Οι «εσωτερικοί πρόσφυγες» του εμφυλίου πολέμου. Ζητήματα χαρακτηρισμού και πρόνοιας.  

Της Βασιλικής Λάζου*


Το ζήτημα των εσωτερικών προσφύγων κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου αποτελεί ένα θέμα σχεδόν ανεξερεύνητο στην ελληνική βιβλιογραφία[1]. Φτωχή βιβλιογραφική παραγωγή υπάρχει και σχετικά με την προνοιακή πολιτική την περίοδο του εμφυλίου πολέμου[2]. Στην περίπτωση αυτή το βιβλιογραφικό κενό είναι ακόμα μεγαλύτερο ιδιαίτερα αν συσχετιστεί με τη διερεύνηση της κρατικής οικονομικής πολιτικής[3].  Παρά τη φτωχή βιβλιογραφική παραγωγή,  η οποία μπορεί να αποδοθεί στην περιορισμένη αρχειακή διαθεσιμότητα και στο μικρό μέχρι πρόσφατα ενδιαφέρον των ερευνητών για τις κοινωνικές πτυχές του εμφυλίου, υπάρχουν πολλά ζητήματα σχετικά με το ζήτημα των εσωτερικών προσφύγων τα οποία μπορούν να διερευνηθούν. Αναφέρονται ενδεικτικά τα αίτια της μετακίνησης των εσωτερικών προσφύγων, η άφιξη και εγκατάστασή τους στα κέντρα ασφαλείας, τα κριτήρια προσδιορισμού τους ως  «συμμοριόπληκτων», ο αριθμός τους σε κάθε χρονική περίοδο, οι μορφές που έλαβε η Κοινωνική Πρόνοια την περίοδο του εμφυλίου πολέμου και οι κοινωνικές και πολιτικές της προεκτάσεις. Εκτός από την περιγραφή του θεσμικού πλαισίου πρόνοιας, η οποία είναι απαραίτητη, επειδή απουσιάζουν από τη βιβλιογραφία τέτοιου είδους μελέτες και ιδιαίτερα σε τοπικό επίπεδο, μπορούν να εξεταστούν, στο μέτρο του δυνατού, τα οικονομικά μεγέθη, οι πιστώσεις δηλαδή που δόθηκαν για τη γενικότερη περίθαλψη των προσφύγων. Επιπρόσθετα, μπορεί να διερευνηθεί η εμπειρία της εγκατάστασης και της διαβίωσης των προσφύγων στα κέντρα ασφαλείας και η αλληλεπίδρασή τους με το μόνιμο πληθυσμό. Μπορούν να εξεταστούν οι κρατικές ενέργειες για τον επαναπατρισμό των εσωτερικών προσφύγων κατά τη διάρκεια και κυρίως μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου. Μια ενδιαφέρουσα πτυχή τέλος αποτελούν οι δημογραφικές επιπτώσεις της μετακίνησης των πληθυσμών στα κέντρα ασφαλείας, αν και η διερεύνηση του ζητήματος αυτού απαιτεί μια ειδικότερη και πιο εκτεταμένη χρονικά μελέτη.

Το παρόν άρθρο εντάσσεται στα πλαίσια διδακτορικής διατριβής της γράφουσας σχετικά με κοινωνικές και πολιτικές όψεις του εμφυλίου πολέμου στην πόλη της Λαμίας[4]. Η έρευνα για τους εσωτερικούς πρόσφυγες επιχείρησε να καλύψει όσο το δυνατό περισσότερα από τα ζητήματα που προαναφέρθηκαν. Πραγματοποιήθηκε σε τοπικό επίπεδο και βασίστηκε στη μελέτη τοπικών κυρίως αρχείων, αναλύοντας σε βάθος και αναδεικνύοντας τις τοπικές ιδιαιτερότητες.  Ωστόσο, η έρευνα δεν έχει τοπική μόνο αξία.  Οι εντολές της κεντρικής διοίκησης είχαν πανελλήνια εμβέλεια και επέτρεψαν τη συναγωγή ευρύτερων συμπερασμάτων. Τα κυριότερα είναι ότι τεκμηριώνεται η στενή σχέση ανάμεσα στον αριθμό των προσφύγων και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις καθώς και η μεροληπτικότητα στην παροχή πρόνοιας προς τους πρόσφυγες. Μια ευρύτερη τοπικά διερεύνηση του ζητήματος των εσωτερικών προσφύγων θα επέτρεπε τη συγκριτική μελέτη του θέματος και την παρουσίαση μιας σφαιρικότερης εικόνας.

Το άρθρο θα θίξει μερικές πτυχές του ζητήματος. Αρχικά θα γίνει σύντομη αναφορά στα αριθμητικά δεδομένα. Στη συνέχεια θα δοθεί ένας ορισμός του όρου «συμμοριόπληκτος» και θα αναλυθεί η γραφειοκρατική ερμηνεία του όρου αυτού από τους κρατικούς φορείς κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Τέλος, θα καταγραφούν με συντομία κάποια συμπεράσματα της έρευνας σχετικά με την αξιολόγηση της άσκησης της κρατικής προνοιακής πολιτικής.

1.Τα αριθμητικά δεδομένα

Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου υπολογίζεται ότι τουλάχιστον το ένα δέκατο του πληθυσμού της χώρας, περίπου 700.000 άτομα, άλλαξαν τόπο κατοικίας εξαιτίας των πολεμικών συγκρούσεων. Ο μεγαλύτερος αριθμός των ατόμων αυτών έζησε σε άθλιες συνθήκες στα επονομαζόμενα Κέντρα Ασφαλείας έως τον επαναπατρισμό του το καλοκαίρι του 1949 ή την άνοιξη του 1950.  Σύμφωνα με απογραφή που ανέλαβε να διενεργήσει το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας  τον Απρίλιο 1949 ο αριθμός όσων χαρακτηρίστηκαν ως «συμμοριόπληκτοι» ανέρχονταν σε όλη τη χώρα σε 158.558 οικογένειες που αντιστοιχούσαν σε 706.092 άτομα (υπολογίζονται 4-5 άτομα ανά οικογένεια). Το 94%, δηλαδή 662.890 άτομα, χαρακτηρίστηκαν ως «συμμοριόπληκτοι» Α κατηγορίας, στους οποίους το κράτος παρείχε ημερήσιο χρηματικό βοήθημα και δωρεάν άρτο. Οι υπόλοιποι χαρακτηρίστηκαν «συμμοριόπληκτοι» Β και Γ κατηγορίας και δέχονταν κάθε άλλη περίθαλψη πλην της ανωτέρω[5]. Η ηλικιακή κατανομή όσων καταγράφηκαν ως «συμμοριόπληκτοι» παρουσιάζεται στον Πίνακα 1:

Πίνακας 1

Ηλικιακή κατανομή προσφύγων σύμφωνα με την απογραφή του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας τον Απρίλιο 1949

0-6 ετών 7-18 19-60 61 και άνω
113.137 224.952 318.821 46.181

Παρατηρείται ότι το 48% των προσφύγων ήταν κάτω των 18 ετών, το 45% άτομα παραγωγικής ηλικίας ενώ το 7% άνω των 61 ετών. Στις υπάρχουσες διαθέσιμες στατιστικές δεν παρέχονται στοιχεία ανά φύλο. Μπορούμε ωστόσο να εικάσουμε ότι η πλειονότητα των ατόμων παραγωγικής ηλικίας ήταν γυναίκες καθώς ο ανδρικός πληθυσμός ήταν στρατευμένος είτε στον Εθνικό Στρατό είτε στο ΔΣΕ. Καθώς σύμφωνα με αμερικανικές πηγές εκτιμώμενος πληθυσμός της Ελλάδας υπολογίζονταν στα μέσα 1948 σε 7.780.000, στα μέσα του 1949 σε 7.880.000 άτομα ενώ στα τέλη του 1949 σε 7.920.000 άτομα[6], οι εσωτερικοί πρόσφυγες αποτελούσαν περίπου το 8,5% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις των Αμερικανών ο οικονομικά  ενεργός  πληθυσμός της χώρας τον Ιανουάριο 1948 ανέρχονταν σε 3.439.000 ενώ σύμφωνα με τη στατιστική του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας ως πρόσφυγες παραγωγικής ηλικίας, 18-60 ετών, καταγράφηκαν 318.826 άτομα. Στην αιχμή του μέτρου, υπολογίζεται ότι το 9,2% του παραγωγικού πληθυσμού της Ελλάδας ήταν εσωτερικοί πρόσφυγες[7].

Σύμφωνα με τις στατιστικές που δημοσιεύτηκαν από το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας και άλλες κυβερνητικές ή αμερικανικές πηγές ο αριθμός των εσωτερικών προσφύγων σε χιλιάδες ανέρχονταν ανά μήνα ως ακολούθως:        

Πίνακας 2: Διάγραμμα αριθμού προσφύγων ανά μήνα σε χιλιάδες

Χωρίς τίτλο

Πίνακας 3: Αριθμός προσφύγων ανά μήνα σε χιλιάδες


Σεπτέμβριος 47 238.1
Δεκέμβριος 47 430.4
Μάρτιος 48 517.1
Ιούνιος 48 635.5
Σεπτέμβριος 48 634.2
Δεκέμβριος 49 674.8
Ιανουάριος 49 666.4
Φεβρουάριος 49 662.2
Μάρτιος 49 662.4
Απρίλιος 49 679.1
Μάιος 49 684.2
Ιούνιος 49 560.9
Ιούλιος 49 517.7
Αύγουστος 49 427.9
Σεπτέμβριος 49 395.5
Οκτώβριος 49 287.3
Νοέμβριος 49 207.2
Δεκέμβριος 49 205.8

Πηγή: «Καταγεγραμμένοι πρόσφυγες στο Υπουργείο Πρόνοιας», ECA, Greece Country Data Book, March 1950, Table X: Population Employment and Unemployment.

Από τους Πίνακες 2 και 3 διαπιστώνεται ότι σε πανελλαδικό επίπεδο το ζήτημα των προσφύγων καταγράφεται από το Σεπτέμβριο 1947, ύστερα από την ολοκλήρωση των εαρινών και θερινών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων του Εθνικού Στρατού. Έκτοτε, ο αριθμός των προσφύγων γνώρισε ανοδική πορεία, με καταγεγραμμένες αυξήσεις ύστερα από κάθε εκκαθαριστική επιχείρηση των κυβερνητικών δυνάμεων, έως το καλοκαίρι του 1948, οπότε ουσιαστικά σταθεροποιήθηκε για ένα χρόνο, έως το καλοκαίρι 1949, οπότε λόγω του διεξαγόμενου επαναπατρισμού έβαινε διαρκώς μειούμενος.

  1. Ζητήματα ορισμού και ερμηνείας

Η διαδικασία σύμφωνα με την οποία περίπου 700.000 άτομα μετακινήθηκαν από τον τόπο κατοικίας τους κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου αποτέλεσε ζήτημα διαμάχης και προπαγάνδας. Οι όροι «συμμoριόπληκτοι» και οι παραπλήσιοι «ανταρτοδιωκόμενοι» και «ανταρτόπληκτοι» χρησιμοποιήθηκαν από τις κυβερνητικές και στρατιωτικές αρχές και τον τύπο της εποχής του εμφυλίου πολέμου με πρόδηλο προπαγανδιστικό και ιδεολογικό χαρακτήρα για να δηλώσουν άτομα τα οποία επλήγησαν από «συμμορίτες» και αναγκάστηκαν από το ΔΣΕ να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να αναζητήσουν καταφύγιο στα αστικά κέντρα.  Πηγές της αριστεράς από την άλλη αναφέρονται στους ίδιους πληθυσμούς ως «εκτοπισμένους», «ξεριζωμένους» ή «ξεσπιτωμένους» δηλώνοντας τα άτομα που εξαναγκάστηκαν από τον Εθνικό Στρατό να εκκενώσουν τα χωριά τους προκειμένου να αποδυναμωθεί το σύστημα εφοδιασμού, οι εφεδρείες των στρατολογούμενων και το σύστημα πληροφοριών του ΔΣΕ[8].

Στην παρούσα εργασία θεωρείται ότι πιο δόκιμος είναι ο όρος «εσωτερικοί πρόσφυγες» ο οποίος απαλλαγμένος από πολιτική σημασία της λέξης αποδίδει την κατάσταση των εκτοπισμένων πληθυσμών. Εσωτερικοί πρόσφυγες (internally displaced persons) είναι τα άτομα τα οποία αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις οικίες τους αλλά, αντίθετα με τους πρόσφυγες παρέμειναν μέσα στα σύνορα της χώρας τους. Δεν υπάρχει νομικός ορισμός για τους εσωτερικούς πρόσφυγες, όπως υπάρχει για τους πρόσφυγες. Η αναφορά των Ηνωμένων Εθνών, Guiding principles on Internal Displacement, θεωρεί ότι εσωτερικοί πρόσφυγες είναι τα άτομα ή οι ομάδες ατόμων οι οποίες αναγκάστηκαν να μετακινηθούν ή να εγκαταλείψουν τις οικίες τους ως αποτέλεσμα ή ώστε να αποφύγουν τις συνέπειες της ένοπλης σύγκρουσης, καταστάσεις γενικευμένης βίας, παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή φυσικών ή ανθρωπογενών καταστροφών και που δεν έχουν περάσει ένα διεθνώς αναγνωρισμένο κρατικό σύνορο[9].

Εξίσου σημαντικό με την υιοθέτηση μιας επιστημονικής ορολογίας αναφορά με τους μετακινηθέντες πληθυσμούς είναι να εξεταστεί ποιος προσδιορίζονταν γραφειοκρατικά ως «συμμοριόπληκτος», σύμφωνα με το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας και τους κρατικούς φορείς. Η ιδιότητα του «συμμοριόπληκτου» δεν ήταν σταθερή σε όλο το διάστημα της ύπαρξης του ζητήματος, από το 1947 έως το 1950, ούτε συμπεριλάμβανε όλους τους εσωτερικούς πρόσφυγες. Είχε δε μεγάλη σημασία διότι βάσει του προσδιορισμού αυτού καταρτίζονταν οι κατάλογοι της χορηγούμενης περίθαλψης και λαμβάνονταν τα προνοιακά μέτρα της κυβέρνησης και των υπηρεσιών αρωγής.

Σε σχετική εγκύκλιο του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας στα τέλη του 1947 αναφορικά με την περίθαλψη των προσφύγων καθορίζονταν ότι στους προσωρινούς καταλόγους «συμμοριόπληκτων»  συμπεριλαμβάνονταν εκείνοι που κατέφυγαν στα Κέντρα Ασφαλείας επειδή οι οικίες πυρπολήθηκαν ή ολοκληρωτικά λεηλατήθηκαν. Στους ίδιους καταλόγους είχαν δικαίωμα εγγραφής και οι οικογένειες που κατέφυγαν στις πόλεις «ως απειλειθείσες με εξόντωση» λόγω της εντάξεως των μελών τους στον Εθνικό Στρατό, στη Χωροφυλακή ή στα ΜΑΥ. Από τους κτηνοτρόφους εγγράφονταν στους καταλόγους μόνοι εκείνοι των οποίων οι οικίες πυρπολήθηκαν και τα ποίμνια διερπάγησαν σύμφωνα με επίσημα πιστοποιητικά των στρατιωτικών ή αστυνομικών αρχών[10]. Για να χαρακτηριστεί κάποιος «συμμοριόπληκτος» η λεηλασία και η πυρπόληση της κύριας οικίας του έπρεπε να είναι ολοσχερής ενώ η παρεχόμενη περίθαλψη δεν αποτελούσε αποζημίωση των καταστροφών αλλά μέσο προς συντήρηση[11]. Στους καταλόγους των «συμμοριόπληκτων» συμπεριλαμβάνονταν οι κάτοικοι των χωρίων που βρισκόταν υπό τον μόνιμο έλεγχο του ΔΣΕ και των οποίων οι κάτοικοι δεν μπορούσαν να επιστρέψουν σε αυτά[12]. Επιπρόσθετα, στις καταστάσεις απορίας εγγράφονταν όλες οι οικογένειες όσων στρατεύονταν στον Εθνικό Στρατό, θεωρούμενες κατά τεκμήριο άπορες και έχοντας δικαίωμα δωρεάν τροφίμων και ιματισμού[13]. Μια άλλη κατηγορία χαρακτηριζομένων ως «συμμοριόπληκτων» ήταν «οι παραδιδόμενοι ή συλληφθέντες συμμορίτες που αφήνονται ελεύθεροι από τις αρχές»[14]. Σε αυτή την περίπτωση η ιδιότητα του «συμμοριόπληκτου» και οι παροχές που αυτή συνεπάγονταν χρησιμοποιούνταν ως ένα επιπρόσθετο κίνητρο για την παράδοση στις αρχές ή την αποκήρυξη των «επιλήψιμων ιδεών». Τέλος, οι οικογένειες των υπηρετούντων στα ΜΕΑ εφόσον έπαιρναν εφεδρικό επίδομα και μερίδα αλεύρου «θέλουν υπαχθή εις την κατηγορίαν των συμμοριοπλήκτων οικογενειών στρατευσίμων»[15].

Στα τέλη του 1947, διαπιστώθηκε από αναφορές των Νομαρχών και των υπηρεσιών πρόνοιας ότι  πολλοί από όσους εγγράφονταν στις καταστάσεις των προσφύγων δεν κατείχαν πραγματικά την ιδιότητα του «συμμοριόπληκτου» αλλά είχαν προσκομίσει ψευδή πιστοποιητικά από τις αστυνομικές ή τις κοινοτικές αρχές προκειμένου να λάβουν περίθαλψη.  Για να μην επιβαρυνθεί δυσανάλογα ο προϋπολογισμός και για να μην αποκλειστούν από τις καταστάσεις άτομα τα οποία δικαιούνταν αλλά δε λάμβαναν περίθαλψη, το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας ζήτησε την αναθεώρηση των καταλόγων των «συμμοριόπληκτων» με προσωπική επίβλεψη των  Νομαρχών[16]. Έγγραφα που στάλθηκαν στις κατά τόπους Νομαρχίες εφιστούσαν την προσοχή των αρμόδιων αρχών στην κατάρτιση των καταλόγων των «συμμοριόπληκτων» και απειλούσαν με παραπομπή στον Εισαγγελέα και κυρώσεις όσους εξέδιδαν παράνομα πιστοποιητικά[17]. Σχετική εγκύκλιος του Υπουργείου Πρόνοιας ζητούσε από τις υπηρεσίες  κοινωνικής πρόνοιας να μην χορηγούν «εική και ως έτυχε» πιστοποιητικά βάσει των οποίων πρόκειται να κριθεί η ιδιότητα κάποιου προσώπου ως «συμμοριόπληκτου». Οι βεβαιώσεις που προσκομίζονταν από τους ενδιαφερόμενους για να χαρακτηριστούν ως «συμμοριόπληκτοι» έπρεπε να έχουν εκδοθεί από τις αρχές δημόσιας ασφάλειας από την οποία προέρχονταν ή από τις στρατιωτικές αρχές[18]. Μόνο λεηλατηθέντες, πυροπαθείς ή παντελώς άποροι είχαν δικαίωμα εγγραφής στους καταλόγους[19]. Οι Νομαρχίες όφειλαν να κοινοποιήσουν στο Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας τους αναθεωρημένους καταλόγους και τον ακριβή αριθμό των χαρακτηρισθέντων ως «συμμοριόπληκτων».

 Στα μέσα του 1948, καθώς ο αριθμός των εσωτερικών προσφύγων γνώρισε αλματώδη αύξηση λόγω των εαρινών επιχειρήσεων του Εθνικού Στρατού αλλά και εξαιτίας των μειωμένων πιστώσεων, το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας αναθεώρησε τις αποφάσεις του σχετικά με τον τρόπο παροχής και τους δικαιούχους της κρατικής αρωγής και περίθαλψης[20]. Υπό την αιγίδα της AMAG (American Mission for Aid to Greece – Αμερικανική Αποστολή Βοήθειας προς την Ελλάδα) από την 1η Ιουλίου 1948 τέθηκαν δύο βασικές προϋποθέσεις για τη συνέχιση του προγράμματος παροχής βοήθειας: πρώτον, η εξεύρεση εργασίας σε όσους πρόσφυγες ήταν ικανοί (πρόκειται για την αρχική σκέψη του προγράμματος «Πρόνοια δια της Εργασίας») και δεύτερον τη χορήγηση περίθαλψης μόνο σε όσους χαρακτηριζόταν ως άποροι.

Για το χαρακτηρισμό των προσφύγων συγκροτήθηκε στην έδρα κάθε νομού Επιτροπή Χαρακτηρισμού Συμμοριόπληκτων η οποία αποτελούνταν από τον Πρόεδρο των Πρωτοδικών, το Διευθυντή της Νομαρχίας, έναν Αξιωματικό της Στρατιωτικής Μονάδας που έδρευε στο νομό, το Διευθυντή της Διεύθυνσης Γεωργίας και τον Προϊστάμενο του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας[21].  Για να χαρακτηριστεί κάποιος από την αρμόδια επιτροπή ως «συμμοριόπληκτος δεόμενος περιθάλψεως» εκτός από τις βασικές προϋποθέσεις οι οποίες απαιτούνταν, δηλαδή του πυροπαθούς, του λεηλατηθέντος ολοσχερώς και του μετακινηθέντος κατόπιν διαταγής των στρατιωτικών αρχών, έπρεπε επιπρόσθετα να τυγχάνει και άπορος όσο αφορά στην κατάσταση της οικογένειάς του και σύμφωνα με το εισόδημά του[22]. Οι πρόσφυγες έπρεπε να προσκομίσουν στην αρμόδια επιτροπή χαρακτηρισμού τα απαιτούμενα στοιχεία τα οποία ήταν βεβαίωση των αρχών ασφαλείας της περιφέρειάς ότι ήταν πυροπαθείς ή ολοσχερώς λεηλατηθέντες, βεβαίωση των στρατιωτικών αρχών προκειμένου περί μετακινηθέντων κατόπιν εντολής τους, βεβαίωση της κοινοτικής αρχής για την οικογενειακή τους κατάσταση και τέλος δελτίο εξακριβώσεως της απορίας τους εκδιδόμενο από το οικείο Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας. Τα Κέντρα Κοινωνικής Πρόνοιας του κάθε νομού όφειλαν μέσα στον Ιούνιο 1948 να ελέγξουν όλους τους πρόσφυγες που κατέφυγαν στην περιφέρεια και να συντάξουν δελτίο απορίας. Τα μέλη της οικογένειας που απουσίαζαν από την περιφέρεια που κατέφυγε ο πρόσφυγας δεν αναγράφονταν.

Τα δελτία υποβάλλονταν στην επιτροπή χαρακτηρισμού των προσφύγων και σύμφωνα με αυτά η επιτροπή κατέτασσε τους πρόσφυγες σε τρεις κατηγορίες. Στην κατηγορία Α κατατάσσονταν όσοι χαρακτηρίζονταν ως παντελώς άποροι. Αυτοί τύγχαναν κάθε παρεχόμενης από το κράτος προστασίας. Στην κατηγορία Β κατατάσσονταν όσοι είχαν εισόδημα το οποίο κάλυπτε το όριο συντήρησης. Αυτοί δεν λάμβαναν χρηματικό επίδομα και άρτο, τύγχαναν ωστόσο κρατικής βοήθειας σε ιματισμό, κλινοσκεπάσματα, υγειονομική περίθαλψη και στέγαση καθώς ήταν πυροπαθείς. Σε αυτούς χορηγούνταν δελτία τροφίμων και άρτου για τη χορήγηση επί πληρωμή όλων των τροφίμων που διανέμονταν από το κέντρο διανομών. Σε όσους ανήκαν στην κατηγορία αυτή χορηγούνταν επιπρόσθετα δωρεάν όλα τα είδη που παρέχονταν από τις διεθνείς οργανώσεις (καναδική βοήθεια) και τα χορηγούμενα είδη από την αμερικανική βοήθεια σε μειωμένη τιμή. Σε όσους πρόσφυγες ήταν αγρότες παρέχονταν υγειονομική περίθαλψη και βοήθεια από το Υπουργείο Γεωργίας.  Στην κατηγορία Γ κατατάσσονταν όλοι οι υπόλοιποι που δεν είχαν ανάγκη καμίας περίθαλψης αλλά καταγράφονταν για λόγους στατιστικούς, για υγειονομική παρακολούθηση και για τη διευκόλυνσή τους ως προς τη στέγαση. Μετά την κατάταξη των προσφύγων σε κατηγορίες, το Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας καταχωρούσε τους πρόσφυγες σε ειδικό μητρώο ανά κατηγορίες και ανά οικογένεια ονομαστικά με έτος γέννησης και τόπο προέλευσης. Από 1η Ιουλίου 1948 θεσπίστηκε το οικογενειακό βιβλιάριο «συμμοριόπληκτου», από τα αρχειακά τεκμήρια ωστόσο δεν προκύπτει η εφαρμογή του μέτρου αυτού[23].

Με την ίδια εγκύκλιο ορίζονταν ότι δε δικαιούνταν περίθαλψη για κανένα λόγο και ανεξάρτητα από το βαθμό απορίας τους όσοι κατέφυγαν στα κέντρα ασφαλείας από φόβο μόνο χωρίς να συντρέχει για αυτούς η περίπτωση της πυροπάθειας, της λεηλασίας ή μετακινήσεως κατόπιν εντολής των στρατιωτικών αρχών. Αυτοί, κατόπιν βεβαιώσεως των αρχών ασφαλείας της περιφέρειάς τους ότι δικαιολογημένα εγκατέλειψαν την εστία τους, μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως άποροι εφόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις. Μια δεύτερη κατηγορία που δε δικαιούνταν περίθαλψη ήταν όλοι όσοι διατάσσονταν από τις αρμόδιες πολιτικές και στρατιωτικές αρχές να επανέλθουν στις εστίες τους και αρνούνται να το πράξουν.

Η απογραφή των εσωτερικών προσφύγων δε διενεργήθηκε χωρίς προβλήματα. Οι Επιτροπές Χαρακτηρισμού Συμμοριόπληκτων καταγγέλθηκαν για μεροληψία υπέρ ορισμένων προσώπων, καθώς πολλοί από τους εγγραφέντες στις καταστάσεις δεν πληρούσαν τους όρους που είχε θέσει το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας για τον χαρακτηρισμό ως «συμμοριόπληκτου» ενώ κάποιοι ήταν εύποροι ή διπλογραμμένοι και σε άλλες καταστάσεις. Αν και από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Νομαρχίας τονίζονταν ότι έπρεπε να αποφεύγεται η καταγραφή όσων αρνούνταν με διάφορες προφάσεις να επιστρέψουν στις εστίες τους, σε μερικές περιπτώσεις συμπεριλαμβάνονταν κάτοικοι χωριών που είχαν ήδη επαναπατριστεί[24].

Στο Λαμιακό Τύπο, την «εθνικόφρονο» εφημερίδα της Λαμίας, καταγράφονταν ατασθαλίες, μεροληψίες εναντίον προσώπων με διπλογραφές και ψευδείς δηλώσεις ενώ επισημαίνονταν ο κίνδυνος μονομερώς σκεπτόμενων Προέδρων Κοινοτήτων και «καλοθελητών»[25]. Σχολιάζοντας την εγκύκλιο αυτή του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας, που καθόριζε τα κριτήρια με βάση τα οποία η Επιτροπή Χαρακτηρισμού Απόρων Συμμοριόπληκτων Προσφύγων έκρινε τους δικαιούχους της δωρεάν παροχής τροφίμων, η εφημερίδα διαπίστωνε ότι τελικά ως πρόσφυγες Α κατηγορίας χαρακτηρίζονταν όχι όσοι κατέφυγαν στα αστικά κέντρα από φόβο, καθώς τα χωριά τους ελέγχονταν από τον ΔΣΕ, αλλά όσοι αποδεδειγμένα αναγκάστηκαν από τον στρατό να εγκαταλείψουν τα χωριά τους. Και σημείωνε: «Δυστυχώς αυτοί είναι οι αυτοαμυνίτες και όσοι μετά την φυγή των εθνικοφρόνων παρέμειναν στα χωριά τους για να ενισχύσουν την ανταρσία και να λεηλατήσουν τις περιουσίες των φυγόντων και που πιέστηκαν από τον στρατό να εγκαταλείψουν τα χωριά τους δεδομένου ότι παραμένοντας εκεί εργάζονταν υπέρ του συμμοριτισμού και σε βάρος του διεξαγόμενου αγώνα»[26].  

Παράλληλα με τους καταλόγους «συμμοριόπληκτων», καταρτίζονταν στις Νομαρχίες Μητρώο Οικογενειών Μαχομένων του κάθε νομού. Η κατάταξη των οικογενειών γινόταν σε τρεις κατηγορίες. Η πρώτη περιλάμβανε τις εντελώς άπορες οικογένειες, η δεύτερη τις ημιάπορες και η τρίτη τις εύπορες οικογένειες με μηνιαίο εισόδημα άνω των 300.000 δραχμών[27]. Οι οικογένειες των μαχομένων λάμβαναν προνομιακή μεταχείριση όσο αφορά τις διανομές τροφίμων[28] και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη[29].  Σύμφωνα με τα δελτία κίνησης απόρων 17 νομών της χώρας για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο 1948, οι οικογένειες των μαχομένων αποτελούσαν το 17% των χαρακτηριζόμενων ως απόρων[30].

Για την εγγραφή στους καταλόγους ήταν απαραίτητο εκτός από τους τυπικούς όρους να πληρούνται και πολιτικά κριτήρια. Το αρχείο του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας είναι πλούσιο σε καταγγελίες ατόμων, φορέων και κοινοτήτων σχετικά με την επίδειξη μεροληψίας από τα τοπικά Κέντρα Κοινωνικής Πρόνοιας ως προς το χαρακτηρισμό της απορίας[31]. Οι οικογένειες των χωροφυλάκων και των ΜΑΥ/ΜΑΔ εγγράφονταν αυτοδίκαια στους καταλόγους ακόμα και αν είχαν επαναπατριστεί[32]. Το ίδιο γινόταν και στην περίπτωση «κάποιων ατόμων εκτεθειμένων σε μέγιστο κίνδυνο λόγω ακραιφνών εθνικιστικών φρονημάτων και της εθνικής δράσης τους προσφερόντων ακόμα ένοπλα τις υπηρεσίες τους, των περιπτώσεων τούτων πιστοποιουμένων απαραίτητα από την αρμόδια αστυνομική αρχή»[33]. Αντίθετα, η μη προσκόμιση τεκμηρίων εθνικοφροσύνης από όλα τα μέλη της οικογένειας, όπως στην περίπτωση πατέρα στρατιώτη ο οποίος δεν είχε χαρακτηριστεί άπορος γιατί ο γιος του βρισκόταν στην Μακρόνησο ως εξόριστος, αποτελούσε αιτία μη εγγραφής στους καταλόγους. Η «ανάνηψη» του εν λόγω προσώπου και η υπογραφή δήλωσης μετανοίας οδηγούσε στην αναθεώρηση των πινάκων για τις οικογένειες των απόρων στρατεύσιμων[34].

  1. Αξιολόγηση του συστήματος Κοινωνικής Πρόνοιας κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου.

Όλοι οι εμπλεκόμενοι στις υπηρεσίες Κοινωνικής Πρόνοιας αναγνώριζαν ότι κατά την εφαρµογή του µεταπολεµικού συστήµατος Κοινωνικής Πρόνοιας είχαν γίνει σφάλματα, αλλά συµφωνούσαν ότι για τις δυνατότητες της Ελλάδας, το έργο που είχε πραγματοποιηθεί ήταν πολύ σηµαντικό[35]. Τα έργα τους υπερτόνιζαν ως κύρια αιτία αδυναμίας του συστήματος την έλλειψη πόρων και αγαθών ενώ η κριτική τους εντοπίζονταν κυρίως σε τεχνικά και διοικητικά ζητήματα. Πρέπει να επισημανθεί ωστόσο, ότι οι μελέτες των Διευθυντών του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας δεν τοποθετούνται στο πρόβλημα της πολιτικής διάστασης της κοινωνικής πρόνοιας κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Αυτό συμβαίνει επειδή αφενός εκπόνησαν τις μελέτες τους κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά τη λήξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων του εμφυλίου πολέμου και αφετέρου απέφυγαν ή δεν επιθυμούσαν να θίξουν αυτό το ζήτημα.

Ένας αρνητικός παράγοντας που επισημαίνονταν ήταν η πολυδιάσπαση των υπηρεσιών πρόνοιας σε διάφορα Υπουργεία και Οργανισμούς χωρίς να υπάρχει ενιαία κατεύθυνση. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο το Μάρτιο 1949 με τον ΑΝ 894 «Περί συντονισμού των μέτρων δια την θεραπείαν των πάσης φύσεως αναγκών των συμμοριόπληκτων»[36] δόθηκε ο συντονισμός των μέτρων για την πρόνοια των προσφύγων στο Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας. Η πολυδιάσπαση δεν θα είχε τόσο αρνητικά αποτελέσµατα, αν είχε επιτευχθεί µια καλύτερη συνεργασία ανάµεσα στα υπουργεία και ένας γενικός προγραµµατισµός. Κατά τον Α. Ψαρά, διευθυντή του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας, η κακοδαιμονία του συστήματος οφείλονταν στην προσπάθεια εφαρμογής ενός ξένου προτύπου Κοινωνικής Πρόνοιας το οποίο παρέβλεπε τις τοπικές ιδιαιτερότητες και τις δυνατότητες της χώρας στη συγκεκριμένη συγκυρία του εμφυλίου πολέμου. Ακριβώς επειδή η διοικητική διάρθρωση των Κέντρων Κοινωνικής Πρόνοιας βασίστηκε σε ξένα πρότυπα λειτουργίας κοινωνικών οργανώσεων, και παρά τη θέληση των αμερικανών συµβούλων να οργανώσουν ένα αξιόπιστο σύστηµα, τα µέτρα τους δεν απέδωσαν τα αναµενόµενα αποτελέσµατα, κυρίως επειδή αυτοί αγνοούσαν την ελληνική νοοτροπία.

Εκτός από την πολυδιάσπαση, η συχνή αλλαγή προσώπων στην πολιτική ηγεσία του Υπουργείου συνετέλεσε στην έλλειψη συνέχειας και συντονισμού στην εφαρµογή ενός συνολικού συστήµατος Κοινωνικής Πρόνοιας. Από την Απελευθέρωση της χώρας έως το στρατιωτικό τέλος του Εμφυλίου το υπουργείο Εθνικής και Κοινωνικής Πρόνοιας διοικήθηκε από διαφορετικούς Υπουργούς και Υφυπουργούς, γεγονός που απεικονίζει και τη γενικότερη πολιτική αστάθεια της περιόδου[37]. Οι µισοί περίπου από αυτούς είχαν αναλάβει και στο παρελθόν δηµόσιο αξίωµα, ενώ οι άλλοι µισοί αναλάµβαναν υπουργείο για πρώτη φορά. Τέσσερις από αυτούς υπήρξαν ή έγιναν αργότερα και πρωθυπουργοί (Κ. Τσαλδάρης, Σ. Βενιζέλος, Σ. Γονατάς, Κ. Καραµανλής).  Στο Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας παρέμεινε για σχετικά µεγάλο διάστημα ο Κ. Καραµανλής ο οποίος διετέλεσε Υπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας από τις 18.11.1948 έως τις 6.1.1950 και συνέδεσε το όνοµά του κυρίως µε την στέγαση των προσφύγων και το πρόγραμμα «Πρόνοια δια της Εργασίας», εκμεταλλευόμενος τις δυνατότητες που προσέφερε η αµερικανική βοήθεια.

Εκτός από τις συνεχείς εναλλαγές στην ηγεσία του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας υπήρχε και μικρή συνέχεια προσωπικού. Επιπρόσθετα, η σχετική ανομοιομορφία στη νομική υπόσταση της θέσης των υπαλλήλων είχε σαφώς αρνητικά αποτελέσµατα, καθώς δεν µπορούσε να εξασφαλιστεί για τις σχετικές υπηρεσίες ένα προσωπικό µε εµπειρία και γνώσεις, αλλά κάθε φορά ήταν ευκαιριακό, ανεξαρτήτως βεβαίως από το πόσο καλές ήταν οι προθέσεις του και η προσφορά του.  Η θεωρητική κατάρτιση των κοινωνικών λειτουργών ήταν ελλιπής καθώς το προσωπικό υστερούσε και από την άποψη της επιστηµονικής εκπαιδεύσεως, αλλά και ειδικής βιβλιογραφίας[38]. Ένα από τα πιο αρνητικά στοιχεία της αναδιοργάνωσης ήταν ο διορισµός υπερβολικού αριθµού υπαλλήλων χωρίς κατάλληλα προσόντα µε κύριο κριτήριο τις πελατειακές σχέσεις.

Ένα άλλο πρόβλημα του συστήματος Κοινωνικής Πρόνοιας που εφαρμόστηκε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου ήταν ο εθισμός των ανθρώπων στα συστήματα διανομής. Το αρνητικό φαινόµενο του εθισµού και η εξάρτηση πλατιών µαζών από τις κρατικές παροχές και την φιλανθρωπική βοήθεια ήταν ένα από τα κληροδοτήματα της Κατοχής, τουλάχιστον όσο αφορά τους κατοίκους των μεγάλων πόλεων. Μεταπολεμικά η προσπάθεια εφαρµογής οποιουδήποτε προγράµµατος Κοινωνικής Πρόνοιας προσέκρουε επίσης στην «τάσιν του πνεύµατος εφησυχασµού επί των συστηµατικώς συνεχιζοµένων δωρεάν διανοµών αναλωτικών αγαθών, ήτις ηκολούθησεν την πρώτην περίοδον της απελευθερώσεως»[39].  Απόδειξη αποτελεί η περιορισμένη εφαρμογή του προγράμματος  «Πρόνοια δια της Εργασίας». Επιπρόσθετα, δεν είχε καθοριστεί με σαφήνεια από θεωρητικής απόψεως ποιος είναι ο δεόµενος προστασίας,  αν και η προσπάθεια της εξακριβώσεως της απορίας (1946) είχε προάγει κάπως το ζήτηµα αυτό. Ως αποτέλεσμα η χορήγηση βοηθημάτων γινόταν κάθε φορά σε διαφορετικές ομάδες ανθρώπων με συνέπεια να μην υπάρχει συνέχεια στην πολιτική που ακολουθούνταν. Σε πολλές περιπτώσεις η χορήγηση βοηθημάτων ήταν σποραδική και περιστασιακή[40].

Ένα επιπρόσθετο πρόβλημα υπήρξε η επιλεκτικότητα της διανομής των βοηθημάτων πρόνοιας η οποία γινόταν με βάση γεωγραφικά κριτήρια. Ήδη από την περίοδο της Κατοχής παρατηρήθηκε ότι οι επαρχίες λάμβαναν σημαντικά μικρότερο μερίδιο από τις διανομές σε σχέση με την Αθήνα και τον Πειραιά[41]. Η γεωγραφική ανισότητα, που έχει τις ρίζες της ακριβώς στην περίοδο του µεγάλου λιµού του χειµώνα 1941-1942 στην πρωτεύουσα, οφείλονταν τόσο στις αντικειμενικές συνθήκες (δυσκολίες μεταφοράς εφοδίων στην επαρχία, μη διανομή εφοδίων στους παραγωγούς της υπαίθρου) όσο και στους περιορισμούς των Αρχών Κατοχής οι οποίες απαγόρευαν τη διανομές στις περιοχές όπου δρούσαν οι αντάρτικες ομάδες.

Η ειδική αυτή μεταχείριση της πρωτεύουσας, η οποία αποτέλεσε μετά την Απελευθέρωση το Α Διαμέρισμα Διανομών, συνεχίστηκε και μεταπολεμικά μέσα από τις υπηρεσίες της Επιτροπής Διαχειρίσεως Βοηθημάτων εν Ελλάδι (ΕΔΒΕ) και της επιτροπής Εφοδίων Εξωτερικού (ΕΦ-ΕΞ). Όπως και στην περίοδο της Κατοχής, οι πληθυσμοί των «αμφιλεγόμενων» ή ανταρτοκρατούμενων περιοχών της υπαίθρου αποκόπηκαν από τη διανομή της βοήθειας σε τρόφιμα και ιματισμό. Ήδη από το 1945 καμία βοήθεια της UNRRA (United Nations Relief and Rehabilitation Administration – Διεύθυνση Βοήθειας και Αποκατάστασης του ΟΗΕ) δεν έφτανε στις περιοχές αυτές. Στην περίπτωση για παράδειγμα των ημιορεινών χωριών της Δυτικής Φθιώτιδας τα εφόδια έφταναν αποσπασματικά και η διανομή τους γινόταν στους «ημετέρους»[42] ή σε όσους δέχονταν να πάρουν όπλα εναντίον των ανταρτών[43]. Για την αποφυγή στρατολόγησης και επιμελειακής στήριξης στο ΔΣΕ οι ορεινοί πληθυσμοί των επαρχιών μεταφέρθηκαν στα αστικά κέντρα όπου για τρία περίπου χρόνια έζησαν απόλυτα εξαρτώμενοι από την κρατική συνδρομή και πρόνοια.  Μετά τον επαναπατρισμό των ορεινών περιοχών, όταν πια ο έλεγχος είχε οριστικά εκλείψει «ο κομμουνιστικός κίνδυνος», οι περιοχές αυτές εγκαταλείφτηκαν καθώς προτεραιότητα δόθηκε στις πόλεις. Τα περιστασιακά μέτρα κοινωνικής πρόνοιας ιδιαίτερα στις περιοχές εκείνες όπου ο εµφύλιος πόλεμος ήταν πιο έντονος[44], δεν μπόρεσαν να γεφυρώσουν το χάσμα ανάμεσα στην ύπαιθρο και τις πόλεις, τον αγροτικό και αστικό χώρο. Η δημογραφική αποψίλωση της υπαίθρου, η ενίσχυση της αστυφιλίας και η εξώθηση των κατοίκων στην µετανάστευση ήταν διαδικασίες µη αναστρέψιµες.

Ωστόσο, εκτός από την αδυναµία ανασυγκρότησης του κρατικού µηχανισµού και ειδικά των υπηρεσιών πρόνοιας και τα διοικητικά και τεχνικά ζητήματα υπήρχαν πιο ουσιαστικά προβλήματα τα οποία εμπόδιζαν το σύστημα της Κοινωνικής Πρόνοιας να λειτουργήσει ικανοποιητικά. Οι οικονομικές ατασθαλίες των πολιτικών και των τοπικών παραγόντων καθώς και η κακοδιαχείριση και πολιτική επιλεκτικότητα, ως προς τη διανοµή των εφοδίων περίθαλψης και πρόνοιας αποτέλεσαν σημαντικούς παράγοντες αδυναμίας του συστήματος. Πολιτικές διακρίσεις στη διανομή των εφοδίων παρατηρήθηκαν πριν ακόμα προκύψει το ζήτημα των προσφύγων. Άρθρο αγγλικής εφημερίδας έκανε λόγο για μεγάλο σκάνδαλο που αφορούσε πολιτικές διακρίσεις στη διανομή των εφοδίων της UNRRA. Το άρθρο ανέφερε ότι  η Αποστολή της UNRRA είχε αποκαλύψει μόνο ένα μικρό μέρος των στοιχείων που είχε στη διάθεσή της καθώς ανέμενε ακόμα τις εξηγήσεις της ελληνικής κυβέρνησης. Σύμφωνα με δηλώσεις επαρχιακών αντιπροσώπων της Αποστολής:

«Χωρίς αμφιβολία από τις εκλογές και μετά αντιμετωπίσαμε μια ηθελημένη και ευρέως διαδεδομένη πολιτική εκβιασμού των δημοκρατικών χωρικών μέσω μιας συστηματικής παρακράτησης των μερίδων. Αυτή η πρακτική χρησιμοποιείται όχι μόνο ενάντια στους κομμουνιστές αλλά εναντίον μετριοπαθών οπαδών των κεντρώων κομμάτων οι οποίοι αποτελούν εξίσου ένα ανάθεμα για την κυβερνώσα δεξιά παράταξη. Η πολιτική αυτή ασκείται με στυγνό τρόπο και έχει ένα αντικειμενικό σκοπό: να κερδίσει ψήφους για τον βασιλιά στο δημοψήφισμα. Το ότι στρέφεται και εναντίον των ανταρτών είναι μόνο συμπτωματικό διότι άρχισε πριν να αποκτήσει σημασία το πρόβλημα των ανταρτών»[45].

Ωστόσο, μόνο συμπτωματική δεν ήταν η πολιτική διάκριση εναντίον όσων συντάσσονταν στο πλευρό του ΔΣΕ.  Η διανομή της ξένης βοήθειας, των ειδών της UNRRA, ταυτίστηκε με την ενεργό ανάμειξη στην αντικομμουνιστική εκστρατεία. Όπως κατέδειξε ο ιστορικός Γ. Μαργαρίτης μέσα από έγγραφα του αρχείου της Γενικής Διοικήσεως Δυτικής Μακεδονίας, ο αποκλεισμός των αριστερών ή των υπόπτων για συμπάθεια προς την Αριστερά δρούσε συμπληρωματικά στο πλέγμα των διώξεων, των πιέσεων και της τρομοκρατίας. Το αποτέλεσμα ήταν μια πολύπλευρη ασφυξία απέναντι στην Αριστερά, στον κοινωνικό αποκλεισμό των οπαδών της και αντίθετα στην ανάδειξη ομάδων οι οποίες εκμεταλλεύτηκαν τη βασική πηγή εισοδήματος, την ξένη βοήθεια[46].  Η κυβέρνηση με τη σειρά της υποστήριζε ότι η πρακτική αυτή δεν ήταν γενικευμένη αλλά αφορούσε τοπικά και μεμονωμένα περιστατικά. Ανάλογο σκάνδαλο πολιτικών διακρίσεων στις διανομές των εφοδίων της UNRRA ξέσπασε την ίδια περίοδο και στην Κίνα με αποτέλεσμα τη διακοπή των αποστολής εφοδίων[47].

Ενδεικτική ως προς τη δυσλειτουργία του συστήματος είναι η έκθεση του βουλευτή του Λαϊκού Κόμματος στο Νομό Πέλλης, Δ.Οικονόμου προς τον Κ. Τσαλδάρη, αρχηγό του Λαϊκού Κόμματος και αντιπροέδρου της κυβέρνησης Μάξιμου, σχετικά με τη γενική κατάσταση του Νομού Πέλλας στο τέλος Μαΐου 1947:

«Η διοίκηση βρίσκεται σε τέλειο ξεχαρβάλωμα. Ο τρόπος των διανομών των διαφόρων ειδών και ενισχύσεων από επιτροπές διανομών και κοινοτικών αρχών έχει προκαλέσει την γενική διαμαρτυρία του πληθυσμού (πλην των καρπωθέντων πλουσίων εις βάρος των λοιπών κατοίκων εκ των διανομών τούτων διαφόρων τυχοδιωκτών επιτηδείων παρουσιαζομένων ως δήθεν στυλοβατών του κόμματος εκμεταλλευτών και εθνοκαπήλων και μυστικώς συνεννοουμένων μετά των συμμοριών). Η εποπτεύουσα διοικητική αρχή αντί να ρίψη όλην την προσοχήν δια κανονικάς και δίκαιας διανομάς, έγινε δυστυχώς όργανον των άνω αναφερόμενων υποκειμένων δια να τα χρησιμοποιή να τηλεγραφώσι διάφορα ψεύδη υπέρ τοιαύτης διοικήσεως, όταν η διοίκησις η τοιαύτη λαμβάνει ανάγκη των τοιούτων υποκειμένων(…)Σπατάλη ανήκουστος του δημοτικού και κοινοτικού χρήματος. Γενική ρεμούλα. Αποσύνθεσις. Διάλυσις και πουθενά εποπτεύουσα διοικητική αρχή να ελέγξει φαίνεται. Τουναντίον εγκρίνει την λεηλασίαν δια της υπογραφής της. Πραγματική διοίκησις μηδεμία. Πραγματική εργασία μηδέν. Επιβάλλεται η άμεσος αντικατάσταση του Νομάρχου»[48].

Πρόκειται για πολύ σοβαρές καταγγελίες, οι οποίες λαμβάνουν ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα δεδομένου ότι προέρχονται από βουλευτή του πλειοψηφούντος Λαϊκού Κόμματος. Ο Νομός Πέλλας δεν είχε φυσικά την αποκλειστικότητα στην κακοδιαχείριση, στην κατασπατάληση και στην κομματική εκμετάλλευση των κρατικών εφοδίων.

Πολύ σημαντικός στο σύστημα της διανομής των εφοδίων και γενικότερα της περίθαλψης των προσφύγων ήταν ο ρόλος των Προέδρων Κοινοτήτων. Αμέσως μετά την Απελευθέρωση τα Κοινοτικά Συμβούλια της περιόδου της Κατοχής είχαν αντικατασταθεί με άλλα που αποτελούνταν από άτομα «εθνικόφρονων φρονημάτων»[49]. Οι Κοινοτάρχες ορίζονταν πρόεδροι των επιτροπών διανομών σε τοπικό επίπεδο, βεβαίωναν την οικογενειακή κατάσταση και την κατάσταση απορίας και γενικότερα παρείχαν εγγυήσεις προκειμένου κάποιος να χαρακτηριστεί ως «συμμοριόπληκτος».  Υπέγραφαν επιπρόσθετα το δελτίο οικονομικής κατάστασης της κάθε προσφυγικής οικογένειας καθώς και το Οικογενειακό Μητρώο Χαρακτηρισμού Συμμοριόπληκτων[50].  Οι τοπικοί αυτοί παράγοντες εξουσίας στην ύπαιθρο επωφελήθηκαν από την αδυναµία της µεταπολεµικής κρατικής µηχανής. Με πρόσχηµα και νοµιµοποιητικό υπόβαθρο την αντικοµµουνιστική τους δραστηριότητα, οι παράγοντες αυτοί δηµιουργούσαν ένα κυρίαρχο τοπικό σύστηµα εξουσίας το όποιο είχε και σηµαντικές οικονοµικές λειτουργίες. Πιο συγκεκριμένα μέσω του κατασταλτικού τους ρόλου ως βασικού παράγοντα της τοπικής εξουσίας μπορούσαν όχι μόνο να ιδιοποιηθούν τις περιουσίες των πολιτικών τους αντιπάλων αλλά και να διαχειριστούν τις κρατικές οικονομικές λειτουργίες στο πεδίο δράσης τους.   «Φορολογούσαν» µε ποικίλους τρόπους αλλά και, κυρίως, κέρδιζαν από τη διάθεση των αγαθών των ξένων οργανισµών.

Η καταχρηστική δράση των Κοινοταρχών επιβεβαιώνεται πολλαπλά από τις διαθέσιμες αρχειακές πηγές από τις οποίες αναφέρονται ενδεικτικά ορισμένες περιπτώσεις. Σύμφωνα με καταγγελίες συγχωριανών του, με την ιδιότητά του ως διμοιρίτης των ΜΕΑ Ζερικίου, ο Πρόεδρος της Κοινότητας Ζερικίου, οι κάτοικοι της οποίας είχαν μεταφερθεί κατόπιν στρατιωτικής διαταγής στην πόλη της Λειβαδιάς:

«επάγων ως απειλήν τας εξουσίας του ταύτας εκβιάζει τους δυστυχείς συμμοριόπληκτους κατοίκους του χωριού μας εις βαθμόν ώστε αν δεν δηλώσουν πολιτικήν φιλίαν και δεν προτιμήσουν το ενταύθα ταβερνείον του τους υποχρεώνει να προσφέρουν ανελλιπώς τις υπηρεσίες τους στα ΜΕΑ τελούντες πάντοτε σε επιφυλακή σε βάρος της δυστυχίας των οικογενειών τους. Σε αυτούς που φέρνουν αντίρρηση αρνείται την υπογραφή βεβαιώσεων και πιστοποιητικών για την απόκτηση διαφόρων χορηγήσεων από μέρους διαφόρων υπηρεσιών».

Το έγγραφο αναφέρει ονομαστικά  δύο παραδείγματα ατόμων οι οποίοι προσέφεραν διαρκώς υπηρεσίες στα εξωτερικά φυλάκια της Λειβαδιάς[51].  Για τον ίδιο πρόεδρο έγιναν και άλλες καταγγελίες για καταχρήσεις φωτιστικού πετρελαίου και μη απόδοση στην κοινότητα οφειλών για την βοσκή σε κοινοτικά λιβάδια[52]. Σε άλλη περίπτωση αντικαταστάθηκε και καταδικάστηκε σε εξάμηνη φυλάκιση ο Πρόεδρος του Κέντρου Διανομών της Κοινότητας Χωστίων για οικειοποίηση 3-4 σάκων αλεύρων προερχόμενων από τις γενικές διανομές[53]. Ανάλογες καταγγελίες για μη κανονική διανομή και για κατακρατήσεις αλεύρων από κάθε άτομο ανά διανομή έγιναν σε βάρος της Επιτροπής Διανομών Κοινότητας Δομβραίνης[54], κατά του Προέδρου της Κοινότητας Χαιρώνειας[55] και κατά του Προέδρου της Κοινότητας Κουκούρων[56]. Όλες αυτές οι περιπτώσεις που αφορούσαν «συμμοριόπληκτες» κοινότητες παραπέμφθηκαν στον Εισαγγελέα[57]. Δεδομένης της μη αποτελεσματικότητας και της διαφθοράς του κρατικού μηχανισμού μπορεί να υποτεθεί ότι υπήρχαν πολλαπλάσιες περιπτώσεις οι οποίες δεν είδαν το φως της δημοσιότητας.

Η συχνότητα μάλιστα του φαινομένου ήταν τέτοια ώστε με έγγραφό της η Διεύθυνση Γεωργίας Νομού Βοιωτίας  παρακαλούσε τους γεωπόνους να μιλούν στους συγκεντρωμένους χωρικούς σε κάθε χωριό στο οποίο πήγαιναν ότι «η διοίκηση της Υπηρεσίας Γεωργίας είχε πάρει απόφαση να ξεκαθαρίση την κοινωνία από τα παράσιτα εκείνα τα οποία εξαιτίας της επιθυμίας τους να εκμεταλλευτούν τους συμπολίτες τους δημιουργούσαν διάφορες υποθέσεις και καταστάσεις για να ζουν σε βάρος τους»  και ζητούσε από κάθε πολίτη να αναφέρει τους παρεκτρεπόμενους καθώς «κατόπιν των γενομένων κατ’ επανάληψη διαπιστώσεων ότι πολλοί Προέδροι Κοινοτήτων καταχρώνται του αξιώματός τους και για τις διάφορες διανομές οι οποίες γίνονται στους συμμοριόπληκτους εισπράττουν για δήθεν έξοδα που κατέβαλαν μεγάλα ποσά τα οποία παράνομα τα οικειοποιούνται. Το φαινόμενο αυτό είναι δυστυχώς συχνό και πρέπει να περιοριστεί πλέον δια της επιβολής των νόμων»[58].

Καταχρήσεις και κακοδιαχείριση δεν γινόταν μόνο από τοπικούς παράγοντες αλλά και από υπαλλήλους του Υπουργείου ή των Κέντρων Κοινωνικής Πρόνοιας. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης επί των προγραμματικών δηλώσεων της κυβέρνησης Θ. Σοφούλη ο βουλευτής Α. Βαμβέτσος αναφέρθηκε σε «κύμα καταχρήσεων»: «και εις αυτά ακόμα τα επιδόματα των συμμοριόπληκτων υπάρχουν καταχρήσεις. Καταχρώνται τα επιδόματα των συμμοριόπληκτων τα πρόσωπα εκείνα επ’ ονόματι των οποίων εκδίδονται τα εντάλματα». Ο αρμόδιος να απαντήσει Υπουργός Πρόνοιας Κ. Καραμανλής ανέφερε ότι είχαν ήδη παραπεμφθεί 25 άτομα στον Εισαγγελέα[59]. Άρθρο της εφημερίδας Καθημερινή για τη διαβίωση των προσφύγων στο κέντρο ασφάλειας Δομοκού κατήγγειλε την ασυδοσία των εκεί αποτελούντων υπαλλήλων της Πρόνοιας[60].  Τοπική εφημερίδα της Λαμίας έκανε λόγο για κατάχρηση ποσών από κρατικούς υπαλλήλους και φιλοδωρήματα από «ανταρτόπληκτους» προκειμένου να συνεχίσουν να είναι εγγεγραμμένοι στους καταλόγους Πρόνοιας[61]. Σκάνδαλο προκάλεσαν και η ανακάλυψη καταχρήσεων ύψους 500 εκατομμυρίων από υπαλλήλους του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας[62].

Οι τοπικοί φορείς, στενά συνδεδεμένοι µε την κυβέρνηση και εξαρτημένοι από αυτήν, λειτουργούσαν µε κριτήρια κοµµατικά, στηριγµένα στο δόγµα της «εθνικοφροσύνης», αποκλείοντας σηµαντικά τµήµατα του πληθυσµού από τις παροχές της Πρόνοιας.  Η διάκριση με βάση πολιτικά κριτήρια γινόταν όχι μόνο απέναντι στους υποψήφιους ευεργετούµενους από την Πρόνοια, αλλά και σε όσους εκδήλωναν ενδιαφέρον να στελεχώσουν τις επιτροπές εξακρίβωσης απορίας[63]. Οι συνεχείς απογραφές που διενεργούσαν οι Υπηρεσίες Πρόνοιας, η ρευστότητα του χαρακτηρισμού «συμμοριόπληκτου» είχε ως σκοπό να διασφαλίσει ότι κανείς μη «εθνικόφρων» δεν θα λάμβανε βοήθεια. Μέσω της διαχείρισης και της διανομής των εφοδίων περίθαλψης και πρόνοιας η κυβέρνηση απέκτησε ένα ισχυρό όπλο έναντι των αντιπάλων της και την ίδια στιγμή ένα ισχυρό μέσο άσκησης πολιτικής. Μένει να αποδειχθεί κατά πόσο ο οικονομικός αποκλεισμός της Αριστεράς και των οπαδών της από τη διαχείριση και τη νομή της ξένης βοήθειας αποτέλεσε μια από τις αιτίες της εμφύλιας διαμάχης καθώς συνετέλεσε στην πολύπλευρη ασφυξία των οπαδών της αριστεράς, άποψη η οποία υποστηρίχθηκε όχι μόνο από ιστορικούς[64] αλλά και από σύγχρονους με την εποχή παρατηρητές.  Χαρακτηριστική πάλι η άποψη του βουλευτή Πέλλας: «Ωρισμένον μέρος του εθνικόφρονος κόσμου του Νομού εις τους εκμεταλλευτάς τούτους της ΟΥΝΡΑ διαφόρους κοινοτάρχας αποδίδει την ώθησιν πολλών νέων εις την ανταρσίαν»[65].

Η αδικία στο σύστημα διανομής της βοήθειας και διαχείρισης των κονδυλίων κοινωνικής πρόνοιας έδινε δυνατότητες εύκολου και γρήγορου πλουτισμού σε όσους μπορούσαν με θεμιτά ή αθέμιτα μέσα να εκμεταλλευτούν την κατάσταση (για παράδειγμα οι ευκαιρίες που πρόσφερε στους εργολάβους το πρόγραμμα «Πρόνοια δια της Εργασίας»). Το αποτέλεσμα ήταν η συγκρότηση ενός νέου κοινωνικού χώρου, του μικρομεσαίου, ο οποίος επωφελήθηκε και στήριξε το καθεστώς. Η μη δημοσιοποίηση των «ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων» που έχουν στην κατοχή τους οι Αγροτική και η Εθνική Τράπεζα, οι οποίες περιλαμβάνουν τους λεπτομερείς ονομαστικούς καταλόγους διάθεσης των εφοδίων εξωτερικού και δανείων σε ιδιώτες στα πλαίσια του Σχεδίου Μάρσαλ, η αποσπασματικότητα του αρχείου του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας και η μη ανεύρεση ή καταστροφή αρχείων των Νομαρχιών δεν επιτρέπουν να διενεργηθεί σε βάθος μια τέτοια έρευνα.

Συμπερασματικά, το μέγεθος της οικονομικής βοήθειας και το πλήθος των ατόμων που τη λάμβαναν είχε σημαντικές κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις καθώς το 1/3 των κατοίκων της χώρας εξαρτιόταν αποκλειστικά και απόλυτα από κρατική και ουσιαστικά αμερικανική συνδρομή.  Το κράτος μέσω των μηχανισμών διανομής της βοήθειας χρησιμοποίηση την άσκηση Κοινωνικής Πρόνοιας ως βασικό εργαλείο πολιτικής διείσδυσης[66].  Η Κοινωνική Πρόνοια αποτέλεσε ένα από τα σηµαντικότερα εργαλεία για την επικράτηση στην πολιτική διαµάχη γύρω από τον έλεγχο της κρατικής εξουσίας αρχικά, και την παγίωση του μετεμφυλιακού κράτους από τους νικητές του εµφυλίου πολέμου. Για όσους ήθελαν να καρπωθούν τα αγαθά της Πρόνοιας ήταν απαραίτητη η απόταξη οποιουδήποτε κομουνιστικού παρελθόντος  µέσω γραπτών εκ µέρους των αιτούντων αποκηρύξεων του κομμουνισμού και την δήλωση της εθνικοφροσύνης και της αµέριστης αφοσίωσης στον βασιλικό θεσµό[67]. Παρόµοια λειτουργία είχαν και τα σχετικά έγγραφα της Ασφάλειας, που πιστοποιούσαν την εθνικοφροσύνη του αιτούντος ή τυχόν κομουνιστική ή «αναρχική», κατά την ορολογία της εποχής, δραστηριότητα, απαραίτητο κριτήριο για την πρόσβαση στον µηχανισµό της Κοινωνικής Πρόνοιας ή βεβαίως και στον αποκλεισµό από αυτόν και την συνεπακόλουθη τιµωρία του «ενόχου» .

*Υποψήφια διδάκτωρ Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Παντείου Πανεπιστημίου

[1] Α. Λαΐου, «Μετακινήσεις πληθυσμού στην ελληνική ύπαιθρο κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου», στο L. Baerentzen, Γ. Ιατρίδης και O. Smith, Μελέτες για τον εμφύλιο πόλεμο 1945-1949, ελλ. εκδ. Αθήνα: Ολκός 1992, σ. 67-114

[2]Α. Στρατάκης, Κοινωνική Πρόνοια στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία του 1940. Η Κοινωνική Πρόνοια και το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας, ανέκδοτη μεταπτυχιακή εργασία, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Τμήμα Ιστορίας Αρχαιολογίας, Μάιος 2003

[3]Γ. Σταθάκης, Το Δόγμα Τρούμαν και το Σχέδιο Μάρσαλ. Η Ιστορία της Αμερικανικής Βοήθειας στην Ελλάδα, Αθήνα: Βιβλιόραμα 2004, σ. 181 -182

[4] Β. Λάζου, «Ο εμφύλιος πόλεμος από την άποψη μιας επαρχιακής πόλης: Πολιτική, Κοινωνία και Δικαιοσύνη στην πόλη της Λαμίας, 1946-1949», Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας Παντείου Πανεπιστημίου.

[5] Κ. Καραμανλής, Αρχείο, γεγονότα και κείμενα, επιμ. Κ. Σβολόπουλος, Ίδρυμα Κ. Καραμανλής, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών 1992, τόμος 1ος : Η ανοδική πορεία, 1946-1956, σ. 89

[6] Department of State. ECA, Country Book Greece

[7] Οι αριθμοί αυτοί αφορούν το σύνολο της χώρας. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι όλες οι περιοχές αντιμετώπιζαν προσφυγικό ζήτημα. Σε τοπικό επίπεδο, στην περίπτωση του Νομού Φθιώτιδας ή του όμορου Νομού Ευρυτανίας, το ποσοστό των προσφύγων σε σχέση με τον αγροτικό πληθυσμό των περιοχών που επλήγησαν από την μετακίνηση των πληθυσμών ήταν πολύ μεγαλύτερο.

[8] Δεύτερη Κυανή Βίβλος, εκδιδόμενη από την Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση της Ελλάδος, Λονδίνο 1949, σ.61-66

[9] F. Deng , «The guiding principles on internal displacement» , E/CN.4/1998/53/Add.l, February 11. New York, NY: United Nations., New York: United Nations http://www.internal-displacement.org. Επίσκεψη στην ιστοσελίδα 10 Μαρτίου 2006

[10] ΓΑΚ Φθιώτιδος, Αρχείο Νομαρχίας Βοιωτίας, αταξινόμητο, Νομαρχία Βοιωτίας, αρ.πρωτ. 9067, Λειβαδιά, 31 -12-47 και Νομαρχία Βοιωτίας αρ. πρωτ. 8771, Λειβαδιά 14-1-1948

[11] ΓΑΚ Φθιώτιδος, Αρχείο Νομαρχίας Βοιωτίας, αταξινόμητο, Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας, Αθήνα, 18-12-1947, Νομαρχία Βοιωτίας, αρ. πρωτ. 8982, 23-12-1947

[12] ΓΑΚ Αιτωλοακαρνανίας, Αρχείο Κοινωνικής Πρόνοιας Αγρινίου, Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας, Εγκύκλιος, αρ. 93664, Αθήνα, 8 Σεπτεμβρίου 1948

[13] ΓΑΚ Αιτωλοακαρνανίας, Αρχείο Κοινωνικής Πρόνοιας Αγρινίου, Εγκύκλιοι 106087/12.12.1946, 238/23.7.1947, 110178/21.12.1947 του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως και Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ.65, 26 Μαΐου 1947 «Περί αναγνωρίσεως απορίας σε οικογένειες τελούντων υπό τα όπλα και χορηγήσεως δωρεάν τροφίμων και ιματισμού»

[14] ΓΑΚ Αιτωλοακαρνανίας, Αρχείο Κοινωνικής Πρόνοιας Αγρινίου, Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας, Διεύθυνση Κρατικής Αντιλήψεως, Εγκύκλιος αρ. πρωτ. 85053,  31 Ιουλίου 1948

[15] ΓΑΚ Αιτωλοακαρνανίας, Αρχείο Κοινωνικής Πρόνοιας Αγρινίου, Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας, Εγκύκλιος αρ. 413, Αθήνα, 1 Αυγούστου 1950

[16] ΓΑΚ Φθιώτιδος, Αρχείο Νομαρχίας Βοιωτίας, αταξινόμητο, Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας Προς τους Νομάρχες του Κράτους και τις υπηρεσίες Κοινωνικής Πρόνοιας.  Αθήνα 9- 12-1947 αρ. πρωτ. 107278 / Νομαρχία Βοιωτίας αρ. πρωτ. 8774 Λειβαδιά, 15 Δεκεμβρίου 1947

[17] ΓΑΚ Φθιώτιδος, Αρχείο Νομαρχίας Βοιωτίας, αταξινόμητο, Νομαρχία Βοιωτίας αρ. πρωτ.9067/2, Λειβαδιά, 5 Ιανουαρίου 1048 και Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας προς Νομαρχία Βοιωτίας, αρ. πρωτ 257, Λειβαδιά, 3 Ιανουαρίου 1948

[18] ΓΑΚ Φθιώτιδος, Αρχείο Νομαρχίας Βοιωτίας, αταξινόμητο, Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας, Αθήνα, 18-12-1947, Νομαρχία Βοιωτίας, αρ. πρωτ. 8982, 23-12-1947

[19] ΓΑΚ Φθιώτιδος, Αρχείο Νομαρχίας Βοιωτίας, αταξινόμητο, Εγκύκλιος Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας αρ.  107278 της 9-12-47.

[20] ΓΑΚ Φθιώτιδος, Αρχείο Νομαρχίας Βοιωτίας, αταξινόμητο, Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας, Προς Κέντρα Κοινωνικής Πρόνοιας και Γενικούς Διοικητές, Νομάρχες, Επάρχους. αρ. πρωτ. 73210, Αθήνα 4 Ιουνίου 1948.

[21] ΓΑΚ Φθιώτιδος, Αρχείο Νομαρχίας Βοιωτίας, αταξινόμητο, Νομαρχία Βοιωτίας αρ. πρωτ.3358, Λειβαδιά 23 Ιουνίου 1948: «Συγκρότηση επιτροπών χαρακτηρισμού συμμοριόπληκτων σύμφωνα με 73210/4-6-1948 διαταγή Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας». Η εγκύκλιος δημοσιεύτηκε και στο Λαμιακός Τύπος, 28 Οκτωβρίου 1948

[22] Η απορία χαρακτηριζόταν σύμφωνα με την Εγκύκλιο αρ. 85637 του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας.

[23] Μ. Μπακαδήμα, «Αρχειακές Πηγές της δεκαετίας 1940-1950 στην υπηρεσία των ΓΑΚ Αιτωλοακαρνανίας. Η περίπτωση του Αρχείου Κοινωνικής Πρόνοιας Αγρινίου», Ανακοίνωση στο Επιστημονικό Συνέδριο: Κατοχή – Αντίσταση – Εμφύλιος. Η Αιτωλοακαρνανία και η Ευρυτανία στη δεκαετία 1940-1950, Αγρίνιο και Καρπενήσι, 14-16 Μαρτίου 2008

[24] ΓΑΚ Φθιώτιδος, Αρχείο Νομαρχίας Βοιωτίας, αταξινόμητο, Υπηρεσία Κοιν. Πρόνοιας Νομού Βοιωτίας προς Νομάρχη Βοιωτίας, αρ. πρωτ 2553, 7 Αυγούστου 1948

[25] Λαμιακός Τύπος, 28 Οκτωβρίου 1948

[26]  Λαμιακός Τύπος, 1 Σεπτεμβρίου 1948

[27]ΓΑΚ Φθιώτιδος, Αρχείο Νομαρχίας Βοιωτίας, αταξινόμητο, Νομαρχία Βοιωτίας, Προς Δημάρχους και Προέδρους Κοινοτήτων, αρ. πρωτ. 7937/εγκύκλιος Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας 129, 1 Δεκεμβρίου 1948.

[28]ΓΑΚ Φθιώτιδος, Αρχείο Νομαρχίας Βοιωτίας, αταξινόμητο, Υπουργείο Εφοδιασμού και Διανομών, αρ. Εγκυκλίου 165 «Διάθεση εφοδίων Καναδικής Βοήθειας στις πλέον άπορες οικογένειες στρατευθέντων ή τακτικών απόρων» αρ. πρωτ. 124457/11557, Αθήνα, 4 Οκτωβρίου 1948 και Υπουργείο Εφοδιασμού και Διανομών, αρ. πρωτ. 93625/5745 «Διάθεση πάσης φύσεως υπολοίπων εφοδίων προελεύσεως ΟΥΝΡΑ» Αθήνα, 24 Σεπτεμβρίου 1948

[29]ΓΑΚ Φθιώτιδος, Αρχείο Νομαρχίας Βοιωτίας, αταξινόμητο, Υπουργείο Εσωτερικών: Προς Γενικούς Διοικητές, Νομάρχες και Επάρχους του Κράτους. Νομαρχία Βοιωτίας 6520, 25 Αυγούστου 1947. Και Εγκύκλιος Υπουργείου Υγιεινής υπ. αριθ.3998, 6 Αυγούστου 1947 «Δωρεάν εξέταση και νοσηλεία μελών οικογενειών μαχόμενων εφέδρων οπλιτών και αξιωματικών». Και Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας, Προς Γενικούς Διοικητές, Νομάρχες και Επάρχους του Κράτους Φ. 187006/0/1053. Νομαρχία Βοιωτίας προς τον Προϊστάμενον του Υγειονομικού Κέντρου Βοιωτίας, 20 Μαΐου 1949 «Φαρμακευτική περίθαλψη των οικογενειών των μαχομένων».

[30] Αρχείο Υπουργείου Πρόνοιας, Φάκελος 28, Π 1948 1 85.000-97.000 6, Κέντρα Κοινωνικής Πρόνοιας προς Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας, Διεύθυνση Συντονισμού, Δελτία κινήσεως απόρων. Μήνες Μάιος, Ιούνιος, Ιούλιος και Αύγουστος 1948 για νομούς Αιτωλοακαρνανίας, Άρτης, Γρεβενών, Έβρου, Εδέσσης, Ευβοίας, Ηλείας, Θεσπρωτίας, Ιωαννίνων, Καβάλας, Καρδίτσης, Λάρισας, Λασιθίου, Πρέβεζας, Ροδόπης, Φθιώτιδος, Χαλκιδικής.

[31] Αρχείο Υπουργείου Πρόνοιας, Φάκελος 28, Π 1948 1 85.000-97.000 6, Εθνικό Εργατικό Κέντρο Τρίπολης προς Πρόεδρο και Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης, Υπουργεία Πρόνοιας, Συντονισμού, Εφοδιασμού και  Εφημερίδα «Εθνικός Κήρυξ». Στον ίδιο φάκελο: Υπηρεσία Κοινωνικής Πρόνοιας Αιτωλοακαρνανίας προς Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας, Διεύθυνση Συντονισμού, 22 Οκτωβρίου 1946 και Νομαρχία Αρκαδίας προς Διεύθυνση εφημερίδας «Η φωνή της Γορτυνίας», αρ.πρωτ.15236, 17 Δεκεμβρίου 1946

[32]ΓΑΚ Φθιώτιδος, Αρχείο Νομαρχίας Βοιωτίας, αταξινόμητο, Νομαρχία Βοιωτίας Αρ. Πρωτ 1625 «Περί προστασίας της οικογένειας του φονευθέντος Λίγκου Γεωργ. του Νικολάου ανήκοντος εις τα ΜΑΥ» Λειβαδιά, 3 Απριλίου 1948

[33]ΓΑΚ Φθιώτιδος, Αρχείο Νομαρχίας Βοιωτίας, αταξινόμητο, Νομαρχία Βοιωτίας, «Περί χαρακτηρισμού συμμοριόπληκτων» αρ. πρωτ.6140, 24 Σεπτεμβρίου 1948 και Αρχείο Υπουργείου Πρόνοιας, Φάκελος 28, Π 1948 1 85.000-97.000 6, Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας, Διεύθυνση Συντονισμού προς Υπηρεσία ΕΦ-ΕΞ, «Αναφορά σε έγγραφο υπ. Αριθ. 108913/9959 Υπουργείου Εφοδιασμού και Διανομών για δωρεάν χορήγηση τροφίμων στους ΜΑΥ», 17 Σεπτεμβρίου 1948 και Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας, Διεύθυνση Συντονισμού προς ΠΙΚΠΑ, αρ. πρωτ. 90603 [για χαρακτηρισμό ΜΑΥ και παιδιών τους ως τακτικών απόρων]

[34] ΓΑΚ Φθιώτιδος, Αρχείο Νομαρχίας Βοιωτίας, αταξινόμητο, Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας Νομού Βοιωτίας, Προς Νομάρχη Βοιωτίας, αρ. πρωτ. 3400, 12 Μαΐου 1949.

[35]Μελέτες για το σύστηµα Κοινωνικής Πρόνοιας που εφαρμόστηκε µεταπολεµικά στην Ελλάδα εξέδωσαν δύο διευθυντές του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας, ο Γ. Βούτσης,  Γενική και παιδική πρόνοια στην Αµερική και στην Ελλάδα (Κοινωνιολογική µελέτη επί της εφηρµοσµένης γενικής και παιδικής προνοίας), Αθήναι 1948 και Α. Ψαράς, Κοινωνική Πρόνοια : Ιστορικαί Φιλοσοφικαί Πρακτικαί Μελέται – Έρευναι – Κρίσεις, Αθήναι 1950. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το βιβλίο του Ι. Μαστρογιάννη, (Τµηµατάρχου Υπουργείου Κοιν. Προνοίας), Ιστορία της Κοινωνικής Πρόνοιας της Νεωτέρας Ελλάδος (1821-1960), τ. Α-Β, Αθήνα 1960.

[36] Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. 56, ΑΝ. 894 «Περί συντονισμού μέτρων δια την θεραπείαν πάσης φύσεως αναγκών των συμμοριόπληκτων»,  4 Μαρτίου 1949

[37]Οι κυβερνήσεις ήταν βραχύβιες και ακόμα και κυβερνήσεις μεγαλύτερης διάρκειας είχαν συχνούς ανασχηματισμούς. Οι λίγοι πολιτικοί που είχαν συνεχή συμμετοχή σε μια κυβέρνηση μετακινούνταν συχνά από το ένα υπουργείο στο άλλο.  K. Legg, «Παιχνίδια εναλλαγής στην Αθήνα: η πολιτική αστάθεια 1946-1952», στο l. Baerentzen, J.O.Iatrides, O.L.Smith, (επιμ.), Μελέτες για τον Εμφύλιο Πόλεμο, 1945-1949, ελλ. εκδ. Αθήνα: Ολκός, σ. 10-27

[38] Βούτσης, ο.π., σ. 102-103

[39] Μαστρογιάννης, ο.π., σ. 450.

[40] Η έλλειψη πιστώσεων οδήγησε αφενός στην περικοπή του ημερησίου βοηθήματος κατά 500 δραχμές σε κάθε μέλος της οικογένειας των προσφύγων από την 1η Απριλίου 1948, και αφετέρου στην αναθεώρηση των σχετικών καταλόγων. Από την ημερομηνία αυτή διαγράφηκαν από τους καταλόγους των προσφύγων κάθε ένας ο οποίος μπορούσε να συντηρηθεί με δικά του μέσα, οι κτηνοτρόφοι οι οποίοι διέσωσαν τα ζώα τους και μπορούσαν να συντηρηθούν από αυτά, όσοι αποκαθίσταντο με ενίσχυση του Υπουργείου Γεωργίας όσοι εργάζονταν επ’ αμοιβή και όσοι είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στα αστικά κέντρα, τα οποία είχαν οριστεί ως Κέντρα Ασφαλείας, πριν την έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων του εμφυλίου πολέμου

[41] Ravitaillement de la Grece pendant l’ Occupation 1941-1944 et pendant les premiers cinq mois après la Liberation, Rapport final de la Commission de Gestion pour les Secours en Grece sous les auspices du Comite International de la Croix-Rouge, Athenes 1949, σ. 262. Το 52% των εφοδίων διατέθηκαν στην περιοχή της πρωτεύουσας έναντι του 35% που διατέθηκε στις επαρχίες.

[42] Για τα χωριά της Υπάτης και της Δυτικής Φθιώτιδας, Κ. Παλαιολόγου, Από την Εθνική Αντίσταση στον Εμφύλιο 1946-1949, τόμος 1ος , Αθήνα: Σύγχρονη Γνώμη 2003, σ.250-1

[43] Παλαιολόγου, ο.π., σ. 401

[44]Η πλειοψηφία των Σπιτιών του Παιδιού βρίσκονταν στην Μακεδονία. Συνεργεία Βοηθείας Υπαίθρου αναπτύχτηκαν επίσης περισσότερο στην Μακεδονία και στην Πελοπόννησο. Στόχος ήταν να δοθεί η εντύπωση ενός στοργικού κράτους κατ’ αντιπαράσταση προς τις «αντεθνικές πράξεις των κομμουνιστών».

[45] Ίδρυμα Κωνσταντίνου Καραμανλή, Αρχείο Κ. Τσαλδάρη, Φάκελος 11, Υποφάκελος 1δ, «Απόσπασμα από την εφημερίδα Reynolds News Sunday με τίτλο : Food for Greek Children withheld», Κυριακή 14 Ιουλίου 1946

[46]Γ.Μαργαρίτης, Ιστορία του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, (1946-1949), τόμος 2, Αθήνα: Βιβλιόραμα 2000, τόμος 1, σ. 191-203.  Πιο πρόσφατη μελέτη είναι η διδακτορική διατριβή της Φ. Τσίλαγα, The UNRRA Mission to Greece: The Politics of International Relief, October. 1944–June 1947, unpublished PhD thesis, University of London, 2008

[47] I.R.Sues, “The UNRRA scandal in China”, The Nation, 20 Ιουνίου 1946

[48] Ίδρυμα Κωνσταντίνου Καραμανλή, Αρχείο Κ. Τσαλδάρη, Φάκελος 23α, Υποφάκελος 1α, «Έκθεσις γενικής καταστάσεως Νομού Πέλλης κατά το τέλος Μαΐου 1947», Από Βουλευτή Πέλλης Δ. Οικονόμου προς Κ. Τσαλδάρη, Έδεσσα, 30 Μαΐου 1947.

[49] Μια από τις πρώτες ενέργειες της Εθνοφυλακής όταν έφτανε σε κάθε περιοχή αποτελούσε η αντικατάσταση των Κοινοτικών Συμβουλίων. Βλ σχ. Λαμιακός Τύπος, 1 Ιουνίου 1945 και ΓΕΣ/ΔΙΣ, ΑΕΠ, Αδημοσίευτα έγγραφα, Φ.1236/Γ/1, «Γραφείο Επιχειρήσεων 10η Ταξιαρχία Εθνοφυλακής. Πολεμικόν Ημερολόγιον Από 8-1-45 έως 23-7-46»

[50] ΓΑΚ Αιτωλοακαρνανίας, Αρχείο Κοινωνικής Πρόνοιας Αγρινίου, Φάκελοι 1-41

[51] ΓΑΚ Φθιώτιδας, Αρχείο Νομαρχίας Βοιωτίας, Αίτηση Π.Κ. κατά Λ.Κ προέδρου Κοινότητας Ζερικίου, Προς κ. Νομάρχη Βοιωτίας, αρ. Πρωτ.4602, 9 Ιουνίου 1949

[52] ΓΑΚ Φθιώτιδας, Αρχείο Νομαρχίας Βοιωτίας, Αιτήσεις κατοίκων Ζερικίου εναντίον του Προέδρου της κοινότητας προς τον Νομάρχη Βοιωτίας, 4 Μαΐου 1949

[53] ΓΑΚ Φθιώτιδας, Αρχείο Νομαρχίας Βοιωτίας, Υπουργείο Εφοδιασμού και Διανομών, «Περί αντικαταστάσεως Προέδρου ΚΕΔ Χωστίων», Αθήνα, 23 Σεπτεμβρίου 1948

[54] ΓΑΚ Φθιώτιδας, Αρχείο Νομαρχίας Βοιωτίας, Ελληνική Βασιλική Χωροφυλακή, Υποδιοίκηση Χωροφυλακής Θηβών, Αρ. 44/8/6α, Προς κ. Νομάρχην Βοιωτίας, Θήβαι 31 Μαΐου 1949,.

[55] ΓΑΚ Φθιώτιδας, Αρχείο Νομαρχίας Βοιωτίας, Υπουργείο Γεωργίας, Διεύθυνση Γεωργίας Νομού Βοιωτίας, Τμήμα Εποικισμού, Προς τον Εισαγγελέα των εν Λειβαδία Πλημμελειοδικών. αριθ. πρωτ. 3456, Λειβαδιά, 18 Μαρτίου 1950

[56] ΓΑΚ Φθιώτιδας, Αρχείο Νομαρχίας Βοιωτίας, Υπουργείο Γεωργίας, Γενική Διεύθυνση Γεωργίας Ν. Βοιωτίας, Τμήμα Εποικισμού, Αρ. Πρωτ.91, Προς πρόεδρο Κοινότητος Πύργου,[για ψευδείς καταστάσεις βεβαιώσεως συμμοριόπληκτων. Δε δικαιούνταν να λάβουν ζωοτροφές], Λειβαδιά 19 Ιανουαρίου 1950.

[57] ΓΑΚ Φθιώτιδας, Αρχείο Νομαρχίας Βοιωτίας, Γραφείο Νομάρχη, αρ. πρωτ. 864, Προς Διεύθυνση Γεωργίας Νομού Βοιωτίας, Λειβαδιά, 24 Ιανουαρίου 1950

[58] ΓΑΚ Φθιώτιδας, Αρχείο Νομαρχίας Βοιωτίας, Υπουργείο Γεωργίας, Διεύθυνση Γεωργίας νομού Βοιωτίας, Τμήμα Εποικισμού, Προς τον επαρχιακό γεωπόνο Θήβα, κκ Κοινοτικούς γεωπόνους της περιφέρειάς μας, Λειβαδιά, 2 Μαρτίου 1950

[59] Επίσημα Πρακτικά Συνεδριάσεως Βουλής, Δ Αναθεωρητική Σύνοδος Γ, τ. Α ,σ. 219

[60] Καθημερινή, 21 Ιουνίου 1948

[61]  Εθνικός Αγών, 13 Μαΐου 1949. Άμεση αντίδραση Καραμανλή.

[62] Αρχείο Καραμανλή, ο.π., σ. 88 και Καθημερινή, 12 και 13 Φεβρουαρίου 1949

[63]Αρχείο Υπουργείου Εθνικής Πρόνοιας, Νομάρχης Καρδίτσης προς Υπουργείο Εσωτερικών, Αρ Ε.Π. 32, 12 Αυγούστου 1946, µε το οποίο ο Νοµάρχης Καρδίτσας καταθέτει αίτηµα απολύσεως του διευθυντή του Κ.Κ.Π. Καρδίτσας, ο οποίος θεωρείτο ότι ενεργούσε υπέρ των Κομουνιστών. Παρατίθεται στο Στρατάκης, ο.π., σ. 208

[64] Για παράδειγμα Μαργαρίτης, ο.π., σ. 98-99 και D.Η.Close, The Greek Civil War, 1943-1950. Studies of Polarization, London: Routledge, 1993, σ. 220-1

[65] Ίδρυμα Κωνσταντίνου Καραμανλή, Αρχείο Κ. Τσαλδάρη, Φάκελος 23α, Υποφάκελος 1α, «Έκθεσις γενικής καταστάσεως Νομού Πέλλης κατά το τέλος Μαΐου 1947» Από Βουλευτή Πέλλης Δήμο Οικονόμου προς Κ. Τσαλδάρη, Έδεσσα 30 Μαΐου 1947

[66] Μαργαρίτης, ο.π., σ. 97- 99 και Close, ο π., σ. 220-221

[67] Έγγραφα που παρατίθενται στο Στρατάκης, ο.π., από το Αρχείο Υπουργείου Εθνικής Πρόνοιας: Παράρτηµα, έγγραφο 2, από Υ.Ε.Π., το οποίο απευθύνονταν προς την βασίλισσα µε αίτηµα τον διορισµό της συζύγου του αιτούντος στο Κ.Κ.Π. Πύργου.

Advertisements