«Και οι Δήμιοι πεθαίνουν»

Εξ’ αφορμής της προβολής της ταινίας που θα «ανοίξει» σήμερα τη διημερίδα:

Λαϊκές Εξουσίες και Δομές Αυτο-οργάνωσης:

Η έμπρακτη διεκδίκηση μιας άλλης κοινωνίας.

Τα ιστορικά παραδείγματα.
19-20 Μαρτίου 2016 στη Λιβαδειά (θέατρο Μελίνα Μερκούρη – Ζάππειο)
λίγα λόγια…

ΗΠΑ 1943, Φριτς Λανγκ-Μπέρτολτ Μπρεχτ

Ο Μπρεχτ έγραψε το σενάριο της ταινίας όταν ως εξόριστος δούλευε στο Χόλυγουντ. Η βασική του πρόθεση ήταν αφενός να έρθει σε επαφή με τις νέες τεχνικές κινηματογράφου που εμφανίστηκαν στην Αμερική, αφετέρου να τις αξιοποιήσει ώστε να χρησιμοποιήσει τη μαζική τέχνη που λέγεται κινηματογράφος για τον αγώνα ενάντια στο φασισμό. Στηριζόμενος στη ρεαλιστική αφήγηση αξιοποίησε μια καταπληκτική θεματική πολυμέρεια: ιστορίες για δικτάτορες, για κλόουν και εγκληματίες, γι’ αντιστασιακούς αγωνιστές και συνεργάτες του εχθρού, για ιστορικές προσωπικότητες και ανθρώπους της καθημερινής ζωής,  αλλά και μύθους εμπνευσμένους από μια όπερα ή από μια άλλη δραματική ιστορική ταινία.

Ο Μπρεχτ ήθελε, όμως, να ανατρέψει το καθεστώς σεναρίων στο Χόλιγουντ, όπου ακόμα και τα πιο σοβαρά θέματα προσελάμβαναν  αισθηματικό περιεχόμενο, πράγμα που διαπιστώθηκε ήδη το 1942 κατά το γράψιμο του σεναρίου του «Και οι δήμιοι πεθαίνουν». Αρχικά ο Μπρεχτ δούλεψε για μια κινηματογραφική βερσιόν του «Το τραγούδι της γυναίκας του ναζί στρατιώτη» από το έργο «Ο Σβέικ στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο». Όμως η ανάνηψη του Γερμανού στρατιώτη, η δημοκρατική αναμόρφωσή του, δεν ανταποκρινόταν πια στο κλίμα που προανήγγειλε τον ερχομό του ψυχρού πολέμου και απορρίφθηκε από τα κινηματογραφικά studio.

Η επαφή του Μπρεχτ με τον Φριτς Λανγκ την πρώτη χρονιά του στο Χόλιγουντ επέτρεψε τη δημιουργία του φιλμ. Και έστω και αν ο Μπρεχτ δεν επιδοκίμασε, τελικά, την ταινία «Και οι δήμιοι πεθαίνουν», είναι, ωστόσο, μια από τις καλύτερες αμερικανικές ταινίες ενάντια στο φασισμό.

Η ταινία αφορά σε ένα γεγονός, στις 27 Μαΐου 1942, από τα πιο σημαντικά του διεθνούς αντιφασιστικού αγώνα:  σκοτώθηκε στην Πράγα, σε μια ενέδρα ανταρτών, ο Γερμανός διοικητής της Πράγας  Ράινχαρτ Χάιντριχτ. Ο Χάινριχτ, μέλος των SS και επικεφαλής της διαβόητης SD, της υπηρεσίας ασφαλείας των SS, με την ανάληψη της εξουσίας από τους Ναζί στα 1933 επιβλέπει τις μαζικές συλλήψεις κομμουνιστών, καθολικών πολιτικών και συνδικαλιστών που εγκλείονται στο Dahau που εγκαινιάζεται από τον Χάινριχτ. Τον Απρίλιο του 1935 ο Χάινριχτ γίνεται υπαρχηγός της Γκεστάπο,  πρωτοστατεί σε πολιτικές δολοφονίες (η Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών) και οργανώνει σειρά  συλλήψεων, βασανιστηρίων, εκβιασμών, εκτοπίσεων και δολοφονιών των αντιφρονούντων, όχι μόνον ισχυροποιώντας τη θέση του στην ιεραρχία των Ναζί, αλλά γενόμενος ο τρόμος και των ίδιων των Γερμανών πολιτών.

Όταν, τελικά, η Αυστρία προσαρτάται στο Γ΄ Ράιχ, ο Χάιντριχ αναλαμβάνει την εξόντωση των αντιναζιστών και την απέλαση των Εβραίων από τη χώρα. Επιπλέον,  εξαπολύει ένα πογκρόμ ενάντια στους Εβραίους της Γερμανίας, στις 9 Νοεμβρίου του 1938. Ο διωγμός αυτός ξεκίνησε με το σπάσιμο των βιτρινών όλων των εβραϊκής ιδιοκτησίας καταστημάτων, γι’ αυτό και επονομάσθηκε Η Νύχτα των Κρυστάλλων (Kristallnacht). Ακολούθησε η πυρπόληση όλων των εβραϊκών συναγωγών: μέσα σε μια νύχτα κάηκαν 1.350 συναγωγές σε όλη τη χώρα. 30.000 Εβραίοι συνελήφθησαν, κακοποιήθηκαν και κατέληξαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Επιπλέον, ο Χάινριχτ, με εντολή του Χίτλερ, οργάνωσε την εξόντωση των Εβραίων της Πολωνίας, όταν αυτή καταλήφθηκε από το γερμανικό στρατό, και με διαταγή του ιδρύθηκαν τρία τεράστια γκέτο στη Βαρσοβία, την Κρακοβία, το Λοτζ. Η έλλειψη τροφίμων και υγειονομικής περίθαλψης, που προκάλεσε επιδημίες, αλλά και οι εκτελέσεις χωρίς καμία αφορμή είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο περίπου μισού εκατομμυρίου Εβραίων μέχρι τα μέσα του 1941 στην Πολωνία.

Στις 31 Ιουλίου 1941,  ύστερα από νέα εντολή του Χίτλερ, ο Στρατάρχης του Ράιχ  Χέρμαν Γκέρινγκ έδωσε εντολή στον Χάιντριχ να ετοιμάσει ένα γενικό σχέδιο των απαιτούμενων μέτρων για την  «Τελική Λύση» του Εβραϊκού ζητήματος. Ο Χάιντριχ συγκάλεσε, τον Ιανουάριο του 1942, τη Διάσκεψη της Βάνζεε, που θεωρείται η απαρχή του Ολοκαυτώματος. Τα μέτρα και οι φροντίδες του Χάιντριχ εντυπωσίασαν τον Χίτλερ, ο οποίος το Σεπτέμβρη του 1941 του προσφέρει τη θέση του «Προστάτη του Ράιχ» (Reichproteκtor) στην  Τσεχοσλοβακία. Ο Χάιντριχ εγκαθίσταται στην Πράγα και αμέσως σχεδόν με την άφιξή του εγκαθιδρύει το πρώτο γκέτο στο Τερεζίενσταντ (Theresienstadt). Η χώρα αρχίζει να ζει κάτω από διαρκή τρόμο, καθώς ο Χάινριχτ εξαπολύει ανηλεή διωγμό κατά της Τσεχικής αντίστασης. Στην εκεί θητεία του ο Χάιντριχτ αποκτά το προσωνύμιο «ο Χασάπης της Πράγας».

Στις 27 Μαίου 1942 ο Χάιντριχ, σε μια κλειστή στροφή ενός δρόμου στην Πράγμα, αφού το αυτοκίνητο του με δόλο αναγκάζεται να ανακόψει ταχύτητα, δέχεται μια χειροβομβίδα και ο Χάινριχτ πεθαίνει. Η Γκεστάπο και τα SS, στο μεταξύ, εξαπολύουν ανθρωποκυνηγητό για να εντοπίσουν τους δολοφόνους του. 3.000 Εβραίοι  από το γκέτο του Τερεζίενσταντ οδηγούνται για εκτέλεση. Άλλοι 500 συλλαμβάνονται στο  Βερολίνο και 152 από αυτούς εκτελούνται κατά τη διάρκεια της κηδείας του, ως αντίποινα για το θάνατό του. Οι Ναζί του επιφύλαξαν μεγαλοπρεπή κηδεία, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Χίτλερ τον αποκάλεσε «ο άνθρωπος με τη σιδερένια καρδιά»

Κατ, εντολή του Χίτλερ, και ως πράξη εφαρμογής σκληρότερων αντιποίνων, οι άνδρες των SS κυκλώνουν την μικρή κωμόπολη του Λίντιτσε (Lidice) με την (ψευδή) κατηγορία ότι οι κάτοικοί του είχαν βοηθήσει τους εκτελεστές του Χάιντριχτ. Η πόλη υφίσταται μια από τις πιο αποκρουστικές σφαγές του Δευτέρου παγκοσμίου Πολέμου, στις 10 Ιουνίου 1942, δύο χρόνια ακριβώς πριν τη Σφαγή του Διστόμου,  όπου τρεις αξιωματικοί και είκοσι στρατιώτες συστήνουν εκτελεστικό απόσπασμα, από το οποίο μεθοδικά εκτελούνται όλοι οι άνδρες της πόλης άνω των 16 ετών, συνολικά 172 άτομα, με πυρά πυροβόλων όπλων. Την ίδια τύχη έχουν ένδεκα άνδρες που άλλαζαν βάρδια σε παρακείμενο ορυχείο και δεκαπέντε συγγενείς τους, ανεβάζοντας τον αριθμό των θυμάτων σε 198. Εκτελούνται, επίσης, επιτόπου 71 γυναίκες, άλλες επτά οδηγούνται για «ανάκριση» στην Πράγα, όπου επίσης εκτελούνται. Οι υπόλοιπες γυναίκες, 184 συνολικά, οδηγούνται στο στρατόπεδο του Ράβενσμπρικ, απ’ όπου θα επιζήσουν 143. Ενενήντα παιδιά στέλνονται στο στρατόπεδο του Γκάιζενάου (Gneisenau). Η ίδια η κωμόπολη πυρπολείται. Τα ερείπια καταστρέφονται με δυναμίτη και μπουλντόζες την ισοπεδώνουν, διαγράφοντάς την ολοκληρωτικά από το χάρτη, καθώς διατάσσεται η εκτύπωση χαρτών χωρίς το όνομα της πόλης. Από την πόλη απέμεινε μόνο το χωράφι πάνω στυο οποίο ήταν κτισμένη. Με εντολή του Χίμλερ στις 24 Οκτωβρίου 1942 εκτελούνται με αέρια και 242 συγγενείς και φίλοι των κατοίκων του Λίντιτσε, κρατούμενοι στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν.

Για την αναπαράσταση των γεγονότων αυτών ο Μπρεχτ και ο Λανγκ δούλεψαν εντατικά τον Ιούνη και Ιούλη 1943 για το σενάριο  της ταινίας. Εξαιτίας της έλλειψης επαρκών πληροφοριών και της ύπαρξης των πιο διαφορετικών αφηγήσεων, αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε δικές τους εμπνεύσεις. Για εκτελεστή του Χάιντριχτ επινόησαν ένα γιατρό της Πράγας και παρουσίασαν τα γεγονότα με ρεαλιστική «αποστασιοποίηση», ώστε να μην παρασυρθεί ο θεατής συναισθηματικά από την ταινία, αλλά να συγκροτήσει μια συνολική στάση απέναντι στην ανάγκη κάθε ανθρώπου για αντίσταση στην κρατική βαναυσότητα.  Ήδη σ’ αυτή την πρώτη φάση ο Λανγκ δεν θα αποδεχθεί πολλές από τις  δραματουργικές αντιλήψεις του Μπρεχτ, έχοντας στο νου του τις χολιγουντιανές δομές και κλισέ. Ο Λανγκ έψαχνε για έκτακτες, ασυνήθιστες οπτικές εικόνες που ο συνδυασμός τους δημιουργεί εφέ και θεαματικές εντυπώσεις. Είναι ενδιαφέρον το ότι νοιάζεται πολύ για αυτού του τύπου τις οπτικές εκπλήξεις και λιγότερο για το διανοητικό αποτέλεσμα που η ταινία γεννά. Σε πολλά σημεία της ταινίας φαίνεται ότι ο Μπρεχτ δεν μπόρεσε να επιβάλει τις απόψεις του στο Λανγκ.

Πάντως ο Μπρεχτ άφησε το έντονο ίχνος του στην ταινία. Η σκηνή αποχαιρετισμού   του καθηγητή πριν από την εκτέλεση,  με τη διατύπωση  ότι οι τώρα ακόμα ισχυροί εισβολείς θα εκδιωχτούν, ότι η χώρα θα γίνει ελεύθερη και θα κυβερνιέται από το λαό συνοψίζει το μήνυμα της ταινίας.  Η Τσεχοσλοβακία «θα είναι μια χώρα όπου όλοι οι άντρες, οι γυναίκες και τα παιδιά θα έχουν αρκετό φαγητό και αρκετό καιρό για να διαβάζουν και να σκέπτονται – και να μιλάνε μεταξύ τους για πράγματα που αφορούν την ευημερία τους. Όταν έρθει αυτή η μέρα, να μην ξεχάσεις-πληροφορεί το γιο του ο καθηγητής-  ότι ελευθερία δεν είναι τα όσα έχει κανείς δικά του, ένα καπέλο – ας πούμε – ή ένα κομματάκι ζάχαρη. Αληθινά, πρέπει να αγωνίζεσαι για την πραγματική ελευθερία. Και πρέπει να με θυμάσαι, όχι επειδή είμαι ο πατέρας σου, αλλά για το ότι κι εγώ έπεσα σ’ αυτόν το μεγάλο αγώνα». Αυτή η σκηνή που κορυφώνει το έργο έχει μια μουσική επένδυση που πέρασε έντεχνα στην ταινία ο Χανς Αϊσλερ, ο συνθέτης του «Και οι δήμιοι πεθαίνουν». Για το χορωδιακό αυτό τραγούδι του τέλους, το «Ποτέ συνθηκολόγηση», έβαλε ως μουσική το Τραγούδι της Κομιντέρν του 1929.

Η ομάδα μελέτης ιστορίας του Ν. Βοιωτίας

Advertisements