Οι θεσμοί της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης στην Ελεύθερη Ελλάδα 1841-1944

του Προκόπη Παπαστράτη⃰


Σε μία φτωχή χώρα στα Βαλκάνια, όπως η Ελλάδα την περίοδο του μεσοπολέμου, αλλά στην πραγματικότητα σε όλες τις φτωχές χώρες, η κεντρική εξουσία στην πρωτεύουσα σπάνια είναι ικανή ή ενδιαφέρεται να αντιμετωπίσει τοπικά προβλήματα σε απομονωμένες αγροτικές περιοχές.  Αυτό ισχύει και για τα  χωριά στην ορεινή περιοχή της Ευρυτανίας.  Σε ένα από αυτά τα χωριά, το Καροπλέσι, ιδρύεται η «Φιλοπρόοδος Ένωσης Καροπλεσίου» το καλοκαίρι του 1933. Σκοπός του σωματείου είναι να επιλύσει τις ντόπιες αγροτικές διαφορές (βοσκοτόπια, ζωοκλοπές ξυλεία, ποτιστικά δικαιώματα, αγροτικοί δρόμοι, κλπ) που έχουν καταστρεπτικές συνέπειες στις σχέσεις των χωριανών οι οποίοι καταφεύγουν στα δικαστήρια, 15 ώρες πεζοπορία,  ξοδεύοντας χρόνο και χρήμα. Έτσι συστήνεται «Η Συμβιβαστική Επιτροπή Καροπλεσίου» που γρήγορα εξελίσσεται σε παραδειγματικό  «Λαϊκό Δικαστήριο» με μεγάλη επιτυχία. Αυτή η προσπάθεια υιοθετείται  και από τα γειτονικά χωριά με αποτέλεσμα να αντιδράσουν οι δικηγόροι ζητώντας από τον εισαγγελέα να διατάξει τη διάλυση τους.  Η Δικτατορία του Μεταξά διαλύει το 1937 αυτά τα λαϊκά δικαστήρια μετά από επιτυχημένη τετραετή λειτουργία τους.[1]

Η Κατοχή που ακολουθεί δημιουργεί  νέες καταστάσεις με την αναχώρηση των κρατικών λειτουργών για τα μεγάλα αστικά κέντρα. Με αυτές τις συνθήκες, οι ζωοκλοπές και ληστείες ξαναεμφανίστηκαν, παραδοσιακές συνήθειες στις αγροτικές περιοχές που είχαν τα τελευταία χρόνια εξαφανιστεί.

Η αντίδραση είναι γρήγορη.  Η πρώτη επιτροπή ιδρύεται τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου του 1941 και αρχίζει τη δράση της στην ίδια περιοχή όπου λειτούργησε επί 4 χρόνια  η «Φιλοπρόοδος Ένωσης» Καροπλεσίου. Ονομάζεται «Επιτροπή Επίλυσης Προβλημάτων  του χωριού της Κόριτσας-Κτημενίων» και χρησιμοποιώντας την εμπειρία της Φιλοπρόοδου Ένωσης επεκτείνει τις εξουσίες της για να καλύψει όλες τις δραστηριότητες που συμβάλλουν  στη καλύτερη ποιότητα ζωής του χωριού.  Δεν είναι σύμπτωση, ότι ο Γιώργος Μπέϊκος, τοπικός δημοσιογράφος και κομμουνιστής αλλά και ιδρυτικό μέλος της κίνησης για λαϊκή αυτοδιοίκηση στη δεκαετία του 1930, είναι ο πρωταγωνιστής αυτής της νέας προσπάθειας.  Οι βασικές ιδέες δοκιμάστηκαν με επιτυχία όταν η Ελλάδα ήταν δημοκρατία αλλά τώρα οι συνθήκες είναι πολύ διαφορετικές και επικίνδυνες και συγχρόνως αποτελούν και πρόκληση.  Η Επιτροπή του Χωριού συντάσσει ένα Ιδιωτικό Συμφωνητικό που υπογράφεται από τον ανδρικό πληθυσμό.  Σύμφωνα με αυτό η Επιτροπή αναλαμβάνει όλες τις λειτουργίες του Δημοτικού Συμβουλίου. Αυτό είναι στην πραγματικότητα το πρώτο βήμα να αντικατασταθεί η μέχρι τώρα δομή της κρατικής διοίκησης.  Είναι το πρότυπο που εφαρμόζεται βαθμιδόν σε όλες τις περιοχές της απελευθερωμένης Ελλάδας.  Ο Γ.Μπέϊκος προτείνει, και γίνεται δεκτό, να υπογράψουν εκτός από όλους του άνδρες και οι χήρες του χωριού ως κεφαλές της οικογένειας, υποστηρίζοντας  ότι οι γυναίκες αυτές είχαν επωμιστεί  όλα τα οικονομικά βάρη, για να στηρίξουν την οικογένεια τους και συνεισέφεραν εξ ίσου στα έξοδα του χωριού.[2]

Ένα χρόνο αργότερα, στις αρχές Δεκεμβρίου 1942,  το θέμα της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης παίρνει μία πιο συγκεκριμένη μορφή.  Οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες έχουν αλλάξει.  Το καλοκαίρι του 1941 δεν υπήρχε οργανωμένη Αντίσταση.  Μικρές ομάδες οπλισμένων ανδρών, που είχαν επιστρέψει στα χωριά τους με τα όπλα τους, μετά την κατάρρευση του Μετώπου τον Απρίλιο του 1941, δρούσαν κυρίως στη Μακεδονία χωρίς όμως μεγάλη αποτελεσματικότητα.  Η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου το 1942 σηματοδοτεί τις νέες συνθήκες και δημιουργεί πρόσθετες ευθύνες στις κύριες αντιστασιακές οργανώσεις.  Το ζήτημα της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης παύει να είναι αποτέλεσμα τοπικής πρωτοβουλίας και αποκτά νέες διαστάσεις.  Καθώς το κίνημα της Αντίστασης εδραιώνει την παρουσία του στην ύπαιθρο, η αυτοδιοίκηση γίνεται αναπόσπαστο μέρος του απελευθερωτικού αγώνα και βαθμιαία οι ίδιοι νόμοι και κανονισμοί θα εφαρμοστούν σε όλες τις απελευθερωμένες περιοχές.

Το ΕΑΜ δραστηριοποιείται έντονα σ’ αυτόν τον τομέα.  Έτσι λοιπόν   η αυτοδιοίκηση αρχίζει να λειτουργεί ξανά, από  τις ίδιες περιοχές που είχε προσπαθήσει να λειτουργήσει το καλοκαίρι και φθινόπωρο του 1941.  Οι ίδιοι άνθρωποι δείχνοντας  μία θαυμαστή επιμονή συγκροτούν τον πυρήνα αυτής της νέας προσπάθειας, στηρίζοντας παράλληλα  τους πολιτικούς καθοδηγητές του ΕΑΜ της περιοχής.  Δύο έγγραφα  συντάσσονται στις αρχές Δεκεμβρίου του 1942 και περιλαμβάνουν ένα εισαγωγικό υπόμνημα για την ανάγκη ύπαρξης τοπικής αυτοδιοίκησης και το βασικό νομικό κείμενο με τίτλο «Εντολές», με οκτώ άρθρα.  Το πρώτο άρθρο διακηρύσσει  ότι η Γενική Συνέλευση όλων των ενηλίκων κατοίκων εκλέγει τα όργανα που θα ασκήσουν την Λαϊκή Εξουσία.  Αυτά τα όργανα ήταν, η Επιτροπή Λαϊκής Αυτοδιοίκησης και το Λαϊκό Δικαστήριο. Η συμμετοχή σ΄αυτές είναι υποχρεωτική, τιμητική και χωρίς αμοιβή.  Η Επιτροπή έχει τέσσερεις υποεπιτροπές: την Επισιτιστική, τη Σχολική, την Εκκλησιαστική, και της Λαϊκής Ασφάλειας., υπεύθυνες για όλα τα προβλήματα του χωριού. Η Γενική Συνέλευση έχει την  εξουσία να ανακαλεί  όλα τα μέλη της Γενικής Συνέλευσης και να επανεκλέγει νέα. Οι συντάκτες  αυτών των «Εντολών» ενεργοί κομμουνιστές οι ίδιοι, πιστεύουν ότι η δικαιοσύνη είναι ταξική δικαιοσύνη. Αυτή η πεποίθηση είναι ενσωματωμένη στο δεύτερο άρθρο που διακηρύσσει ότι «Η Δικαιοσύνη είναι στην πραγματικότητα Λαϊκή Δικαιοσύνη».  Ο Πρόεδρος της Επιτροπής Λαϊκής Αυτοδιοίκησης είναι επίσης και Πρόεδρος του Λαϊκού Δικαστηρίου.

Τον Εισαγγελέα αντικαθιστά ο Λαϊκός Επίτροπος που «εισάγει την υπόθεση και εκφέρει τη γνώμη του αιτιολογών αυτήν περί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου αλλά ουχί περί της ποινής»[3]. Ο Λαϊκός Επίτροπος δεν έχει ψήφο και λειτουργεί περισσότερο σαν σύμβουλος παρά ως εισαγγελέας. Τη θέση του  Λαϊκού Επιτρόπου κατέχει ο πολιτικός υπεύθυνος του ΕΑΜ για το χωριό.  Είναι φανερό ότι το ΕΑΜ θέλει να παρακολουθεί από κοντά τα γεγονότα και να επηρεάζει όποια απόφαση θεωρεί ότι είναι απαραίτητο.  Ο μάρτυρας που εξετάζεται ορκίζεται στο Ευαγγέλιο. Το Λαϊκό Δικαστήριο πριν εκδώσει απόφαση  ζητάει από τους διάδικους να συμβιβαστούν, ακολουθώντας έτσι μία μακροχρόνια παράδοση στις αγροτικές περιοχές.   Στα Λαϊκά δικαστήρια οι ποινές που επιβάλλονται με βάση τις «Εντολές» είναι η αποζημίωση και το πρόστιμο, όλα σε είδος.  Το Λαϊκό Δικαστήριο δικάζει όλες τις υποθέσεις εκτός από διαζύγια, ζωοκλοπές, κατασκοπεία και στρατιωτικά αδικήματα που αρμόδια είναι τα Ανταρτοδικεία.   Εναντίον των αποφάσεων του Λαϊκού Δικαστηρίου μπορεί να γίνει έφεση στο Τομεακό Δικαστήριο που συγκροτείται από τους προέδρους των Λαϊκών Δικαστηρίων των χωριών.

Το 1943 αυτός ο θεσμός με την εισαγωγή των νέων νομικών κειμένων των «Εντολών» γίνεται περισσότερο  ακριβής και λεπτομερής. Έχει  δοκιμαστεί στην πράξη και γίνεται ευρύτερα αποδεκτός. Αυτά τα νομικά κείμενα με την ονομασία «Κώδικας Ποσειδών»  αποτελούν το θεμέλιο λίθο των νόμων και κανονισμών των Λαϊκών Δικαστηρίων. Ως την άνοιξη αυτός ο θεσμός έχει επεκταθεί σε περιοχές της Δυτικής Θεσσαλίας και της Κεντρικής Ελλάδας. Τον Αύγουστο ένας νέος «Κώδικας Αυτοδιοίκησης και Λαϊκής Δικαιοσύνης» αντικαθιστά τους παλαιότερους και εφαρμόζεται στο μεγαλύτερο μέρος της Κεντρικής Ελλάδα.  Εισάγει για πρώτη φορά στην Ελλάδα το δικαίωμα ψήφου για όλους τους άνδρες και τις γυναίκες από την ηλικία των 17 ετών. Επίσης θεσπίζει ότι η συνεργασία με τον εχθρό και η κερδοσκοπία αποτελούσαν εγκληματικές πράξεις. Η νομοθεσία αυτή εφαρμόζεται στις περιοχές όπου έχει δικαιοδοσία το ΕΑΜ. Μερικές μέρες όμως αργότερα το Κοινό Στρατηγείο Ανταρτών όπου συμμετέχουν η Βρετανική Στρατιωτική Αποστολή, το ΕΑΜ, το ΕΔΕΣ και η ΕΚΚΑ εκδίδουν την Απόφαση 6 που περιέχει 15 άρθρα για τη Αυτοδιοίκηση και τη Λαϊκή Δικαιοσύνη.[4]  Για πρώτη φορά οι κύριες  Αντιστασιακές Οργανώσεις συμφωνούν να εφαρμόσουν τις ίδιες νομοθετικές διατάξεις στις περιοχές τους, δηλαδή στο μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας.  Στο πλαίσιο αυτό οι θεσμοί της Αυτοδιοίκησης και της Λαϊκής Δικαιοσύνης εφαρμόστηκαν και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας όπως π.χ. στην επαρχία Γορτυνίας του νομού Αρκαδίας[5].   Στη Λακωνία από τις αρχές του β’ εξαμήνου του 1943 εφαρμόστηκε «Κώδικας Λαϊκής Δικαιοσύνης»  με 15 άρθρα δικονομικού και ουσιαστικού περιεχομένου, προέβλεπε και Αναθεωρητικά δικαστήρια β’ βαθμού.  Πριν από την εμφάνιση αυτού του Κώδικα λειτούργησαν πρωτοβάθμια Λαϊκά Δικαστήρια,  πενταμελής «Διοικητικαί Επιτροπαί» [6].

υποσημειώσεις:

[1] Τσουπαρόπουλος Θ .Οι Λαοκρατικοί Θεσμοί της Εθνικής Αντίστασης, Εκδόσεις Γλάρος, Αθήνα  1989  σ.21-24

 [2] Μπεϊκός Γ., Η λαϊκή εξουσία στην Ελεύθερη Ελλάδα,  τόμος Ι, Αθήνα Θεμέλιο 1979, σ.174-179

[3] Τσουπαρόπουλος Θ., σ.27

[4] Δ.Ζέπου, Λαϊκη Δικαιοσύνη εις τας ελευθέρας περιοχάς της υπό Κατοχήν Ελλάδος, Αθήναι 1945

 σ.5-7 Εξακολουθεί να είναι η περισσότερο εμπεριστατωμένη μελέτη για το θέμα αυτό.  Επανεκδόθηκε από το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης το 1986.

[5] Χρ..Κωνσταντινόπουλος, Η εφαρμογή των θεσμών της Αυτοδιοίκησης και της Λαϊκής Δικαιοσύνης στη Γορτυνία (1943-1944) . Οδυσσέας, Αθήνα 1995

[6] Ζέπου Δ., σ. 3-4

⃰  ομ. καθηγητής Ιστορίας

 υ.γ. η παρούσα δημοσίευση αποτελεί μέρος της ανακοίνωσης «Οι θεσμοί της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης στην Ελεύθερη Ελλάδα 1841-1944»  στη διημερίδα: Λαϊκές Εξουσίες και Δομές Αυτο-οργάνωσης: η έμπρακτη διεκδίκηση μιας άλλης κοινωνίας. Τα ιστορικά παραδείγματα, που πραγματοποιήθηκε στη Λιβαδειά στις 18- 20/3/2016

Advertisements