Μια ματιά στις ζαπατιστικές κοινότητες των ιθαγενών στην πολιτεία Τσιάπας, Νοτιοανατολικό Μεξικό

του Νίκου Κοκκάλα ⃰


Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 το Μεξικό, ακολουθώντας σταθερή πορεία προς την πλήρη αποδοχή του νεοφιλελευθερισμού, ετοιμάζεται να υπογράψει τη συμφωνία για τη Ζώνη Ελεύθερου Εμπορίου της Βόρειας Αμερικής. Στα ηνία της χώρας βρίσκεται το Θεσμικό Επαναστατικό Κόμμα (Partido Revolucionario Institucional – PRI), το ίδιο κόμμα που κυβερνά επί 70 χρόνια, έχοντας δημιουργήσει μηχανισμούς και δεσμούς εξάρτησης που πολύ δύσκολα μπορούν να αντιμετωπιστούν ή να αντικατασταθούν από κάτι διαφορετικό. Η κυβέρνηση διαλαλεί την προσήλωσή της στη δημοκρατία και στον δρόμο που χαράζουν οι αναπτυγμένες χώρες.

Ωστόσο, όπως συνέβαινε πάντα και όπως συμβαίνει παντού, υπάρχει και η άλλη πλευρά. Ένα πλήθος αποκλεισμένων συρρέουν στις μεγάλες πόλεις αναζητώντας κάποια διαφορετική προοπτική για την επιβίωση. Κυρίως, κατευθύνονται στην ομοσπονδιακή πρωτεύουσα, την Πόλη του Μεξικού, η οποία γίνεται μία από τις μεγαλύτερες πληθυσμιακά πόλεις του κόσμου, υπολογίζοντας τους κατοίκους της περίπου στα 25 εκατομμύρια. Ομοίως, το μεταναστευτικό ρεύμα κατευθύνεται και προς τις ΗΠΑ, άλλοι για μόνιμη εγκατάσταση και άλλοι για εποχική απασχόληση, με όλα τα δεινά που συνοδεύουν τους μετανάστες: ανασφάλεια, καταστολή, ρατσιστικές αντιδράσεις, τοίχους-φράχτες στα σύνορα.

Στη συντριπτική τους πλειονότητα οι Μεξικανοί είναι μιγάδες, απόγονοι ιθαγενών και λευκών. Ωστόσο, ανά τη μεξικανική επικράτεια, παραμένουν στα πατρογονικά τους εδάφη ιθαγενείς φυλές, πολλές από τις οποίες διεκδικούν ενεργά την ιδιαιτερότητά τους και το δικαίωμα στην ύπαρξη.

Η Τσιάπας είναι μία από τις 31 πολιτείες που συνθέτουν τις Ηνωμένες Μεξικανικές Πολιτείες, όπως είναι η επίσημη ονομασία της χώρας. Η Τσιάπας, με πληθυσμό περί τα 4 εκατομμύρια, εκ των οποίων το ένα τρίτο ιθαγενείς Μάγια, αποτελεί πλούσια περιοχή και βρίσκεται στο στόχαστρο της αγοράς, αφού τα ορυκτά, ο καφές, ο τουρισμός και η ξυλεία υπόσχονται μεγάλα κέρδη. Αυτή η προοπτική, όμως, προσκρούει στο εμπόδιο που ονομάζεται «ιθαγενείς κοινότητες».

Οι ιθαγενείς της περιοχής είναι φύλλα Μάγια, που χωρίζονται σε πολλές γλωσσικές ομάδες: τσελτάλ, τσοτσίλ, τοχολαμπάλ, τσολ κ.ά. Κατοικούν στο βόρειο τμήμα της πολιτείας, καθώς και στα Υψίπεδα. Πρόκειται για κοινότητες απομονωμένες, αποκομμένες από την υπόλοιπη χώρα και πολιτεία, με τις οποίες δεν ασχολείται κανείς έξω από τα όριά τους, σαν να μην υπάρχουν, αφού, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του σύγχρονου κόσμου, είναι οπισθοδρομικές και δεν συντελούν στην πρόοδο της ανθρωπότητας, εφόσον αυτή λογίζεται ως χρηματοπιστωτική ανάπτυξη και κατοχή υλικών αγαθών.

Ασφαλώς, οι σχέσεις στο εσωτερικό των κοινοτήτων ή μεταξύ των κοινοτήτων δοκιμάζονται από κοινωνικές διεργασίες. Τις προηγούμενες δεκαετίες μια μερίδα, κυρίως νέων, αμφισβήτησε έντονα τη δομή των παραδοσιακών κοινωνιών και ήρθε σε ρήξη με τη συντηρητική παράδοση, με τους πρεσβύτερους και το σύστημα αξιωμάτων που αντιπροσωπεύουν. Ζητούσαν άλλη προοπτική, μακριά από τον απομονωτισμό και τον αυταρχισμό. Και εκφράζονται με τις αγροτικές ιθαγενικές ενώσεις, αλλά και στους κόλπους Εκκλησίας. Πράγματι, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην όλη διαδικασία. Ο Σαμουέλ Ρουίς, από το 1960 επίσκοπος του Σαν Κριστόμπαλ ντε λας Κάσας (σημαντική πόλη της Τσιάπας, η οποία περιτριγυρίζεται από ιθαγενείς κοινότητες), υπήρξε δραστήριος υποστηρικτής της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, του θεολογικού ρεύματος που αναπτύχτηκε εκείνα τα χρόνια στους κόλπους του καθολικισμού της λατινόφωνης Αμερικής. Με απλά λόγια, πρόκειται για ανάγνωση της Βίβλου με τα μάτια των φτωχών, οι οποίοι ξέρουν καλά να διακρίνουν την αδικία. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν και άλλα καθολικά, καθώς και προτεσταντικά ρεύματα.

Αρκετές ήταν, επίσης, και οι αριστερές οργανώσεις που δραστηριοποιήθηκαν στην περιοχή. Ωστόσο, δεν κατάφεραν να ριζώσουν, αφού δεν είχαν στόχο να συνδράμουν στις καθημερινές κοινωνικές διαδικασίες των κοινοτήτων, αλλά έριξαν το βλέμμα τους στην Τσιάπας για καθοδήγηση των ιθαγενών και των αγώνων τους.

Οι πρώτοι μαχητές του Εθνικοαπελευθερωτικού Ζαπατιστικού Στρατού (Ejército Zapatista de Liberación Nacional – EZLN), οι οποίοι εμφανίστηκαν στην περιοχή το 1983, ακολούθησαν διαφορετική πορεία. Προέρχονταν από το βόρειο Μεξικό, απόγονοι των Εθνικοαπελευθερωτικών Δυνάμεων (Fuerzas de Liberación Nacional – FLN), αντάρτικης αριστερής οργάνωσης που είχε ήδη υποστεί την καταστολή και είχε διαλυθεί. Η επαφή τους με τους ιθαγενείς ήταν δύσκολη, αφού μιλούν και αυτοί μια γλώσσα ξένη για τους ντόπιους, μια γλώσσα που ακούγεται γενικά και αόριστα να αναφέρεται σε μια άλλη κοινωνία βασισμένη στη διατήρηση ή απόρριψη των ήδη καθιερωμένων κοινωνικών δομών και ισορροπιών, ενώ η ιδιαιτερότητα των ιθαγενών καταλαμβάνει πολύ μικρό κομμάτι στην όλη συλλογιστική. Οι ιθαγενείς, καχύποπτοι απέναντι στους λευκούς (λευκοί = δυνάστες) και τους μιγάδες, δυσπιστούν. Χρόνια αργότερα, ο υποδιοικητής Μάρκος, ως εκπρόσωπος των ζαπατίστας, θα ομολογήσει ότι αυτή υπήρξε η πρώτη ήττα του EZLN, ήττα που τον έφερε σε επόμενο στάδιο και τον ανάγκασε να αφουγκραστεί τον λόγο και τις σκέψεις των ιθαγενών, και τελικά να ανακαλύψει τον πλούσιο πολιτισμό τους και τον δημιουργικό προσανατολισμό τους. Οι δύο κόσμοι που ήρθαν σε επαφή αναζήτησαν με πολλή υπομονή τις συγκλίσεις αλλά και τις διαφορές, έτσι ώστε να αναζητηθούν νέες συγκλίσεις. Οι δύο κόσμοι κατάφεραν να φτιάξουν έναν καινούριο, μια πρώτη συνεισφορά στο όραμα του ζαπατιστικού κινήματος για έναν κόσμο που να χωράει πολλούς κόσμους. Το 1992, όταν όλος ο πλανήτης γιορτάζει τα 500 χρόνια από την άφιξη του Χριστόφορου Κολόμβου στην Αμερική, γεγονός που οι κατακτητές ονόμασαν «ανακάλυψη της Αμερικής», οι μαχητικοί ιθαγενείς της Τσιάπας οργανώνουν δημόσιες συγκεντρώσεις για να αποτίσουν φόρο τιμής στα 500 χρόνια αντίστασης και να δηλώσουν την παρουσία τους.

Σιγά σιγά, και χωρίς σχεδόν κανείς απέξω να αντιληφθεί το παραμικρό, οργανώνεται ένας, μάλλον υποτυπώδης, στρατός που θέλει να αντιπαρατεθεί στην καθεστηκυία τάξη και κραυγάζει «Φτάνει πια!» στην αδικία και στον αφανισμό. Οι κοινότητες της Τσιάπας που είναι αποφασισμένες να πολεμήσουν τον αργό θάνατο συγκροτούν αθόρυβα αποτελεσματικές δομές διεκδίκησης της ζωής.

Την 1η Ιανουαρίου 1994, ημέρα την οποία τίθεται σε εφαρμογή η Ζώνη Ελεύθερου Εμπορίου της Βόρειας Αμερικής, ο ζαπατιστικός στρατός, που αποτελείται από άντρες και γυναίκες ιθαγενείς της Τσιάπας με καλυμμένα τα πρόσωπα («κρύψαμε τα πρόσωπά μας για να μας δείτε», έλεγαν οι ίδιοι), κάνει την εμφάνισή του στις κυριότερες πόλεις της Τσιάπας, θέτοντας 13 θεμελιώδη αιτήματα: γη, δουλειά, τροφή, στέγη, υγεία, εκπαίδευση, ανεξαρτησία, δικαιοσύνη, ελευθερία, δημοκρατία, ειρήνη, πολιτισμός, δικαίωμα στην πληροφόρηση. Ακολουθούν μάχες με τον κυβερνητικό στρατό και μια ανέλπιστη κινητοποίηση σε ολόκληρο το Μεξικό, και ιδίως στην πρωτεύουσα, για τον τερματισμό των εχθροπραξιών και για την ειρήνη, αναγκάζοντας τις δύο πλευρές να ξεκινήσουν ειρηνευτικές συνομιλίες. Και ενώ, από τη μια πλευρά, οι επίσημες συνομιλίες και συμφωνίες δεν εγγυώνται παρά μόνο πίστωση χρόνου, από την άλλη η άμεση επαφή του EZLN με τη μεξικανική κοινωνία είχε ως αποτέλεσμα να ξεκινήσει μια μακρά περίοδος συνομιλιών, ανταλλαγής απόψεων και ιδεών, συμφωνιών και διαφωνιών. Οι επαφές των ιθαγενών ανταρτών με το υπόλοιπο Μεξικό, αλλά και με τον υπόλοιπο κόσμο, διευρύνθηκαν και γονιμοποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό.

Το ζαπατιστικό κίνημα εμφανίστηκε σε μια περίοδο όπου μόλις είχαν καταρρεύσει τα καθεστώτα του ανατολικού μπλοκ. Η Δύση κομπάζει για την υλική, αλλά και την ιδεολογική της νίκη. Για το τέλος της Ιστορίας! Και εκεί που φαίνεται ότι ο κόσμος έχει πάρει πια την οριστική του πορεία· όταν ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» παραδίδεται στην αμφισβητούμενη καπιταλιστική δημοκρατία· όταν τα κλασικά αριστερά αντάρτικα κινήματα φαίνεται να έχουν εξαντλήσει τον λόγο και τις δυνατότητές τους, εμφανίζεται το ζαπατιστικό κίνημα με έναν διαφορετικό, αιρετικό λόγο ως μέσο έκφρασης. Η κλασική αριστερή φρασεολογία εγκαταλείπεται από τους μαρξιστές αντάρτες και προσαρμόζεται στη νέα πραγματικότητα που εμπλούτισε το ιδεολογικό τους υπόβαθρο. Η επαναστατική πρωτοπορία αφήνει θέση στη θεμελιώδη φράση «κυβερνάμε υπακούοντας», ταιριάζοντας καλύτερα με τις κοινότητες των ιθαγενών, που έχουν τους δικούς τους τρόπους να συζητούν και να καταλήγουν σε αποφάσεις. Τα συνθήματα που προβάλλονται («ένας κόσμος που να χωράει πολλούς κόσμους», «δημοκρατία, δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια», «κυβερνάμε υπακούοντας») δίνουν υπόσταση στον λόγο των ιθαγενών, ενώ, παράλληλα, ακούγονται αναζωογονητικά στα αυτιά πολλών στον υπόλοιπο κόσμο, που έχουν κουραστεί από τη δογματική φρασεολογία.

Ο Εθνικοαπελευθερωτικός Ζαπατιστικός Στρατός συγκροτήθηκε από ιθαγενείς και μερικούς μιγάδες Μεξικανούς, και έμελλε να απασχολήσει μεγάλο μέρος του κόσμου από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε δημόσια. Από την παράδοση των αντάρτικων κινημάτων της λατινόφωνης Αμερικής διατηρεί τον προσδιορισμό «εθνικοαπελευθερωτικός», αφού ο στόχος για εθνική απελευθέρωση από κάθε ξένο ή ντόπιο δυνάστη παραμένει στην πρώτη γραμμή. Είναι στρατός με αποστολή την περιφρούρηση των ιθαγενών κοινοτήτων, εφόσον και όποτε αυτές το ζητήσουν. Αντλεί τις αναφορές του από την ιστορία των λαϊκών αγώνων του Μεξικού, και ο Εμιλιάνο Ζαπάτα, πρωταγωνιστής της Μεξικανικής Επανάστασης του 1910-20 για γη και ελευθερία, αποτελεί τον βασικό εκφραστή του κινήματος. Κίνημα εθνικό, που δεν διεκδικεί απόσχιση κάποιας επικράτειας ώστε να εγκαθιδρυθεί ανεξάρτητη κρατική οντότητα, αλλά την ένταξη των αποκλεισμένων στην κοινωνία. Ένταξη με ίσους όρους, με ίσα δικαιώματα, με αμοιβαίο σεβασμό για τις πολιτισμικές ή όποιες άλλες ιδιαιτερότητες, όχι αφομοίωση και υποταγή στα κελεύσματα ενός παγκόσμιου αρπακτικού οικονομικού συστήματος με αντάλλαγμα υποσχέσεις για υλικά αγαθά. Αλλά και κίνημα διεθνιστικό, που επιδιώκει να έρθει σε επαφή με ομάδες και άτομα από το Μεξικό και τον υπόλοιπο κόσμο, και κυρίως με τους αποκλεισμένους του πλανήτη, ώστε να επηρεάσει και να επηρεαστεί. Οι έννοιες του αποκλεισμού και της διαφορετικότητας συγκρούονται, αποτελώντας βασικό χαρακτηριστικό της ζαπατιστικής θεωρίας. Κάθε κοσμοθεώρηση είναι μερική και δεν μεταβιβάζεται ούτε μετακομίζει σε άλλες γωνιές του κόσμου, αφού κάθε πραγματικότητα εμπεριέχει δική της μίξη ενεργών συστατικών, και, σε ό,τι την αφορά, αυτή και μόνον αυτή δικαιούται και οφείλει να εγκρίνει τις μεθόδους των αγώνων της και τις αποφάσεις για την κοινωνική της οργάνωση. Ο όρος «αξιοπρέπεια» εισάγεται στο πολιτικό λεξιλόγιο, και γίνεται άμεσο αίτημα ενός κινήματος που απευθύνεται στον κόσμο από τα κάτω και αριστερά.

⃰  μεταφραστής

 υ.γ. η παρούσα δημοσίευση αποτελεί μέρος της ανακοίνωσης «Μια ματιά στις κοινότητες των ιθαγενών στο Τσιάπας του Μεξικού»  στη διημερίδα: Λαϊκές Εξουσίες και Δομές Αυτο-οργάνωσης: η έμπρακτη διεκδίκηση μιας άλλης κοινωνίας. Τα ιστορικά παραδείγματα, που πραγματοποιήθηκε στη Λιβαδειά στις 18- 20/3/2016

Advertisements