1953: Η υποτίμηση του 100%

Μια ιστορική εκδοχή αντιμετώπισης οικονομικών κρίσεων

Ο κλασσικός τρόπος για να βελτιώνεται η διεθνής ανταγωνιστικότητά  μιας οικονομίας και να καλύπτει έτσι το έλλειμμα παραγωγικότητας της,  ιδίως όταν αυτό έχει προκαλέσεις υπέρογκα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και το κράτος υποχρεώνεται σε εξίσου υπέρογκο δανεισμό για να καλύψει τα ελλείμματα αυτά, είναι αυτό που η οικονομική επιστήμη ονομάζει τροποποίηση  του παγκόσμιου νόμου της αξίας. Είναι η υποτίμηση του νομίσματος της χώρας που οδηγεί σε υποχώρηση τις τιμές των εξαγόμενων προϊόντων και βελτιώνει την ανταγωνιστικότητά τους στις διεθνείς αγορές. Υποτίμηση που καθιστά το χρήμα φτηνό, μειώνει τις τιμές των εγχώριων προϊόντων στο εξωτερικό,  βελτιώνει τις εγχώριες επενδύσεις, βοηθά στη σταδιακή ανανέωση του παραγωγικού εξοπλισμού και μακροπρόθεσμα αυξάνει έτσι την παραγωγικότητα της εργασίας. Επιτρέπει άμεσα τη βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου μιας χώρας και την βοηθά στην αντιμετώπιση προβλημάτων ρευστότητας. Το πρόβλημα με τις υποτιμήσεις είναι ότι θεωρούνται βραχυπρόθεσμες στρατηγικές, αφού αυξάνει τις τιμές των εισαγόμενων πρώτων υλών που προστίθενται στην αξία των εγχώριων προϊόντων και συνήθως μέσα σε μια εφταετία-όσο διαρκεί και ο χρόνος εμφάνισης μιας κυκλικής κρίσης- προκαλεί άνοδο της τιμής των προϊόντων αυτών και πληθωρισμό. Ωστόσο, από την άποψη της οικονομικής θεωρίας, αλλά και ιστορικά, μια υποτίμηση είναι η αποτελεσματικότερη οδός για την αντιμετώπιση μιας εθνικής οικονομικής κρίσης όταν αντιμετωπίζει διαλυτικά κοινωνικά φαινόμενα, φτάνει, βεβαίως, ένα κράτος να ελέγχει το νομισματικό του σύστημα.

Η μεγαλύτερη υποτίμηση που έγινε στη σύγχρονη ελληνική ιστορία ήταν αυτή στα 1953 επί κυβέρνησης Αλέξανδρου Παπάγου και υπουργίας Σπύρου Μαρκεζίνη. Η Ελλάδα, σε πείσμα των υποσχέσεων του σχεδίου Μάρσαλ και της αύξησης των μεταβιβάσεων από το εξωτερικό για την ενίσχυση της εγχώριας οικονομίας, βρέθηκε στην εκπνοή του Σχεδίου με μια οικονομία που παρέπαιε, με ένα πρωτοφανές έλλειμμα του ισοζυγίου της, με τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα, με δυσθεώρητα ανοίγματα στη βιομηχανία όπλων, με κρίσης χρέους στη διεθνή αγορά ελληνικών ομολόγων, με κρίση επιβίωσης των δυνάμεων της εργασίας. Οι οικονομολόγοι της εποχής διαπίστωναν στα 1952, ιδίως στην περίπτωση που η βοήθεια από το εξωτερικό μειωνόταν, όπως αναμενόταν να συμβεί στις επόμενες χρονιές, τότε υπήρχε άμεσος κίνδυνος να προκληθεί η πλήρης οικονομική εξάρθρωση της χώρας. Το μόνο που θα μπορούσε να παρεμποδίσει μια τέτοια εξέλιξη ήταν να επιχειρηθεί μια αυτοδύναμη οικονομική ανασυγκρότηση. Επιπλέον, με τη λογική των εκκλήσεων για βοήθεια των ελληνικών κυβερνήσεων απλά δημιουργούσαν οικονομική ανασφάλεια που επιδείνωνε την εμπιστοσύνη των επενδυτών προς τη χώρα και ενέτεινε τη ζήτηση χρυσού, την εξαγωγή κεφαλαίων και την απόκρυψη εμπορευμάτων.[1] Να μην ξεχνάμε ότι ήταν η εποχή όπου ο αριθμός των άπορων κυμαίνεται σε επίπεδα  πάνω από 2.000.000 άτομα[2] και το ¼ του ενεργού εργατικού πληθυσμού είναι άνεργο.[3]

Σε αυτή τη βάση έπρεπε να γίνει κάτι άμεσα. Και αυτό το ανέλαβε να το διεκπεραιώσει ο Μαρκεζίνης. Υποτιμά τη δραχμή απροειδοποίητα 100% και σε μικρό χρονικό διάστημα το εξαγωγικό εμπόριο ανακάμπτει. Από τον μήνα εκείνο και μετά η βιομηχανική παραγωγή αυξανόταν μήνα με το μήνα, ενώ το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών μειώθηκε από τα 85,8 εκατ. δολάρια σε σύγκριση με τους ίδιους μήνες την προηγούμενη χρονιά σε 17,7 εκατ. μεταξύ του Απριλίου και του Οκτώβριο του 1953. Έτσι, αυξήθηκαν τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας, αυξήθηκε η νομισματική κυκλοφορία χωρίς να προκαλέσει υπερβολικό πληθωρισμό και αυξήθηκαν οι ιδιωτικές και δημόσιες πιστώσεις προς την παραγωγή.[4] Στην ίδια βάση  αυξήθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα οι ιδιωτικές καταθέσεις στις τράπεζες και άρχισαν να σχηματίζονται περισσεύματα στον κρατικό προϋπολογισμό.[5]

Όμως η υποτίμηση δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση. Προϋπέθετε καλό σχεδιασμό και απόλυτη μυστικότητα ώστε να αιφνιδιαστούν οι αγορές. Αν διασπειρόταν η φήμη για το υποκείμενο μιας μεταρρύθμισης τέτοιου τύπου θα προκαλούνταν τεράστιος πανικός, εκροές χρημάτων και επενδύσεις σε εμπράγματες αξίες και ακίνητα, αποθησαυρισμός, κατάρρευση των μετοχών των τραπεζών, διάλυση του χρηματιστηρίου κλπ. Για αυτό έπρεπε να γίνουν τα πάντα ταχύτατα και σε απόλυτη μυστικότητα. Οι μόνοι που γνώριζαν τις επιδιώξεις της ελληνικής κυβέρνησης ήταν ο τότε υπουργός Εμπορίου Καψάλης, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας Μαντζαβίνος, ο υποδιοικητής της Ξ. Ζολώτας, οι Yost και Torkel της αμερικανικής πρεσβείας, ο πρωθυπουργός Παπάγος και φυσικά ο Μαρκεζίνης. Αλλά και η επιλογή του Απριλίου 1953 έγινε με την ίδια μυστικότητα, ώστε η χώρα να επωφεληθεί από την κάμψη των διεθνών τιμών και τη θερινή περίοδο που θα ακολουθούσε. Μάλιστα, για να ολοκληρωθεί ο αιφνιδιασμός είχε ανακοινωθεί ότι τις ημέρες εκείνες ο Μαρκεζίνης με τους συμβούλους του θα πήγαινε στην Αμερική και η αναγγελία της υποτίμησης έγινε τη στιγμή που η κοινή γνώμη ανέμενε την ανακοίνωση του ταξιδιού αυτού. Ακόμη μεγαλύτερος ήταν ο αιφνιδιασμός για το ύψος της υποτίμησης (100%) πρωτοφανής για τα παγκόσμια οικονομικά δεδομένα.

Το δεύτερο στοιχείο που καθόρισε την επιτυχία της υποτίμησης ήταν ότι σχεδιάστηκε αποκλειστικά από την ελληνική πλευρά, και δεν συνέβη εκείνο που καθόρισε τη νομισματική μεταρρύθμιση του Σβώλου, τον Νοέμβριο του 1944 όπου τη νέα δραχμή σχεδίασαν οι εκπρόσωποι του βρετανικού νομισματοκοπείου  D. Wales και G. Maninighan, υπό την εποπτεία του βρετανού υπουργού Ανατ. Μεσογείου H Macmillan. Τότε η ελληνική κυβέρνηση δέχτηκε τις ξένες οικονομικές επεμβάσεις και τη βρετανική στρατιωτική λίρα ως παράλληλο νόμισμα, πράγμα που έστρεψε τους καταθέτες στον αποθησαυρισμό και τις διαδοχικές υποτιμήσεις της δραχμής.[6] Αντίθετα, ο Μαρκεζίνης απέρριψε τις οδηγίες των Barrows και Tenenbaum επικεφαλής της Αμερικανικής Οικονομικής Αποστολής, τους οποίους ενημέρωσε μεν αλλά αφότου είχαν αποφασιστεί οι κινήσεις τους ελληνικού υπουργείου Οικονομικών.[7]

Η μεταρρύθμιση δεν θα είχε μέλλον αν δεν συνδυαζόταν με μια πολιτική υποκατάστασης των εισαγωγών, μετριασμένης λιτότητας, ελέγχου των τιμών και της ρητές εντολές της κυβέρνησης για πάταξη της κερδοσκοπίας. Ταυτόχρονα, επιβλήθηκε συγκράτηση του κόστους παραγωγής, όχι τόσο με καθήλωση μισθών και αντικοινωνικές παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας, κυρίως με υποχρέωση του μεγάλου κεφαλαίου να μειώσει τις υψηλές υπεραξίες που εξήγαγε με ανταπόδοση τη γενικότερη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης των επενδυόμενων κεφαλαίων. Την ίδια στιγμή επιδοτήθηκαν οι εξαγωγές και επιβλήθηκε αύξηση των δασμών στις εισαγωγές και περιορίστηκε η κίνηση κεφαλαίων στη χώρα.

Την ίδια στιγμή για να αποδώσει η μεταρρύθμιση αυτή έπρεπε να αναζητηθούν και νέες αγορές και πηγές χρηματοδότησης. Ο Σπ. Μαρκεζίνης, θιασώτης της ελληνο-γερμανικής συνεργασίας, σε συνεργασία με τον μεγαλο-επενδυτή  Μποδοσάκη, εκπονεί σχέδια ανάπτυξης της οικονομικής συνεργασίας Ελλάδας-Γερμανίας, επωφελούμενος από την τότε γερμανική πρόθεση να αναπτυχθεί το γερμανικό κεφάλαιο στη μέση Ανατολή, όπως μορφοποιήθηκε με την επέκταση  της Balkan Pact στο πλαίσιο της ώθησης των Τούρκων να περιορίσουν τις οικονομικές τους συναλλαγές με το σοβιετικό μπλοκ.[8] Στις 27 Μαρτίου 1953 ο Μποδοσάκης έκανε το πρώτο βήμα ως εκφραστής των επιδιώξεων αυτών να προσεγγίσει τους Γερμανούς και έτσι συνάντησε τον Dr. Erhard, υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας, στον οποίο έθεσε θέμα οικονομικής συνεργασίας Ελλάδας-Γερμανίας στη βάση ενός πλάνου ανάπτυξης του τομέα των ορυχείων (νικέλιο, χρώμιο, μαγνήσιο). Δίνοντας πεδίο επενδύσεων στις γερμανικές εταιρίες, ο ίδιος ο Μποδοσάκης επένδυσε χρήματα σε υποδομές βαριάς βιομηχανίας και, αναπτύσσει τη Λάρκο (Λαρυμνα-Λοκρίδα) με τη βοήθεια του Krupp, ενώ η Ελληνική κυβέρνηση απελευθερώνει πλήρως εισαγωγές λιπασμάτων και αζώτου. [9]

Την ίδια στιγμή αναλαμβάνει πρωτοβουλία, με ώθηση της ελληνικής κυβέρνησης, και το γερμανικό ιδιωτικό κεφάλαιο και ο Krupp ως επικεφαλής του  επισκέφθηκε την Ελλάδα (6 Ιουνίου 1953), και του ζητήθηκε από τον βασιλιά Παύλο και τον Παπάγο, να προσφέρει τεχνογνωσία σε ελληνικές επιχειρήσεις και να βοηθήσει στην αξιοποίηση του νικελίου της χώρας. Τελικά συμφωνήθηκε να παραδώσει εξοπλισμό αξίας 5 εκατ. μάρκων για αξιοποίηση του ελληνικού λιγνίτη. Συζήτησε και για σχέδια αξίας 100 εκατ. δολ. στη χημική βιομηχανία.[10]

Έτσι, στις 11 Νοεμβρίου 1953 υπογράφεται η συμφωνία Μαρκεζίνη-L. Erhard με κύριο άξονα την ανάπτυξη της Πτολεμαϊδας, ενώ η Siemens φτιάχνει το τηλεφωνικό δίκτυο της χώρας. Υπογράφεται και συμφωνία για 10 κοινά projects (Πτολεμαίδα, Λάρυμνα, Αλουμίνα, διύλιση πετρελαίου, ναυπηγία, οργάνωση σιδηροδρόμων) και δίνονται 200 εκατ. μάρκα υλικά στην Ελλάδα καθώς και πιστώσεις υπό την εγγύηση  της ιδιωτικής εταιρίας «Hermes Kredi». Την ίδια στιγμή ξεκινά συζήτηση για τις κατασχεμένες περιουσίες των Γερμανών στην Ελλάδα και αναστέλλεται κάθε συζήτηση για διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων. Στα πλαίσια αυτά, τον Δεκέμβρη του 1953, η Ελλάδα είναι η πρώτη χώρα που υπογράφει εμπορική συμφωνία με τη Δυτική Γερμανία. Σε ανταπόδοση η Βόννη προσπαθεί να μην επιβάλει η Ελλάδα δασμούς για να ενισχύσει την ελληνική βιομηχανία.[11]

Αυτό ήταν και η απαρχή μιας εξέλιξης όπου στα 1955 οι εισαγωγές από τη Γερμανία ήταν ίσες με τις αμερικανικές, όταν στα 1949 ήταν 41,40 με τις ΗΠΑ προς 3,86 της Γερμανίας). Στα 1958 ήδη οι γερμανικές ήταν διπλάσιες από τις αμερικανικές Η συνέπεια ήταν να ευνοηθεί σκανδαλωδώς ο Μποδοσάκης και οι εταιρίες του, ενώ το  σχέδιο για την αξιοποίηση για τις ραδιοσυχνότητες με την Telefunken και την Siemens  επανέφεραν στο προσκήνιο τον περιβόητο Ι. Βουλπιώτη, διευθυντή της Siemens Ελλάδας.[12]

Μιχάλης Λυμπεράτος

[1] Κ. Βαρβαρέσος, Έκθεσις επί του Οικονομικού Προβλήματος της Ελλάδος, Αθήνα 2002,, σ. 93-102.

[2] Χρ. Βερναδράκης, Γ. Μαυρής, Κόμματα και Κοινωνικές Συμμαχίες στη προδικτατορική Ελλάδα, Αθήνα 1991, σ. 120-122

[3] Διον. Φράγκος,  Ο Οικονομικά Ενεργός Πληθυσμός της Ελλάδος, Αθήνα 1980 σ. 160 και Μ. Νικολινάκος, Καπιταλισμός και Μετανάστευση, Αθήνα 1974, σ. 34-40.

[4] Ιστορία της Τράπεζας της Ελλάδος 1928-2008,  Αθήνα 2014,  σ.208-214.

[5] 1953, Οι πρώτοι Δώδεκα Μήνες της Κυβερνήσεως Συνασπισμού , Αθήνα 1953, σ. 45-60.

[6] Νόμος 18/1944 «Περί νομισματικής σταθεροποιήσεως » επί Υπουργίας του Αλ. Σβώλου, βλ. και Χ. Χαιδεμένου, Ο Γολγοθάς ενός Λαού, Αθήνα 1980 σ. 76.

[7] Ε. Μάρκογλου, Το Δόγμα Τρούμαν, Αθήναι 1963 σ. 55-59.

[8] 1953, Οι πρώτοι Δώδεκα Μήνες της Κυβερνήσεως Συνασπισμού, ο.π. σ. 65-71.

[9] Σπ. Λιναρδάτος, Από τον Εμφύλιο στη Χούντα, 1952-1955, τομ. Β, Αθήνα 1978, σ. 233-241.

[10] Στο ξένο κεφάλαιο με τον νόμο 2687/53 στα πλαίσια της προστασίας των ξένων επενδύσεων παρέχεται ένα απόλυτα ευνοιοκρατικό καθεστώς επενδύσεων  με περιστολή ως εξανεμισμό της φορολογίας με απαλλαγή δασμών, εισφορές υπέρ δήμων, λιμενικών ταμείων,  φόρους, τέλη για εισαγόμενα μηχανήματα, υποθήκες, καταθέσεις σε συνάλλαγμα, Δ. Μπενάς, Η Εισβολή του Ξένου Κεφαλαίου στην Ελλάδα, Αθήνα 1978, σ. 44-48.

[11] Βλ και 1953, Οι πρώτοι δώδεκα μήνες της Κυβερνήσεως Συνασπισμού, ο.π. σ. 80-91.

[12] Σπ. Λιναρδάτος, Από τον Εμφύλιο στη Χούντα, 1952-1955, τομ. Β, Αθήνα 1978, σ. 233-241.

Advertisements