Ο Θατσερισμός και η καταγωγή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών

Του Μιχάλη Λυμπεράτου


Η εποχή της Θάτσερ στη Μ. Βρετανία άλλαξε την πολιτική και την οικονομική εικόνα του κόσμου. Προσδιόρισε και προσδιορίζει τόσο την κρίση του παγκόσμιου εργατικού κινήματος, όσο και τις πολιτικές που εφαρμόζονται σε επίπεδο διεθνών οργανισμών, κρατών, κεφαλαίων και περιφερειακών οικονομικών ολοκληρώσεων τύπου Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γιατί τα μνημόνια, οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές παρεμβάσεις, οι στρατηγικές του κεφαλαίου σε κάθε χώρα, οι δημοσιονομικές πολιτικές προσδιορίζονται από αυτό που στην οικονομική θεωρία ονομάζεται νεοφιλελευθερισμός, παρότι κάποιοι με αστεία προσχήματα δείχνουν να το ξεχνούν (προφασιζόμενοι την ανάπτυξη). Ήταν η οικονομική πρακτική που εγκαινίασε και υλοποίησε απολύτως ακραία και αποφασιστικά η Θάτσερ στη Βρετανία στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και για περίπου 20 χρόνια, που δεν αναιρέθηκε επί της ουσίας ποτέ,  αλλά είναι το κρατούν οικονομικό δόγμα και σήμερα, εδραιωμένο στην αναπαραγωγή όξυνσης των παγκόσμιων οικονομικών και ταξικών διαφορών,  επιδικάζοντας ένα μέλλον κοινωνικής περιθωριοποίησης για ένα μεγάλο τμήμα του βρετανικού λαού και της παγκόσμιας κοινωνίας.

Ο νεοφιλελευθερισμός ή και μονεταρισμός στη χρηματική εκδοχή του που εφάρμοσε πρώτη σε τέτοια έκταση η Θάτσερ, στηρίζεται σε μια βασική ιδέα: ότι το κράτος επεμβαίνει και δε ρυθμίζει τη ζήτηση, αλλά την προσφορά. Η ρύθμιση της ζήτησης, που εμφανίστηκε ιστορικά με τη μορφή του κευνσιανισμού, προσπάθησε να αντιμετωπίσει τις κρίσεις υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου, βελτιώνοντας τους όρους ζήτησης του κεφαλαίων και των προϊόντων που παρήγαγε. Γιατί κρίση υπερσυσσώρευσης σημαίνει αύξηση του όγκου και του κόστους παραγωγής, καθήλωση των διεθνών ποσοστών του κέρδους, πτώση των τιμών λόγω υπερβάλλουσας προσφοράς. Ο κευνσιανισμός, μπροστά στην τεράστια κρίση που προκλήθηκε στα 1929 επένδυσε κρατικά κεφάλαια στην οικονομία, προώθησε μεγάλη προσφορά χρήματος και χαμηλά επιτόκια, ώστε να κινηθεί ο παραγωγικός μηχανισμός λόγω και της επέκτασης της ζήτησης. Κυρίως, όμως, βελτίωσε τα εισοδήματα των εργαζομένων ώστε να ενισχυθεί η κατανάλωση και αντιμετώπιζε με παροχή εργασίας και ανάπτυξη τα υψηλά ποσοστά ανεργίας που προκαλούσε η κρίση υπερσυσσώρευσης και η καταστροφή κεφαλαίων που συνεπαγόταν.

Δεδομένου ότι αυτή η οικονομική στρατηγική είχε το μειονέκτημα ότι με την παροχή χρήματος προκαλούσε μεγάλες πληθωριστικές πιέσεις, αλλά και σε σχέση με το γεγονός ότι οι κρίσεις του καπιταλισμού δεν αντιμετωπίζονται ούτε έτσι, λόγω της εγγενούς αναρχίας που επικρατεί στο καπιταλιστικό σύστημα και την ανεξέλεγκτη ανάπτυξή του, (σημειωτέον ότι την κρίση του 1929 έλυσε ουσιαστικά ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος με την καταστροφή περίσσιας κεφαλαίων που προκάλεσε και την απορρόφηση του πλεονάζοντος προϊόντος μέσω της πολεμικής βιομηχανίας), άρχισε μια συζήτηση στους διεθνείς οικονομικούς κύκλους να επιχειρηθούν λύσεις που να εγκαταλείψουν τελείως τη ζήτηση και να επικεντρωθούν στο κόστος παραγωγής. Έτσι, όταν εμφανίστηκε μετά την  πετρελαϊκή κρίση του 1973, η νέα κυκλική κρίση, η οποία παρακολούθησε τη μείωση του κόστους των εξοπλισμών σε παγκόσμια βάση, στην οποία υποβλήθηκαν όλα τα κράτη, δεδομένης της ανικανότητας πλέον να απορροφούν οι εξοπλισμοί την πλεονάζουσα παραγωγή και να διατηρούν υψηλά τα μέσα ποσοστά κέρδους, τότε θεωρήθηκε ότι έπρεπε να αξιοποιηθεί το χαρτί του νεοφιλελευθερισμού. Έναντι της νέας κρίσης υπερυσσώρευσης που ξέσπασε, το σύστημα γύρισε στον 19ο αιώνα, με το κράτος νυχτοφύλακα της οικονομίας και την ελευθερία του επιχειρηματία να θεωρείται η λυδία λίθος στην αντιμετώπιση της κρίσης.  Από την πολιτική στήριξης της ζήτησης του New Deal του Ρούζβελτ φτάσαμε στις πολιτικές στήριξης της «προσφοράς», που συνδέθηκε με περιοριστικές νομισματικές πολιτικές και λιτότητα, αυτό, δηλαδή, που ονομάστηκε μονεταρισμός. Τα κράτη δεν δαπανούν χρήματα γιατί αυτά αυξάνουν τις τιμές των προϊόντων και τα κεφάλαια υπολείπονται ανταγωνιστικών δυνατοτήτων. Η κρίση της ζήτησης με βάση το νεοφιλελεύθερο δόγμα θα οδηγούσε σε υποχώρηση των τιμών των προϊόντων, ακόμα και αν αυτή ήταν αποπληθωρισμός, δηλαδή φαινόμενο συρρίκνωσης του όλου όγκου της παραγωγής.

Η νέα λογική την οποία εφάρμοσε πρώτη η Θάτσερ υπαγορεύει να γίνονται παρεμβάσεις που να κρατούν τις τιμές των προϊόντων σε χαμηλά επίπεδα. Πρωτίστως, να μην προσφέρεται χρήμα από το κράτος σε επίπεδα που να αυξάνουν τις τιμές, να μην στηρίζονται προβληματικά κεφάλαια, αλλά αυτά να αφήνονται να τα καταστρέψει ο ανταγωνισμός, να διατηρούνται υψηλά σχετικά επιτόκια για να περιορίζονται οι άχρηστες και μη άμεσα επικερδείς επενδύσεις. Ο αγρότης, για παράδειγμα, να μετατρέπεται σε επιχειρηματία και να εγκαταλείπεται στη μοίρα του, όταν χρειαστεί να αγοράσει ένα ακριβό σπόρο ή δεν έχει τρόπο να αποσοβήσει τις κακές χρονιές.

Ο κύριος στόχος του νέου μοντέλου «απορρύθμισης» των αγορών ήταν να εξασφαλιστεί χαμηλό κόστος παραγωγής με την καθήλωση των μισθών των εργαζομένων και τη μείωση του «έμμεσου μισθού» (κυρίως ασφαλιστικής και κοινωνικής πρόνοιας), ενώ παράλληλα, να αποσπάται όσο το δυνατόν μεγαλύτερη υπεραξία από τον εργαζόμενο, όχι μόνο με την καθήλωση των μισθών, αλλά και σε επίπεδο εξαντλητικής αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας του με τη μορφή της εντατικοποίησής της και των τεχνικών μετατροπής του εργαζόμενου σε μηχανή που δεν χασομερά, δεν κάνει διαλείμματα, δε συνδικαλίζεται, δεν έχει εργασιακά δικαιώματα, δεν έχει ωράρια, και δε διαμαρτύρεται για τις συνθήκες και την ένταση της εργασίας αυτής. Οι εργαλειοθήκες του ΟΟΣΑ κάτι γνωρίζουν περί αυτού.

Στην ίδια βάση το νέο σύστημα επέβαλε να μειωθεί το κόστος του κράτους που δημιουργεί ελλείμματα στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών των επιμέρους χωρών, συρρικνώνοντας τις δημόσιες δαπάνες, αυξάνοντας τους φόρους (και συνεπακόλουθα τη φοροδιαφυγή),  ενισχύοντας τις πολιτικές λιτότητας, περιορίζοντας τις πιστώσεις και εφαρμόζοντας δημοσιονομικές πολιτικές που αφήνουν την κοινωνία και τα μικρά κεφάλαια εντελώς εκτεθειμένα στον ανταγωνισμό. Οι πολιτικές ανατίμησης του νομίσματος, συνήθως με τη μορφή της εισαγωγής σε μια χώρα «σκληρών» νομισμάτων, όπως του ευρώ, χρησιμοποιούνται ως το κύριο εργαλείο αντιπληθωριστικής πολιτικής, παρότι αυτό υποβαθμίζει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα χωρών, όπως η Ελλάδα, με χαμηλό, συγκριτικά, επίπεδο παραγωγικότητας της εργασίας και βιομηχανική ανάπτυξη. Η αποβιομηχάνιση που προκλήθηκε μόλις εισήχθη το ευρώ στην Ελλάδα ήταν πραγματικά πρωτοφανής.

Και ενώ όλες αυτές οι πολιτικές δημιουργούν ανεργία, κλίμα απο-επένδυσης, στασιμοπληθωρισμό, τεράστια ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών, καταναλωτική κρίση, καταστροφή κεφαλαίων και υποδομών, υπο-απασχόληση κεφαλαίων, υπερχρέωση, συρρίκνωση των μεσαίων στρωμάτων  κλπ, θεωρείται ότι αυτό αποτελεί μια στρατηγική απολύτως αναγκαία, ως ο μοναδικός δρόμος διατήρησης του επιπέδου ζωής τμήματος των ανθρώπων μιας κοινωνίας (στην Ελλάδα ονομάζεται μονόδρομος του Ευρώ). Γιατί για τους αμύντορες του νεοφιλελευθερισμού έτσι  θα δημιουργηθούν πρωτογενή πλεονάσματα που θα πληρώσουν τα χρέη και θα ικανοποιήσουν τα συμφέροντα πάσης φύσεως δανειστών, θα βελτιώσουν την πιστοληπτική ικανότητα μιας χώρας(να δανείζεται περισσότερο), θα εξασφαλιστεί στα κεφάλαια που θα επιβιώσουν ανταγωνιστικό κόστος παραγωγής, θα διευρυνθούν οι δυνατότητες αξιοποίησης κρατικών παραγωγικών κεφαλαίων και υποδομών από ιδιώτες (ιδιωτικοποιήσεις), θα μεταφερθούν πόροι που θα περικοπούν από τις κοινωνικές δαπάνες και θα δοθούν σε ιδιώτες για την υποτιθέμενη ανάπτυξη, θα εξασφαλιστούν μειώσεις στο έμμεσο κόστος εργασίας που αφορά στη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας και των εξόδων κοινωνικής ασφάλισης κλπ. Η θατσερική πολιτική θα βοηθήσει, επιπλέον, να αντιμετωπιστεί το κόστος από την άναρχη και κερδοσκοπική συμπεριφορά των τραπεζών, επιτρέποντας δανεισμούς, που θα εξασφαλίσουν «ανακεφαλαιοποιήσεις» (τις οποίες θα πληρώσουν οι λαοί).

Το πόσο όλα αυτά τα μονεταριστικά οικονομικά εργαλεία λύνουν τα οικονομικά προβλήματα φαίνεται από τη μεσοπρόθεσμη συνεχή επανάληψη των πρόσφατων κρίσεων, η ένταση των οποίων, παρά τις χρηματοπιστωτικές στρατηγικές που επιβλήθηκαν, ξεπέρασαν κάθε όριο και συχνότητα, δημιουργώντας διαλυτικά φαινόμενα, όπως η κρίση του 2008 με τα subprimes loans και τη φούσκα των υποθηκών στις ΗΠΑ, τη κατάρρευση της Lehman Brothers, την κάθετη διεθνή πτώση των τιμών των μετοχών και τη μετατροπή της τραπεζικής κρίσης σε κρίση χρέους για τις χώρες της περιφέρειας. Ωστόσο, αν και οι πολιτικές αυτές δεν αποτρέπουν τη γενική καθίζηση, και μάλιστα την επιτείνουν, προσποιούνται πως λύνουν το πρόβλημα και γίνονται αποδεκτές επειδή το κεφάλαιο ενδιαφέρεται πρωτίστως για άμεσες λύσεις. Μόνο το κράτος μπορεί να ρυθμίσει τις κρίσεις του κεφαλαίου, προσδίδοντας  μια κάποια προοπτική, αλλά σε εποχές κρίσης, εν τη απουσία ενός οργανωμένου εργατικού κινήματος, δεν είναι σε θέση να υπερβεί τις απαιτήσεις του βραχυπρόθεσμου καπιταλιστικού συμφέροντος. Μόνο όταν η κατάσταση συμπαρασύρει και άλλα κεφάλαια επεμβαίνει με την έννοια μιας άρρητης εντολής προάσπισης του γενικού κεφαλαιοκρατικού συμφέροντος, όπως έκανε το αμερικανικό κράτος αφήνοντας την Lehman Brothers να καταρρεύσει στα 2008-9 για να μην μεταδώσει την κρίση παντού. Εκτός, βέβαια, από τις φτωχές χώρες και τους εργαζομένους.

Στην πραγματικότητα η εφαρμογή και η επιβολή στρατηγικών που επιδιώκουν να επιλύσουν την κρίση, συρρικνώνοντας το κόστος εργασίας προϋποθέτουν την ευάλωτη κατάσταση που βρίσκεται η εργατική τάξη μιας χώρας και την ύπαρξη ή όχι αντιστάσεων από την πλευρά της. Το αστικό καθεστώς κινητοποιεί έναν τεράστιο ιδεολογικό μηχανισμό για να πείσει για τους «μονόδρομους» που προκύπτουν, όπως έγινε στη Βρετανία, όταν ένας μεγάλος αριθμός οικονομολόγων και κεφαλαιοκρατών επέβαλαν τη λογική ότι ο μονεταρισμός ήταν η μόνη λύση. Όμως δεν αρκούσε αυτό. Στην Αγγλία της Θάτσερ όλα προσδιορίστηκαν και προέκυψαν δυνάμει μιας κεφαλαιώδους ήττας της εργατικής τάξης της χώρας που συντελέστηκε πριν καν εκδηλωθεί ο θατσερισμός, ο οποίος αξιοποίησε τη μειονεκτική κατάσταση στην οποία βρέθηκε το βρετανικό εργατικό κίνημα την προηγούμενη δεκαετία, λόγω της αδυναμίας του να αναπτύξει και να επεκτείνει τις κατακτήσεις του. Κορυφαία στιγμή ήταν η εμφάνιση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στη χώρα, δημιουργώντας κρίση πανικού πρωτίστως στα ίδια τα εργατικά συνδικάτα που ανακάλυπταν πόσο απροστάτευτο είχαν αφήσει το εργατικό κίνημα της χώρας την εποχή, μάλιστα, που θεωρούσαν ότι ήταν παντοδύναμα.

Στην ουσία, όταν, τον Μάιο του 1979, οι Συντηρητικοί στη Μεγάλη Βρετανία κέρδισαν τις εκλογές και διατήρησαν την κυβέρνηση για τα επόμενα 18 χρόνια, το γεγονός επιστέγασε μια κεφαλαιώδη διαδικασία διαλυτικής κρίσης της εργατικής τάξης και των οργανώσεών της στη χώρα, αλλά και του ευρωπαϊκού προλεταριάτου γενικότερα. Κρίση πρωτίστως λόγω της αδυναμίας να σταματήσει η προϊούσα μετάλλαξη της παγκόσμιας εργατικής τάξης, λόγω του τρόπου που αντιμετωπίστηκε η παγκόσμια οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1970 με ευθύνες των ίδιων των συνδικάτων. Αντί να εξορθολογιστεί το σύστημα με κοινωνικό έλεγχο και ικανοποίηση των συλλογικών αναγκών, υπήρξε ως απάντηση μια εκρηκτική ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού τομέα, -που σημειωτέον στηρίζεται στην υλική παραγωγή και εξαρτάται από αυτήν και όταν αποσυνδεθεί από αυτήν θα παράγει «φούσκες»-, διεθνοποίηση των τραπεζών, γονυκλισίες των ίδιων των συνδικάτων στο ιδανικό της παγκοσμιοποίησης, περιορισμός των επιμέρους εθνικών κρατών να σχεδιάζουν την οικονομία, θέτοντας περιορισμούς στα διεθνοποιημένα κεφάλαια, άναρχη πολιτική ιδιωτικού δανεισμού και εκτίναξη χρεών των χωρών, ιδίως του Τρίτου Κόσμου. Η εργατική τάξη της χώρας δεν έκανε το διεθνιστικό της καθήκον και επέτρεψε στα ανεπτυγμένα κράτη να μην θέτουν περιορισμούς στην κίνηση των δανειακών κεφαλαίων, στέρησε από αυτά τη δυνατότητα να επιβάλουν κευνσιανές πολιτικές στήριξης της εργασίας και αφέθηκαν οι εταιρίες να μειώνουν την οργανική σύνθεση των κεφαλαίων τους απολύοντας εργαζόμενους και τα ισχυρά κράτη  να αντιμετωπίζουν τις κρίσεις, δανείζοντας αφειδώς και πνίγοντας οικονομικά τον Τρίτο Κόσμο.

Αυτή η υποταγή στα κελεύσματα της νεοφιλελεύθερης αντιμετώπισης της κρίσης του διεθνούς κεφαλαίου είχε ως αποτέλεσμα μια εκτεταμένη συρρίκνωση των βιομηχανικών εργατών στις ανεπτυγμένες χώρες από το 50% περίπου του συνόλου που ήταν στη Βρετανία και το Βέλγιο- και λίγο χαμηλότερα στη Νορβηγία, τη Σουηδία, την Αυστρία και την Ολλανδία- στα 1950, ώστε να φτάσουν στο εντυπωσιακό ποσοστό του 32% στη Βρετανία και σε επίπεδα του 16-18% στις άλλες χώρες. Τα ίδια συνέβησαν και στον άλλο τομέα της υλικής παραγωγής, στον αγροτικό τομέα που συρρικνώθηκε ως μέρος του ΑΕΠ, ενώ κατά εκατομμύρια οι εργαζόμενοι οδηγήθηκαν στο εμπόριο και σε γραφεία. Το φαινόμενο της ραγδαίας αποβιομηχάνισης άλλαξε όλη την Ευρώπη, αφού εκτός από πρώην κραταιούς βιομηχανικούς τομείς που συρρικνώθηκαν μέχρι εξαφάνισης (σιδηρουργία, χαλυβουργία, ανθρακωρυχεία, ναυπηγεία, υφαντουργεία, κατασκευές μηχανών και μέσων παραγωγής), εμφανίστηκαν υψηλά ποσοστά ανδρικής ανεργίας, εκτεταμένη εργασία γυναικών μερικής απασχόλησης, υπερδιόγκωση του τομέα της εστίασης και της διατροφής, των τουριστικών επαγγελμάτων και των υπαλλήλων γραφείου, αλλά και γεωγραφική, οικονομική και παραγωγική, ανισοκατανομή. Για παράδειγμα, στην ίδια τη Βρετανία, από τις συνολικές 2200.000 θέσεις εργασίας που χάθηκαν την πενταετία 1978-1983, το 30% των θέσεων αυτών χάθηκαν στη Βόρεια Αγγλία, την Ουαλία, τη Βόρεια Ιρλανδία και τη Σκωτία, ενώ οι βιομηχανίες απομακρύνθηκαν από τα αστικά κέντρα της χώρας, την ίδια στιγμή που μεγάλες βιομηχανικές πόλεις, όπως το Λίβερπουλ, το Μάντσεστερ, το Λιντς, το Ανατολικό Λονδίνο αποβιομηχανοποιήθηκαν πλήρως, με τις πολιτικές και πολιτιστικές συνέπειες που αυτό είχε.

Αυτές τις κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές δεν μπόρεσε να αφομοιώσει η οργανωμένη εργατική τάξη της εποχής και οι συνδικαλιστικές ήττες, που είχαν συντελεστεί στο προηγούμενο διάστημα, αποδείχθηκαν διαλυτικές. Από τις πιο σημαντικές ήταν το γεγονός ότι η εργατική τάξη της χώρας είχε, την εποχή των παχιών αγελάδων, παραδοθεί στον κρατικισμό και στον κρατικό συνδικαλισμό που είχαν επιβάλει οι Εργατικοί, δημιουργώντας ένα κορπορατιβιστικό μοντέλο «κοινωνικής συμφιλίωσης» που καθόριζε το ύψος των μισθών με κρατικές αποφάσεις, ενώ παρέδιδε τα συνδικάτα σε έναν ακραίο οικονομισμό (είχαν σταδιακά εξαφανιστεί οι διεκδικήσεις για ποιότητα ζωής και εργασίας, για εργατικό έλεγχο, για κοινωνική ανάπτυξη και ενίσχυση του κράτους πρόνοιας). Η εξέλιξη αυτή  κατασκεύασε στα συνδικάτα τη λογική του μετόχου στην οικονομική ανάπτυξη και της προαγωγής των συμφερόντων της εταιρίας, με αποτέλεσμα, όταν τα συνδικάτα δέχθηκαν την επίθεση, να εμφορούνται από τη λογική του προδομένου και της «πισώπλατης μαχαιριάς», και να βαυκαλίζονται με την προσδοκία της «διόρθωσης» από πλευράς της βρετανικής αστικής τάξης για λόγους πατριωτισμού.

Σταδιακά, η βάση των εργατών χειραφετήθηκε από τις συνδικαλιστικές ηγεσίες, όταν φάνηκε το αδιέξοδο και άρχισαν πολύ πιο δυναμικές απεργίες, αν και τα κρατικοδίαιτα συνδικάτα έπαιξαν έντονα το χαρτί του «Κοινωνικού Συμβολαίου», που κατέληξε σε προτάσεις περί συγκράτησης των μισθών για «εθνικούς λόγους», οι οποίες, τελικά, οδήγησαν σε κυβερνητικές ρυθμίσεις για αυξήσεις μισθών και ημερομισθίων κάτω από τον πληθωρισμό. Τα πρωτοβάθμια συνδικάτα άρχισαν να ανατρέπουν αυτές τις λογικές, και μαζί τους και την κυβέρνηση των Εργατικών που τις προώθησε, αλλά ήταν πια αργά. Η Θάτσερ επιστρατεύθηκε για να σαρώσει αυτές τις αναλαμπές εργατικού συνδικαλισμού από τη βάση, αφού δεν είχε τα «κωλύματα» των εργατοπατέρων Εργατικών. Υπήρχε και το εμπόδιο ότι η αστική τάξη της χώρας είχε προσφάτως εντάξει τη Βρετανία στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και μαζί έφερε, τον Δεκέμβριο του 1976, και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, μαζί με προγράμματα λιτότητας για να βοηθήσουν τη χώρα να «προσαρμοστεί» υποτίθεται στις απαιτήσεις της ένταξής αυτής. Ήταν η ίδια ακριβώς περίοδος που οι συνδικαλιστικές ηγεσίες της εποχής, υποκείμενες στη λογική του ευρωπαϊκού «δρόμου», εγκατέλειψαν τη διεκδίκηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και άρχισαν να υπογράφουν συμφωνίες με την κάθε εταιρία ξεχωριστά για να «διευκολυνθεί» η πορεία της κάθε επιχείρησης, και της χώρας, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Υπέγραφαν, έτσι, και την απορρόφησή τους στον διοικητικό μηχανισμό των επιχειρήσεων και επομένως το τέλος του ακηδεμόνευτου βρετανικού συνδικαλιστικού κινήματος.

Με τις συνδικαλιστικές ηγεσίες να ανακαλύπτουν την αναγκαιότητα της «ελεύθερης αγοράς», η Θάτσερ ήρθε απλώς να επισημοποιήσει αυτήν την πραγματικότητα και να δρέψει τις συνέπειες από αυτήν, ολοκληρώνοντας τη διαδικασία κρίσης του  βρετανικού εργατικού κινήματος. Μάλιστα, στα πλαίσια των υπολειμμάτων της λογικής του παλιού οικονομισμού, αρκετά συνδικάτα υπέγραφαν συμφωνίες ακόμα και για την απαγόρευση των απεργιών με αντίτιμο μισθολογικές αυξήσεις σε κάποια συνδικαλιστικά κλιμάκια. Η Θάτσερ από την πλευρά της, με σειρά νόμους έθεσε νέους κανόνες για το πώς γινόταν μια απεργία, πώς θα λαμβάνονταν οι αποφάσεις στα συνδικάτα, πώς θα εκπληρώνονταν οι υποχρεώσεις των εργαζομένων από τις συμβάσεις που υπέγραφαν σε επίπεδο εταιρίας, πώς θα σχηματίζονταν οι ομάδες ασφαλείας σε περίπτωση απεργίας. Το αποτέλεσμα ήταν να επικρατήσει μια κοινοβουλευτική εκλογικιστική λογική μέσα στις εργατικές οργανώσεις και να περιορίζονται οι εξαντλητικές συζητήσεις και οι ζυμώσεις οι οποίες θωράκιζαν την αλληλεγγύη των εργαζομένων. Η περαιτέρω συνέπεια ήταν οι απεργοσπάστες να μπλοκάρουν τις αποφάσεις, οι μη συνδικαλισμένοι εργάτες να καθορίζουν τις επιλογές των συνδικάτων, ακόμα και με επιστολική ψήφο, και οι τυπικές ενστάσεις περί νομιμότητας του αποτελέσματος να μην επιτρέπουν σε απεργίες να προκηρυχθούν.

Η αποφασιστική μάχη, σε ένα υπονομευμένο πεδίο, δόθηκε με την εκπληκτική απεργία των ανθρακωρύχων στα 1984-85, όταν η κυβέρνηση της Θάτσερ αποφάσισε να συγκρουστεί με το πιο ισχυρό και μαχητικό συνδικάτο της Βρετανίας. Επωφελήθηκε από τη χαμηλή διεθνή ζήτηση άνθρακα, αύξησε τα κρατικά αποθέματα σε κάρβουνο για να μην υπάρχει έλλειψη από την ενδεχόμενη παράταση της απεργίας και επιστράτευσε χιλιάδες αστυνομικούς για να διαλύσουν τις ομάδες περιφρούρησης και να επιτρέψουν στους απεργοσπάστες να σπάσουν τις απεργίες. Το Εργατικό Κόμμα δεν στήριξε την απεργία, όπως και το Συμβούλιο των Βρετανικών Συνδικάτων (TUC), ανώτερο τριτοβάθμιο συνδικαλιστικό όργανο, με αποτέλεσμα τον Μάρτιο του 1985 να ηττηθεί η απεργία, και να απολυθούν τελειωτικά όσοι ανθρακωρύχοι απέμειναν στα 1992-93.

Μαζί με τους ανθρακωρύχους ηττήθηκε το σύνολο της εργατικής τάξης της χώρας. Κύμα απολύσεων εκδηλώθηκε, συνδικαλισμένοι εργάτες εκδιώκονταν από τα εργοτάξια, τα ποσοστά ανεργίας εξακοντίστηκαν, η συνδικαλιστική πυκνότητα έπεσε κάθετα και το δυναμικό των  συνδικάτων περιορίστηκε κατά 4.000.000 περίπου μέλη σε 5 μόλις χρόνια. Οι επικεφαλείς των συνδικάτων κινήθηκαν ακόμα πιο δεξιά,  ενώ το συνδικάτο των Ηλεκτρολόγων και των Υδραυλικών, το τρίτο μεγαλύτερο στη χώρα, υιοθέτησε πλήρως και διατυμπάνιζε υπέρ της αναγκαιότητας των θατσερικών μεταρρυθμίσεων. Άλλα συνδικάτα δεν δίσταζαν να εγγράψουν ως μέλη τους απεργοσπάστες και να εκδιώκουν από τα πινάκιά τους τούς απεργούς, ενώ εγκαταλείφθηκε πλήρως η λογική διεκδίκησης συλλογικών συμβάσεων. Ο μέσος βασικός μισθός μειώθηκε, με εξαίρεση έναν καλοπληρωμένο πυρήνα εργατών, συνήθως συνδικαλιστών, με τους υπόλοιπους εργαζομένους να προσλαμβάνονται με προσωρινές συμβάσεις, χωρίς ασφαλιστικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα

Advertisements