαλιστική δράση των δημοσίων υπαλλήλων, συμπληρώνουν το παζλ των κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών μέσα στις οποίες δόθηκαν οι απεργιακοί αγώνες των εκπαιδευτικών στα 1957 και σε όλη την περίοδο των δύο πρώτων μετεμφυλιακών δεκαετιών.

Οι απεργιακοί αυτοί αγώνες δεν ήταν παρά μέρος των ευρύτερων κοινωνικών και πολιτικών αγώνων της εποχής μέσα από τους οποίους τα κοινωνικά υποκείμενα της εποχής εκείνης διεκδίκησαν καλύτερες συνθήκες δουλειάς, με υψηλότερες αμοιβές και δικαιώματα, καθώς και την οικοδόμηση ενός στοιχειώδους κράτους πρόνοιας στη μετεμφυλιακή Ελλάδα.

Για τη συγκεκριμένη απεργία των εκπαιδευτικών της στοιχειώδους εκπαίδευσης του 1957, αλλά και για τη μεγάλη πανεκπαιδευτική απεργία του 1963, θα μπορούσαμε να πούμε ότι κατοχύρωσαν το αμφισβητούμενο (από τις κυβερνήσεις της εποχής) δικαίωμα των δημοσίων υπαλλήλων στην απεργία, αφού οι εκπαιδευτικές ομοσπονδίες ήταν από τις μαζικότερες συνδικαλιστικές οργανώσεις των δημοσίων υπαλλήλων και ακόμα συνέβαλλαν στην ανάδειξη και προβολή των αιτημάτων για καλύτερη δωρεάν παρεχόμενη Παιδεία με δημοκρατικό σύγχρονο χαρακτήρα για όλους τους Έλληνες.

Οι σημερινές κατακτήσεις τόσο σε επίπεδο εργασιακών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζόμενων εκπαιδευτικών άλλα και στο επίπεδο της φυσιογνωμίας του δημόσιου σχολείου που έχουμε σήμερα εδράζονται στους αγώνες των εκπαιδευτικών εκείνης της εποχής.

 

Βιβλιογραφία – Πηγές

Γιαννουλόπουλος, Γ. (1992), Ο μεταπολεμικός κόσμος – Ελληνική και Ευρωπαϊκή Ιστορία (1945–1963), Αθήνα: Παπαζήσης.

Δημαράς, Α. (1987), Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, Αθήνα: Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη.

 Νούτσος Χ.,  Ο δρόμος της καμήλας και το σχολείο – Η εκπαιδευτική πολιτική στην   Ελλάδα: 1944 – 1946, Βιβλιόραμα, Αθήνα, 2003

Σβορώνος Ν.Γ., (1986), Επισκόπηση της νεοελληνικής Ιστορίας, Αθήνα: Θεμέλιο.

Συλλογική Έκδοση (1966), Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση (Συζητήσεις–Κρίσεις–Απόψεις) 1956–1965, Αθήνα: Προοδευτική Παιδεία.

Χατζηστεφανίδης Θ. Δ., (1986), Ιστορία της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης (1821–1986), Αθήνα: Παπαδήμας.

       Γενικό Λογιστήριο Κράτους, Γενικοί Κρατικοί Προϋπολογισμοί Ελληνικού    Κράτους (1956–1963), Αθήνα: Γ.Λ.Κ.

Γενικό Λογιστήριο Κράτους, Οικονομικοί Απολογισμοί Ελληνικού Κράτους (1956–1963), Αθήνα: Γ.Λ.Κ.

Δ.Ο.Ε., «Διδασκαλικόν Βήμα» έτους 1957, Αθήνα: Αρχείο Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδας.

Ε.Σ.Υ.Ε., Στατιστικές για την Ελληνική Εκπαίδευση, Στατιστική Επετηρίδα της Ελλάδας ετών 1956–1963.

Κ. Ε. Π. Ε., Πρόγραμμα οικονομικής αναπτύξεως 1966 – 1970, Αθήνα.

      Εφημερίδα ΑΥΓΗ (1957 ), Α. Σ. Κ. Ι.

Υποσημειώσεις

[1] Ν.Γ.Σβορώνος, Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, Θεμέλιο, Αθήνα , 1986 σελ. 144 – 145.

[2] Γ. Γιαννουλόπουλος, Ο Μεταπολεμικός Κόσμος – Ελληνική και ευρωπαϊκή Ιστορία (1945 – 1963), Παπαζήσης,  Αθήνα ,1992 σελ.. 316.

[3] Τα στοιχεία από το Πρόγραμμα Οικονομικής Αναπτύξεως 1966 – 1970 του Κ.Ε.Π.Ε.

[4] Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση (Συζητήσεις- Κρίσεις – Απόψεις) 1956 – 1965, Προοδευτική Παιδεία , Αθήνα , 1966

[5] Στοιχεία από τους Γ. Κ. Π. ετών 1951 – 1963, Γενικό Λογιστήριο του Κράτους

[6]Θ. Δ. Χατζηστεφανίδης, Ιστορία της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης (1821 – 1986), Παπαδήμας , Αθήνα 1986 σελ. 281

[7] Δες σχετικά Χ. Νούτσος, Ο δρόμος της καμήλας και το σχολείο – Η εκπαιδευτική πολιτική στην   Ελλάδα: 1944 – 1946, Βιβλιόραμα, Αθήνα, 2003

[8] Διδασκαλικόν Βήμα αρ. φύλλου 344, 30 – 4 – 1957  , Αρχείο Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδας

[9] Ανακοίνωση Δ.Ο.Ε. ,εφημερίδα ΑΥΓΗ 26 – 5 – 1957

[10] Εφημερίδα  ΑΥΓΗ 4 – 6 – 1957

[11] Εφημερίδα ΑΥΓΗ 5 – 6  – 1957 και Διδασκαλικόν Βήμα αρ. φύλλου 350. 30 – 6 – 1957 .

[12] Δηλώσεις υπουργού Παιδείας  – Γεροκωστόπουλου , εφημερίδα ΑΥΓΗ 6 – 6 – 1957

[13] Διδασκαλικόν Βήμα αρ. φύλλου 350, 30 – 6 – 1957

*Ο Δημήτρης Πολυχρονιάδης είναι υποψήφιος Διδάκτορας Τμήματος Πολ. Επ. & Ιστορίας Παντείου Παν/μίου Πολιτικών & Κοινωνικών Επιστημών

 ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΗΝ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΣΥΜΜΕΤΕΙΧΕ Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ (Δ. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ) ΣΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ «ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ ΑΣΤΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ» ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΣΤΟ ΠΑΝΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΟΝ ΑΠΡΙΛΙΟ ΤΟΥ 2013 ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΗ ΣΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΤΟΥ ΟΜΩΝΥΜΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ.

 

 

 

 

 

Advertisements