Η ΕΠΟΝ

Του Μιχάλη Λυμπεράτου


Η ΕΠΟΝ, η Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων, ιδρύθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 1943, με πρωτοβουλία της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ Νέων. Σε αυτή ενσωματώθηκαν η Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας του ΚΚΕ, η ΟΚΝΕ, που στον μεσοπόλεμο οργάνωσε όλους τους νεανικούς αγώνες της εποχής, η Σοσιαλιστική Επαναστατική Πρωτοπορία της Ελλάδας του ΣΚΕ (του κόμματος του Γ. Πασαλίδη), η Λαϊκή Επαναστατική Νεολαία της ΕΛΔ (του εαμικού κόμματος του Ηλ. Τσιριμώκου), η Αγροτική Νεολαία Ελλάδας (του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδας του Κ. Γαβριηλίδη), η Ενιαία Εθνικοαπελευθερωτική Εργατοϋπαλληλική Νεολαία του Εργατικού ΕΑΜ, η Ενιαία Μαθητική Νεολαία, ο θεσσαλικός «Ιερός Λόχος», η «Λεύτερη Νέα», η Ένωση Νέων Αγωνιστών Ρούμελης, η Φιλική Εταιρεία Νέων.

Η ΕΠΟΝ γρήγορα εξελίχθηκε σε μια οργάνωση που συσπείρωσε την πλειοψηφία της νεολαίας της χώρας, κατακτώντας τον πρωτοφανή, για τα μέχρι τότε δεδομένα της χώρας, αριθμό των 600.000 μελών, με 32.000 μέλη της να συμμετέχουν ένοπλα και στον ΕΛΑΣ. Με κύριο πολιτικό της όργανο την εφημερίδα «Νέα Γενιά», η ΕΠΟΝ βοήθησε στην ίδρυση σχολείων, οργάνωσε συσσίτια, προσέφερε κοινωφελές έργο, βοήθησε στη Μάχη της Σοδειάς, κατέγραψε τις τεράστιες εκπαιδευτικές ελλείψεις, δημιούργησε λαϊκές βιβλιοθήκες και αναγνωστήρια, βοήθησε στη δημιουργία δεκάδων εφημερίδων και νεανικών εντύπων κλπ.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η δημιουργία της ΕΠΟΝ έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην ανάπτυξη του εαμικού φαινομένου και τη μαζικοποίηση του αντιστασιακού ενεργήματος. Και αυτό για δύο λόγους. Ο πρώτος αφορά στο γεγονός ότι, για πρώτη φορά στη νεώτερη ελληνική πολιτική ιστορία, ενσωματώθηκαν στην αντιστασιακή προσπάθεια, με οργανωμένο τρόπο, οι νέοι, ως διαταξική ομάδα με τα δικά της χαρακτηριστικά. Η παρουσία τους, μέσω της ΕΠΟΝ, της μεγαλύτερης οργάνωσης νέων στην Ευρώπη την περίοδο της Κατοχής, προσέδωσε τη δυνατότητα στην Αντίσταση να επενδύσει στον δυναμισμό και την ορμητικότητα των νέων αυτών, που μέχρι τότε ασφυκτιούσαν στα περιθώρια της κοινωνικής ζωής της συντηρητικής Ελλάδας. Αλλά και να αποκτήσει  το ΕΑΜ μια ακλόνητη πηγή προσπορισμού δυνάμεων για τις μαζικές του κινητοποιήσεις, σε δρόμους, πλατείες, γειτονιές και αλάνες,  μορφές πάλης που απαιτούσαν μια ειδική μορφή συντροφικότητας, όπως αυτή που γεννούσαν τα οδοφράγματα, οι αλυσίδες περιφρούρησης, η αντιμετώπιση των δακρυγόνων και των κατασταλτικών μεθόδων των δυνάμεων Ασφαλείας.

Το δεύτερο πλεονέκτημα που εξασφάλισε η ΕΠΟΝ στην αντιστασιακή προσπάθεια ήταν ότι με τη δράση της επέκτεινε την απήχηση της  αντίστασης αυτής, προσδίδοντάς της τον χαρακτήρα μιας ευρύτατης κίνησης μαζών. Η παρουσία των νέων άνοιξε όλες τις πόρτες των σπιτιών της εποχής,  παρέσυρε και τις πιο συντηρητικές οικογένειες, ανέδειξε, δηλαδή, την αντίσταση ως ενέργημα πάνδημο, συνδεδεμένο με την ενεργοποίηση μιας ολόκληρης κοινωνίας, μοναδική περίπτωση για την Ευρώπη της Κατοχής. Της απέφερε, δηλαδή, χαρακτηριστικά  που ώθησαν ώστε να επιστρατευτούν, πλάι στους νέους, όλες οι ηλικιακές ομάδες, επέκτεινε τις μορφές πάλης, γέννησε την παθητική και την συνέδεσε με την ενεργητική αντίσταση, κατέστησε αναγκαία την άοπλη όσο και την ένοπλη αντίσταση, αλλά και τη συνέδεσε με την ιστορία και την εμπειρία των εργατικών αγώνων στο εσωτερικό των οποίων δεσπόζοντα ρόλο είχαν οι νέοι εργάτες, προβάλλοντας τις δικές τους  μορφές πολιτικής δράσης, νέες μορφές πολιτικοποίησης, νέους τρόπους συλλογικής αυτο-οργάνωσης.

Από την άποψη αυτή η ΕΠΟΝ ήταν μια πολιτική τομή στα ελληνικά δεδομένα που συνδέθηκε αρμονικά με τις απαιτήσεις του αντιστασιακού αγώνα, παράγοντας νέα δεδομένα πολιτικής οργάνωσης. Γιατί, επενδύοντας στη δημιουργικότητα των νεανικών μαζών, αν και τυπικά διατήρησε το πυραμιδωτό ιεραρχικό σχήμα οργάνωσης, εξασφάλισε μια σημαντική αυτονομία σε επίπεδο βάσης της οργάνωσης, κάτι που απελευθέρωνε αυτή τη δημιουργικότητα. Τα Συμβούλια Περιοχών έστελναν στο Κεντρικό Συμβούλιο της ΕΠΟΝ στοιχεία για τη δραστηριότητά τους με τη μορφή εκθέσεων, οργανωτικών καταστάσεων και σχεδιαγραμμάτων, χωρίς να ανταποκρίνονται σε καθορισμένες εντολές, αλλά όπως σε ένα αυθεντικό κίνημα, ως παρέμβαση και αυτενέργεια της βάσης, έχοντας το προνόμιο στην κίνηση της πολιτικής πληροφορίας προς την ηγεσία. Άλλωστε, δεν ήταν ποτέ  πυκνή, σταθερή και συνεχής η επικοινωνία αυτή για να προσιδιάζει σε κάθετη κίνηση εντολών. Και πάντως όχι του τύπου του πολιτικού ελέγχου των κατώτερων κλιμακίων της οργάνωσης, αλλά της  μορφής του συντονισμού και της συνεργασίας των τμημάτων της.

Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και σε επίπεδο ονοματοθεσίας, η ΕΠΟΝ παρέπεμπε στο γεγονός ότι κατακλυζόταν από το συμβουλιακό πνεύμα οργάνωσης, παραπέμποντας ευθέως στο σύστημα των Σοβιέτ της επαναστατικής Ρωσίας. Με την ίδια μορφή που τότε αναπτύχθηκαν τα  σοβιέτ σε επίπεδο εργοστασίου, στρατώνα ή χωραφιών,  κάθε περιοχή που συγκροτούσε το οργανόγραμμα της ΕΠΟΝ καθοδηγούνταν από συμβούλιο που ονομαζόταν «Συμβούλιο Περιοχής». Κάθε Περιοχή εγγραφόταν σε νομούς. Κάθε νομός καθοδηγούνταν από αντίστοιχα «Συμβούλια» νομών, όπως και κάθε επαρχία από ένα «Επαρχιακό Συμβούλιο». Οι μεγάλες πόλεις είχαν Συμβούλια Πόλης, ισοβάθμια με τα συμβούλια νομών.

Αλλά πέραν του τρόπου οργάνωσής της, η ΕΠΟΝ προσιδίαζε σε μέτωπο βάσης, εκεί όπου η συντροφικότητα ήταν ο κύριος μηχανισμός άρθρωσης των εσωτερικών της λειτουργιών. Γιατί, όπως κάθε αυθεντικό κίνημα, έχοντας γεννήσει στα μέλη της μια σχέση προσήλωσης προς τον αντιστασιακό της στόχο, στηριζόμενη στον ενθουσιασμό των μελών της, εμφάνιζε μια μορφή δημοκρατικής λειτουργίας που δεν απαιτούσε καν την ιεραρχική επιβολή για να εξασφαλιστεί η πολιτική συμφωνία στο εσωτερικό της.  Ήταν ο ίδιος ο κοινός στόχος που εκτόπιζε οποιαδήποτε ιεραρχική διαδικασία, καθιστώντας την μη αναγκαία, αφού στη συνέλευση, στο συμβούλιο, η εξαντλητική συζήτηση είχε τον κυρίαρχο ρόλο, ούτε καν ο διαχωρισμός σε μειοψηφίες και πλειοψηφίες στον τρόπο λήψης των αποφάσεων.

Αυτό το κλίμα συντροφικότητας και αντι-ιεραρχικής λογικής αναδεικνύεται και από το ίδιο το περιεχόμενο της αλληλογραφίας των οργανώσεων της ΕΠΟΝ.  Ο τόνος τους ήταν σχεδόν πάντα προσωπικός, φιλικός, συντροφικός, ακόμα και στις επικοινωνίες των οργανώσεων με το Κεντρικό Συμβούλιο της ΕΠΟΝ, ακυρώνοντας τη σοβαροφάνεια των γραφειοκρατικών πρακτικών και την αποστασιοποίηση των ανώτερων κλιμακίων από τα κατώτερα. Δεν υπήρχε πουθενά η αυστηρή και απρόσωπη διατύπωση, η αοριστολογία που συγκαλύπτει πολιτικές αγκυλώσεις, η «ξύλινη» γλώσσα, αλλά μέσα από την ίδια την κινηματική πράξη και τη συλλογικότητα προέκυπτε μια συναισθηματική εκφραστική συνθήκη, μια ανυπόκριτη φόρτιση, ένας έντονο χρώμα, μια επικοινωνιακή αυθεντικότητα. Όταν, για παράδειγμα, κάποτε το Νομαρχιακό Συμβουλίου Λασιθίου της ΕΠΟΝ έστειλε προς το Κ.Σ. της οργάνωσης, 73 οκάδες λαδιού, 10 οκάδες αμυγδαλόψιχας και 15 οκάδες τσικουδιάς, το λάδι ήταν για οικονομική ενίσχυση. Τα άλλα στάλθηκαν, όπως έλεγε το συνοδευτικό έγγραφο, «για να φτιάξετε κανένα αμυγδαλωτό, να πιείτε και καμιά τσικουδιά στην υγειά μας και στην υγειά των σταυραετών μας του ΕΛΑΣ-ΕΠΟΝ»[1]

Αυτό που η ΕΠΟΝ γνώρισε στους ανθρώπους της εποχής εκείνης ήταν η σημασία της ατομικής διαθεσιμότητας, του εθελοντικού πνεύματος, το νόημα του καθημερινού πολιτικού ακτιβισμού. Αυτό φάνηκε αμέσως, στις μεγάλες διαδηλώσεις του Μαρτίου, του  Ιουνίου και του Ιουλίου του 1943 κατά της εργατικής Επιστράτευσης. Δέκα περίπου μέρες χρειάστηκαν στην ΕΠΟΝ, από την αρχική της διακήρυξη, για να συγκροτήσει τεράστιες διαδηλώσεις που συντάραξαν την Αθήνα, προσελκύοντας από το πουθενά, χωρίς καμιά ιδιαίτερη διεργασία, μεγάλες μάζες νέων, ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε αυθεντικού ιστορικού μαζικού κινήματος. Αλλά κυρίως απελευθέρωσε την κοινωνική αλληλεγγύη που απαιτούσαν οι στιγμές, ειδικά στις διαδηλώσεις του Ιουνίου του 1943, όταν οι κατασταλτικές δυνάμεις του εχθρού χτύπησαν με 40 νεκρούς και 250 περίπου τραυματίες το άοπλο πλήθος.  Ήταν τότε που κάθε Αθηναίος έσπευσε να ανοίξει τις πόρτες των σπιτιών του στους διωκόμενους, τους γιατρούς  να συγκροτήσουν συνεργεία από τα γύρω νοσοκομεία για να περιθάλψουν τους τραυματίες, τους πολίτες να συλλέξουν φάρμακα και επιδέσμους. Ήταν το δέος των απλών ανθρώπων απέναντι σε αυτούς τους νέους που μάχονταν με απαράμιλλο θάρρος, που ώθησε τον λαό να τους συμπαρασταθεί, όπως και στο Πολυτεχνείο, αρκετά χρόνια αργότερα. Γιατί ήταν νέοι που δεν δίσταζαν ούτε μπροστά στα άρματα μάχης, όπως η 17χρονη Ελένη Παπαγεωργίου που εκτελέστηκε όταν χαστούκισε ένα Γερμανό αξιωματικό, ή στις 22 Ιουλίου 1943, σε μια άλλη διαδήλωση, η Παναγιώτα Σταθοπούλου που συνεθλίβη κάτω από τις ερπύστριες, όταν εμπόδισε με το κορμί της ένα τανκ να διαλύσει τη νεανική πορεία που συμμετείχε.  Ποιος θα μπορούσε να αντισταθεί στο παράδειγμα άλλων επονιτισών, όπως της Κούλας Λίλη και της Όλγας Μπακόλα που πυροβολήθηκαν εν ψυχρώ, όταν προσπάθησαν να σταματήσουν ένα τανκ, κτυπώντας τον οδηγό του, με τα τακούνια των παπουτσιών τους;

Να σημειωθεί ότι, όπως και κάθε κοινωνικό κίνημα, η ΕΠΟΝ διέθετε αιτήματα  που υπερέβαιναν τις απαιτήσεις της ιστορικής συγκυρίας, προεκτείνοντας τους αγώνες της στο μέλλον, πηγή από την οποία αντλούσε τον δυναμισμό της. Γιατί η αιτηματολογία της, όπως διατυπώθηκε στα κείμενα της, ήταν, όχι μόνο κατά του φασισμού, αλλά και του ιμπεριαλισμού και του πολέμου, πράγμα που την κατέστησε την πρώτη, ιστορικά, εκδήλωση του ελληνικού νεανικού ειρηνιστικού κινήματος, ίσως μετά από αυτό που συγκρότησαν οι Έλληνες φαντάροι ως «Παλαιοί Πολεμιστές» στον στρατό της Μικράς Ασίας στα 1922. Δεν είναι τυχαίο ότι, προς τιμήν της, το ειρηνιστικό κίνημα της μετεμφυλιακής περιόδου εναντίον του Ψυχρού Πολέμου και των Πυρηνικών, η «Πανελλήνια Επιτροπή Οπαδών της Ειρήνης», οι νέοι του «Συνδέσμου Μπ. Ράσελ» και το «Φιλειρηνικό Μέτωπο Νέων» είχαν στη προμετωπίδα τους τα σύμβολα της ΕΠΟΝ.

Το ίδιο καθοριστικός ως πρότυπο για το μετέπειτα νεανικό κίνημα ήταν ο τρόπος που η ΕΠΟΝ συγκρότησε τους πολλαπλούς τρόπους  διάχυσης του αντιστασιακού επιχειρήματος ως μια αυθεντική κινηματική οργάνωση. Τηρώντας, απαρέγκλιτα, το πάγιο χαρακτηριστικό μιας κίνησης μαζών, δηλαδή την έμφαση που αυτή δίνει στο θέμα της ποιότητας ζωής και στη διεκδίκησή της, η ΕΠΟΝ  τη συνέδεσε με την Αντίσταση και με την προστασία του λιμοκτονούντος πληθυσμού που στέναζε χωρίς τρόφιμα και τη στοιχειώδη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Όμως, ανάμεσα στα συσσίτια και τα λαϊκά φαρμακεία που δημιούργησε, οργάνωνε τους νέους σε παρέες, ομάδες και λέσχες με ακραιφνώς πολιτιστικά χαρακτηριστικά, τους έβαζε να τραγουδούν, έστηνε τα σκηνικά για τα θέατρα της αντίστασης, προέβαινε σε φιλολογικές βραδιές για τους φοιτητές, οργάνωνε βιβλιοθήκες και λαϊκά αναγνωστήρια. Το πιο, όμως, σημαντικό ήταν ότι οι οργανώσεις της ΕΠΟΝ έφτιαχναν εκατοντάδες εφημερίδες, έντυπες και πολυγραφημένες, ακόμα και χειρόγραφες, τόσες περίπου όσες ήταν και οι εφημερίδες του ΕΑΜ. Αυτές ήταν χώρος έκφρασης, αλλά και πεδίο επικοινωνίας των νέων της εποχής, ακόμα και κώδικας έκφρασης συναισθημάτων, ακόμα και μέσω ποιημάτων με αόριστους αποδέκτες. Μόνο το υπάρχον Αρχείο της ΕΠΟΝ περιλαμβάνει 173 τίτλους εφημερίδων και άλλων περιοδικών εκδόσεων, εκτός από τις εφημερίδες τοίχου.

Επιπλέον, οι οργανώσεις της ΕΠΟΝ, μετά από εντολή της ΠΕΕΑ, ανέλαβαν να συνδημιουργήσουν την παιδεία της Αντίστασης. Ξεκινώντας από την καταγραφή των κατεστραμμένων σχολείων, τον αριθμό των μικρών μαθητών που είχαν σταματήσει το σχολείο και την επισκευή των υπαρχόντων αιθουσών διδασκαλίας, οι Επονίτες και οι Επονίτισσες έβρισκαν βιβλία για τους μαθητές, οι μεγαλύτεροι δίδασκαν με τη μορφή του αλληλοδιδακτισμού στα σχολεία, έφτιαχναν το φαγητό των μαθητών, επισκέπτονταν τα σπίτια για να πείσουν τους γονείς να στείλουν αγόρια, αλλά και κορίτσια, στο σχολείο. Οργάνωναν παιδικές βραδιές, κουκλοθέατρο, παιδικές λέσχες και αυτοσχέδιες θεατρικές παραστάσεις. Ειδικά μέσα στα πανεπιστήμια το φοιτητικό τμήμα της ΕΠΟΝ μοίρασε χιλιάδες προκηρύξεις, υπέβαλε εκατοντάδες εκθέσεις και υπομνήματα για τη σίτιση των φοιτητών, για την επαναλειτουργία των πανεπιστημιακών σχολών που είχαν κλείσει, για να δοθούν δωρεάν συγγράμματα, να συσταθεί Ταμείο Απόρων Σπουδαστών (ΤΑΣ), να εξασφαλιστεί η στέγαση των φοιτητών της επαρχίας κλπ.

Ίσως, όμως, η σημαντικότερη κοινωνική προσφορά της ΕΠΟΝ ήταν ότι συνέτεινε στην ένταξη του κοριτσιού και της γυναίκας στην πολιτική και κοινωνική διαδικασία. Ως αυθεντικό κίνημα κατέρριψε τους φυλετικούς ρόλους και τις έμφυλες πρακτικές αποκλεισμού, σε μια κοινωνία ακραία πατριαρχική. Γιατί οι επονίτικες οργανώσεις ήταν ο υποδοχέας και το εφαλτήριο της εισόδου της γυναίκας και της νέας στην αντιστασιακή ζωή και την κοινωνία. Μέσα από τις δημοκρατικές διαδικασίες η γυναίκα βρήκε ισότιμη θέση με τον άνδρα σε όλες τις πολιτικές και πολιτιστικές διαδικασίες. Έγινε η συντρόφισσα και η συναγωνίστρια, τη γνώμη της οποίας όφειλε να σεβαστεί και να υπερασπιστεί η οργάνωση. Και μάλιστα να της παραχωρήσει και το δικαίωμα να την εκπροσωπεί πολιτικά. Τα χωνιά στις διαδηλώσεις δεν τα κρατούσαν μόνο νέοι, αλλά και κοπέλες, όπως η νεαρή Ελπίδα στις διαδηλώσεις για την επιστράτευση. Δεν είναι τυχαίο ότι το ισχυρότερο πλήγμα που δόθηκε στις ανδροκρατικές νοοτροπίες στην ελληνική ιστορία ήταν όταν κλιμάκια του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ,  σε μια εποχή που δεν ψήφιζαν οι γυναίκες, επιφορτισμένα με τη διεξαγωγή των εκλογών της Αντίστασης, του Απριλίου του 1944, γύριζαν από σπίτι σε σπίτι με τα ψηφοδέλτια της ΠΕΕΑ ανά χείρας, ζητώντας και από τις γυναίκες να ψηφίσουν, και μάλιστα να εκλέξουν και γυναίκες αντιπροσώπους στην ΠΕΕΑ.

Ήταν δε η πρώτη φορά που εμφανίστηκαν στην Ελλάδα γυναικεία νεανικά περιοδικά. Η  «Ελεύθερη Κρητικοπούλα» στα Χανιά, τα Ζωντανά Νειάτα, «όργανον της Οργανώσεως των Κοριτσιών του νομού Αχαΐας», η Σουλιωτοπούλα, της ΕΠΟΝ Άρτας ή η Φωνή της Νέας στη Θεσσαλία, ήταν ένα ισχυρό ράπισμα στους μακραίωνους αποκλεισμούς που υφίστατο οι γυναίκες της εποχής.

Πέραν αυτών, η ΕΠΟΝ λειτούργησε ώστε να συγκροτηθούν και ένοπλα σώματα νέων που υπερασπίζονταν τους χώρους δουλείας και κοινωνικής αναφοράς των νέων. Κυρίως ως εφεδροελασίτες που περιφρουρούσαν τις αποθήκες τροφίμων που είχε κατάσχει η Αντίσταση, ως φρουροί της συγκομιδής στη μάχη της σοδειάς, αλλά και ως φύλακες του φοιτητικού πληθυσμού από τους οπλοφόρους των συνεργατών των κατακτητών που κυκλοφορούσαν μέσα στα πανεπιστήμια. Ο λόχος «Λόρδος Μπάιρον», ο Ιερός Λόχος των Σπουδαστών του Πολυτεχνείου, έδωσε μάχες πόρτα-πόρτα, δρόμο με τον δρόμο, περιφρουρώντας τις πολιτικές λειτουργίες των εαμικών οργανώσεων. Σταδιακά ένας τελικός αριθμός από 30.000 περίπου Επονίτες και επονίτισες χρησιμοποιήθηκαν στις ένοπλες οργανώσεις του ΕΑΜ. Γιατί σύμφωνα με τη διαταγή του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ, που εκδόθηκε στις 30 Νοεμβρίου 1943, οι νέοι είχαν κατακτήσει με τον μαζικό αγώνα τους το δικαίωμα να υπερασπίζονται και ένοπλα την πατρίδα, και για αυτό θεωρήθηκε επιτακτική απαίτηση να οριστεί η συγκρότηση υποδειγματικών ανταρτοομάδων ΕΛΑΣ-ΕΠΟΝ στα συντάγματα κάθε μεραρχίας, μία για το σύνταγμα, και από μία για κάθε ένα από τα τρία τάγματα που το αποτελούσαν.

Αξιολογώντας την τομή που προκάλεσε η ΕΠΟΝ στην ελληνική κοινωνία, πρέπει να αναφερθεί ότι δεν είναι προφανώς τυχαίο ότι ήταν αυτή στις δύσκολες στιγμές του εμφυλίου, που αν και  τέθηκε εκτός νόμου με τον περιβόητο νόμο Ν.509 του 1947, ανέλαβε να στελεχώσει τις δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού, να συντηρήσει το κίνημα των πόλεων, αλλά και μετά τον εμφύλιο, να βοηθήσει, έστω και παράνομη, την ανασυγκρότηση της ελληνικής Αριστεράς. Οι «νέοι μακρονησιώτες», ο Π. Κατερίνης, ο Αν. Μπριλλάκης, ο Κ. Φιλίνης, η «Ανεξάρτητη Ομάδα Ν. Μπελογιάνης», ο Ν. Νικηφορίδης κα ήταν οι πρώτοι των πρώτων στον νέο αγώνα. Ακόμα και όταν η ΕΠΟΝ διαλύθηκε, με απόφαση της 8ης Ολομέλειας του ΚΚΕ που διεξήχθη τον Γενάρη του 1958, στα πλαίσια της απόφασης για διάλυση των Κομματικών Οργανώσεων Βάσης του ΚΚΕ,  όλες οι νέες νεανικές οργανώσεις που τη διαδέχθηκαν, όπως η Νεολαία της ΕΔΑ και οι Λαμπράκηδες, ήταν το πνεύμα της ΕΠΟΝ που διεκδίκησαν και πάνω στο οποίο στηρίχθηκαν.

Είναι προφανές ότι η ιστορική εμπειρία της ΕΠΟΝ αποδεικνύει δύο πράγματα: αφενός ότι χωρίς τη νεολαία δεν είναι δυνατόν να συγκροτηθεί ένα κίνημα που να μπορεί να δώσει μάχες σε μαζικό επίπεδο. Αφετέρου, χωρίς αυτές δεν είναι δυνατόν να υπάρξει εκείνης της μορφής το κίνημα, ως ασφαλιστική δικλείδα, ώστε να μην εκφυλιστούν οι πολιτικοί αγώνες σε κοινοβουλευτικές πρακτικές, και να διαφυλάξουν τον χαρακτήρα μιας ολομέτωπης σύγκρουσης με τους μηχανισμούς καταπίεσης του καπιταλιστικού κράτους. Ούτε, βέβαια, και να επιτρέψουν στο κράτος να απορροφήσει τις κοινωνικές δυναμικές και να τις εκφυλίσει, παράγοντας απογοήτευση και παραίτηση. Αυτό το ήξερε καλά το μετεμφυλιακό κράτος, και για αυτό ολόκληρη τη δεκαετία του 1950, ενώ επέτρεπε στην ΕΔΑ να υπάρχει ως κόμμα, απέκλειε και κατέστειλε όλες τις μαζικές της οργανώσεις, με έμφαση τη νεολαία της. Όταν, όμως, η ΕΔΑ, με τις συμμαχίες που συγκρότησε, έσπασε το κλίμα αυτό, τότε επιταχύνθηκε η επανεμφάνιση της Αριστεράς στην πολιτική σκηνή. Η αυθόρμητη είσοδος των νέων στις οργανώσεις της επέβαλε και τους Λαμπράκηδες και το κίνημα του 114,  και αυτά με τη σειρά τους, με τις μεγάλες διαδηλώσεις των Ιουλιανών, έφεραν το αστικό σύστημα στα πρόθυρα της κατάρρευσης, 16 μόνο χρόνια μετά το τέλος του εμφυλίου. Το ίδιο συνέβη και με το Πολυτεχνείο, όπου το Φοιτητικό Κίνημα, πιθανόν και σε πείσμα κάποιων κομματικών περιορισμών, έδωσε τη μάχη με το χουντικό καθεστώς, και αποτέλεσε την προμετωπίδα μιας πιο εκτεταμένης σύγκρουσης, την οποία απέτρεψαν οι Συνταγματάρχες με την επιστράτευση των τανκς.

Σήμερα, ειδικά το διάστημα της εφαρμογής των μνημονίων, εκτός από αξιοσημείωτες εξαιρέσεις, δεν υπάρχει ο νεανικός παλμός που θα μπορούσε να κεφαλαιοποιήσει τις  μαζικές αντιδράσεις και ρήξεις στις γειτονιές, στα σχολεία, τα πανεπιστήμια, τους χώρους δουλειάς, τα πεζοδρόμια και τις πλατείες. Το βασικό αίτιο ήταν η απουσία του μεγάλου όγκου της νεολαίας από τους κινηματικούς αγώνες, κυρίως σε συνάρτηση με τα υψηλά ποσοστά ανεργίας και την ανικανότητα του λαϊκού κινήματος να οργανώσει στο εσωτερικό του τους άνεργους νέους. Το παράδειγμα της ΕΠΟΝ, τα Ιουλιανά, το Πολυτεχνείο αποδεικνύουν περίτρανα ότι η νεολαία είναι αυτή που θα επιταχύνει τις εξελίξεις. Και χωρίς αυτή, και τις κινηματικές διαδικασίες βάσης που θα προκύψουν με δική της πρωτοβουλία, θα καθυστερήσει η ανασυγκρότηση των εργατικού κινήματος, ειδικά σήμερα που τα επίδικα διεκδικητικά αντικείμενα είναι το ίδιο πολλά και σοβαρά, όπως και στο παρελθόν.

8380001

πηγή: Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Θεωρίας

[1] ΑΣΚΙ, Αρχείο Κ.Σ. ΕΠΟΝ, Α210.

Advertisements