Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Μακρονήσου

Το στρατόπεδο «πειθαρχημένης διαβιώσεως» εγκαινιάστηκε το Νοέμβριο του 1948 από μια ομάδα 40 εξόριστων αντιστασιακών που το Δεκέμβριο αυξήθηκαν σε 1000. Το καλοκαίρι του 1949, όταν κατέρρεε το Αντάρτικο, οι εδώ πολιτικοί κρατούμενοι υπερέβαιναν τις 10 χιλιάδες. Το στρατόπεδο είχε αναπτυχθεί σε δυο τμήματα και τα φρουρούσε δύναμη χωροφυλακής.

Η συγκέντρωση των πολιτικών εξόριστων στη Μακρόνησο δεν ήταν μόνο άρρηκτα δεμένη με την πορεία του εμφυλίου, αλλά και με τα αποτελέσματα των αναμορφωτικών μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν στα τρία τάγματα των σκαπανέων.

Στο πιο απομακρυσμένο κακοτράχαλο και απόκρημνο τμήμα του νησιού, ο σημερινός επισκέπτης βλέπει δυο πλαγιές κατάσπαρτες με τα ερείπια των βάσεων από ξερολιθιά που στο εσωτερικό τους φύλαγαν την οικοσκευή και πάνω έστηναν το τετράγωνο αντίσκηνο όπου στέγαζε 10 ως 14 άτομα.

Β’ ΤΑΓΜΑ ΣΚΑΠΑΝΕΩΝ (Β.Ε.Τ.Ο.: Β’ ΕΙΔΙΚΟ ΤΑΓΜΑ ΟΠΛΙΤΩΝ, 1947 – 1953)

ΕΙΔΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΙΔΙΩΤΩΝ (Ε.Σ.Α.Ι) 1949 – 1950

ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΞΟΡΙΣΤΩΝ

Μερική άποψη του Β.Ε.Τ.Ο (Καρτ-ποστάλ του 1949)

To Β’ Τάγμα Σκαπανέων μεταφέρθηκε στη Μακρόνησο από το Πόρτο – Ράφτη στις 26-28 Μαΐου 1947. Στρατοπέδευσε στην πλαγιά ενός λόφου που κατηφόριζε ανώμαλα προς τη θάλασσα ανάμεσα σε δυο χαράδρες. Η Διοίκηση εγκαταστάθηκε στο ύψωμα και οι καταυλισμοί των λόχων κοντά και παράλληλα στην ακτή.

Άγρια ερημιά, χωρίς δέντρα, χωρίς νερό, μόνο αγριόθαμνοι, πέτρες πολλές και φίδια. Η δύναμη του τάγματος που δεν υπερέβαινε τους 800 σκαπανείς, μέσα στο καλοκαίρι ξεπέρασε τις 2 χιλιάδες και στις αρχές του 1948 αγγίζει τις 5 χιλιάδες.

Αυτό το έρημο τοπίο στα δύο επόμενα χρόνια με την καταναγκαστική εργασία που συνόδευε την «αναμόρφωση» των φαντάρων, μεταβλήθηκε σε μια εκτεταμένη πολιτεία, με άφθονα κάτασπρα κτίσματα, μάντρες, αψίδες, σκοπιές, θέατρο, ξενώνα, μαγειρεία, αποχωρητήρια, περιστερεώνες κρεμαστούς κήπους, αναρρωτήριο και αμέτρητα «καλλιτεχνήματα» που κυριολεκτικά θάμπωναν τους επισκέπτες. Το μόνο που δε φαινόταν ήταν η απομόνωση των «αμετανόητων» πίσω από το «μεγάλο τοίχο». Και οι εξοντωτικές συνθήκες κάτω από τις οποίες πραγματοποιήθηκαν όλα αυτά.

Α’ ΤΑΓΜΑ ΣΚΑΠΑΝΕΩΝ (A.E.T.O.: Α’ ΕΙΔΙΚΟ ΤΑΓΜΑ ΟΠΛΙΤΩΝ) 1947-1953

ΕΙΔΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΙΔΙΩΤΩΝ (Ε.Σ.Α.Ι.) 1949-1950

ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΞΟΡΙΣΤΩΝ – ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Στις 21 Ιουλίου 1947 μεταφέρθηκε με ένα αρματαγωγό στη Μακρόνησο το Α’ Τάγμα κι εγκαταστάθηκε στο κέντρο του νησιού. Δεξιά κι αριστερά του λειτουργούσαν ήδη το Β και το Γ τάγμα. Οι λόχοι στρατοπέδου φτιάχτηκαν κοντά κοντά, ανάμεσα σε πέτρες και σκίνα.

Χαρακτηριστικά κτίρια που χτίστηκαν είναι το θέατρο, η εκκλησία και οι αρτοκλίβανοι, που σώζονται ακόμα, και το Διοικητήριο που από τα ερείπιά του φαίνεται το μεγάλο του μέγεθος.

Έργα βιτρίνας και σκοπιμότητας της κλίμακας του Β.Ε.Τ.Ο. δεν έγιναν στο Α.Ε.Τ.Ο. ούτε και οργανωμένα μορφωτικά μαθήματα. Αυτό ήταν μια πρόκληση για τη Διοίκηση του Στρατοπέδου, όταν στο γειτονικό Γ’ Τάγμα 5000 σκαπανείς εξουθενωμένοι από τα μαρτύρια είχαν μεταμορφωθεί σε «αληθινούς» Έλληνες.

Από το θέρος του 1949 το Α’ τάγμα περιλάβαινε και το Στρατόπεδο Αναμόρφωσης Πολιτικών Εξόριστων που ονομαζόταν «Ειδικό Σχολείο Αναμορφώσεως Ιδιωτών» (Ε.Σ.Α.Ι.) και ήταν τόπος βασανιστηρίων. Εκεί μεταφέρθηκαν τον Ιανουάριο του 1950 και 1200 γυναίκες από το στρατόπεδο του Τρίκκερι. Υπέστησαν και αυτές φρικτά βασανιστήρια.

TO Γ’ ΚΕΝΤΡΟ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΩΣ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ (Γ.Κ.Π.Α.) 1947-1953 και ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΥ (Σ.Ν.Μ.)

Ανάμεσα στο Α’ και το Γ’ τάγμα, το Σεπτέμβριο 1947 στήθηκε νέο στρατόπεδο, το Γ’ κέντρο. Εκεί απομονώθηκαν 1200 μόνιμοι και έφεδροι αξιωματικοί οι οποίοι είχαν υπηρετήσει στον ΕΛΑΣ.

Το Φεβρουάριο 1948 οι μόνιμοι αξιωματικοί (περίπου 90) αποστρατεύτηκαν και απομονώθηκαν στις ΣΦΑ. Αργότερα καθαιρέθηκαν και τον Νοέμβριο του 1948 με ισχυρή συνοδεία οδηγήθηκαν στα βόρεια του νησιού, στον Αη-Γιώργη. (Ήσαν οι πρώτοι κάτοικοι του «Στρατοπέδου Πειθαρχημένης Διαβιώσεως» των πολιτικών εξόριστων). Σε λίγο καιρό στο έρημο τοπίο υψώθηκαν ένα μεγάλο διώροφο Νοσοκομείο, Λέσχη και άλλα κτίσματα για το βοηθητικό προσωπικό και τη φρουρά. Το Νοσοκομείο που η λειτουργία του άρχισε το Νοέμβριο 1949, δηλαδή μετά τη λήξη του εμφυλίου και ακριβώς την εποχή που γίνονταν οι… «εξετάσεις» των πολιτικών εξόριστων στα αναμορφωτήρια, θεωρήθηκε «χρήσιμο έργο». Πράγματι με το Νοσοκομείο εξασφαλίστηκε η «επί τόπου» περίθαλψη των πολλών τραυματισμένων από τα βασανιστήρια ώστε να αποφεύγονται ανεπιθύμητες μεταγωγές στα νοσηλευτήρια της Αθήνας. Στο χώρο του Γ’ κέντρου τον Αύγουστο 1949 μεταφέρθηκαν μετά από 3μηνη παραμονή στις ΣΦΑ και 300 ανήλικοι πολιτικοί κρατούμενοι. Η μεταφορά έγινε για να εκτονωθεί η αίσθηση που προκάλεσε η ομαδική απόπειρα αυτοκτονίας 29 ανηλίκων από αντίδραση στην αναμόρφωση. Μετά τον εμφύλιο το Νοσοκομείο η Λέσχη κι όλα τα βοηθητικά κτίρια και εγκαταστάσεις μεταβλήθηκαν σε σωρούς ερειπίων.

ΤΟ Γ’ ΤΑΓΜΑ ΣΚΑΠΑΝΕΩΝ (Γ.Ε.Τ.Ο.: Γ’ ΕΙΔΙΚΟ ΤΑΓΜΑ ΟΠΛΙΤΩΝ) 1947-1953

Άποψη του Γ.Ε.Τ.Ο. Καρτ-ποστάλ του 1949

To Γ’ Τάγμα Σκαπανέων που ονομαζόταν και «Γαλάζιο Τάγμα», ήταν τελείως απομονωμένο.

Κατά τον Ιούνιο-Ιούλιο του 1947 μεταφέρθηκαν εκεί 2500-3000 στρατιώτες από το Ντοντουλάρ. Έγιναν πολλά «έργα» με έντονο και εξοντωτικό ρυθμό δουλειάς. Τα έργα αυτά επιδεικνύονταν στους κατάπληκτους επισκέπτες που δεν υποπτεύονταν ότι έχουν κτισθεί όπως περίπου οι πυραμίδες της Αιγύπτου από σκλάβους που δούλευαν κάτω από το βούρδουλα, που πεινούσαν και διψούσαν. Στο λοφίσκο κοντά στη θάλασσα χτίστηκε το διοικητήριο και όλες οι υπηρεσίες του. Στους λόφους εγκαταστάθηκαν οι καταυλισμοί των λόχων και ανάμεσά τους εκτείνονταν μια τεράστια πλατεία.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΑΘΗΝΩΝ (Σ.Φ.Α.) 1947-1950

Στις αρχές Αυγούστου 1947 μεταφέρθηκαν στη Μακρόνησο και οι ΣΦΑ. Το στρατόπεδο στήθηκε στη βάση μιας μεγάλης αμφιθεατρικής πλαγιάς η οποία κατηφορίζει αλλού ομαλά κι’ αλλού ανώμαλα καταλήγοντας σε έναν γραφικό όρμο με θαυμάσια ακρογιαλιά.

Από τότε και ως την κατάργηση του καθεστώτος «αναμόρφωσης», η ΣΦΑ λειτούργησε σαν τόπος βασανιστηρίων για τους υπόδικους αγωνιστές της Αριστεράς. Εκατοντάδες πολιτικοί κρατούμενοι βασανίστηκαν απάνθρωπα εκεί για να «ανανήψουν». Ανάμεσά τους και τριακόσιοι ανήλικοι.

Από το πλήθος των κτισμάτων, ως το καλοκαίρι του 1990 έχουν περισωθεί η εκκλησία, το κατάλυμα του διοικητή, το Διοικητήριο και η Λέσχη αξιωματικών. Αλλά κι αυτά χρόνο με το χρόνο καταρρέουν.

 

Πηγή: Πανελλήνια Ένωση Κρατουμένων Αγωνιστών Μακρονήσου (ΠΕΚΑΜ) 

Advertisements

Οι θεσμοί της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης στην Ελεύθερη Ελλάδα 1841-1944

του Προκόπη Παπαστράτη⃰


Σε μία φτωχή χώρα στα Βαλκάνια, όπως η Ελλάδα την περίοδο του μεσοπολέμου, αλλά στην πραγματικότητα σε όλες τις φτωχές χώρες, η κεντρική εξουσία στην πρωτεύουσα σπάνια είναι ικανή ή ενδιαφέρεται να αντιμετωπίσει τοπικά προβλήματα σε απομονωμένες αγροτικές περιοχές.  Αυτό ισχύει και για τα  χωριά στην ορεινή περιοχή της Ευρυτανίας.  Σε ένα από αυτά τα χωριά, το Καροπλέσι, ιδρύεται η «Φιλοπρόοδος Ένωσης Καροπλεσίου» το καλοκαίρι του 1933. Σκοπός του σωματείου είναι να επιλύσει τις ντόπιες αγροτικές διαφορές (βοσκοτόπια, ζωοκλοπές ξυλεία, ποτιστικά δικαιώματα, αγροτικοί δρόμοι, κλπ) που έχουν καταστρεπτικές συνέπειες στις σχέσεις των χωριανών οι οποίοι καταφεύγουν στα δικαστήρια, 15 ώρες πεζοπορία,  ξοδεύοντας χρόνο και χρήμα. Έτσι συστήνεται «Η Συμβιβαστική Επιτροπή Καροπλεσίου» που γρήγορα εξελίσσεται σε παραδειγματικό  «Λαϊκό Δικαστήριο» με μεγάλη επιτυχία. Αυτή η προσπάθεια υιοθετείται  και από τα γειτονικά χωριά με αποτέλεσμα να αντιδράσουν οι δικηγόροι ζητώντας από τον εισαγγελέα να διατάξει τη διάλυση τους.  Η Δικτατορία του Μεταξά διαλύει το 1937 αυτά τα λαϊκά δικαστήρια μετά από επιτυχημένη τετραετή λειτουργία τους.[1]

Η Κατοχή που ακολουθεί δημιουργεί  νέες καταστάσεις με την αναχώρηση των κρατικών λειτουργών για τα μεγάλα αστικά κέντρα. Με αυτές τις συνθήκες, οι ζωοκλοπές και ληστείες ξαναεμφανίστηκαν, παραδοσιακές συνήθειες στις αγροτικές περιοχές που είχαν τα τελευταία χρόνια εξαφανιστεί. Συνέχεια

Μια ματιά στις ζαπατιστικές κοινότητες των ιθαγενών στην πολιτεία Τσιάπας, Νοτιοανατολικό Μεξικό

του Νίκου Κοκκάλα ⃰


Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 το Μεξικό, ακολουθώντας σταθερή πορεία προς την πλήρη αποδοχή του νεοφιλελευθερισμού, ετοιμάζεται να υπογράψει τη συμφωνία για τη Ζώνη Ελεύθερου Εμπορίου της Βόρειας Αμερικής. Στα ηνία της χώρας βρίσκεται το Θεσμικό Επαναστατικό Κόμμα (Partido Revolucionario Institucional – PRI), το ίδιο κόμμα που κυβερνά επί 70 χρόνια, έχοντας δημιουργήσει μηχανισμούς και δεσμούς εξάρτησης που πολύ δύσκολα μπορούν να αντιμετωπιστούν ή να αντικατασταθούν από κάτι διαφορετικό. Η κυβέρνηση διαλαλεί την προσήλωσή της στη δημοκρατία και στον δρόμο που χαράζουν οι αναπτυγμένες χώρες.

Ωστόσο, όπως συνέβαινε πάντα και όπως συμβαίνει παντού, υπάρχει και η άλλη πλευρά. Ένα πλήθος αποκλεισμένων συρρέουν στις μεγάλες πόλεις αναζητώντας κάποια διαφορετική προοπτική για την επιβίωση. Κυρίως, κατευθύνονται στην ομοσπονδιακή πρωτεύουσα, την Πόλη του Μεξικού, η οποία γίνεται μία από τις μεγαλύτερες πληθυσμιακά πόλεις του κόσμου, υπολογίζοντας τους κατοίκους της περίπου στα 25 εκατομμύρια. Ομοίως, το μεταναστευτικό ρεύμα κατευθύνεται και προς τις ΗΠΑ, άλλοι για μόνιμη εγκατάσταση και άλλοι για εποχική απασχόληση, με όλα τα δεινά που συνοδεύουν τους μετανάστες: ανασφάλεια, καταστολή, ρατσιστικές αντιδράσεις, τοίχους-φράχτες στα σύνορα. Συνέχεια

Εργατική και Αγροτική Αυτό-διεύθυνση στην Ισπανική Επανάσταση: Ο αντιεξουσιαστικός κολλεκτιβισμός

Της Λίνας Παναγιώτου 


Mε την απόπειρα πραξικοπήματος του στρατηγού Φράνκο, πρώτα στα ισπανικά οχυρά της Β. Αφρικής την 17η Ιούλη του ’36 και την επόμενη  μέρα στις πόλεις της Ισπανίας,  ο λαός οργανώθηκε στα δύο μεγάλα συνδικάτα και επιτέθηκε ενάντια στους φασίστες.

 Η Βαρκελώνη βρέθηκε στο επίκεντρο των εξελίξεων για τους αναρχικούς. Τα άλλα δύο ισχυρά προπύργια της CNT,  η Ανδαλουσία και Σαραγόσα, είχαν πέσει στα χέρια των στασιαστών. Η  πρωτεύουσα της  Καταλονίας  σώθηκε από την συντονισμένη απάντηση των ομάδων άμυνας της CNT , ενώ οι αναρχικοί που πλειοψηφούσαν στην εργατική  τάξη της  πόλης, έλεγξαν  από την αρχή  όλη την κοινωνική ζωή. Τα κομβικά κτίρια και οι συγκοινωνίες  καταλήφθηκαν, κηρύχτηκε γενική απεργία και τα πολυάριθμα οδοφράγματα σ’ όλες τις συνοικίες  της πόλης τέθηκαν υπό τον έλεγχο της  συνομοσπονδίας.

Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα συγκλήθηκε  στις 20 Ιούλη  η ολομέλεια των συνδικάτων της Βαρκελώνης για να αποφασιστεί η τακτική που θα έπρεπε να ακολουθηθεί. Συνέχεια

Η Παιδεία στην Αντίσταση: σταθμός στην ιστορία του εκπαιδευτικού και του κοινωνικού κινήματος στην Ελλάδα

Του Μιχάλη Λυμπεράτου⃰


Δεν θα είχε προσλάβει ποτέ η Αντίσταση τη μαζικότητα, την απήχηση και τη δυναμική που απέκτησε, αν δεν απαντούσε και στην ανάγκη των κοινωνιών να διαφυλάξουν τον ιστό και τις κοινωνικές λειτουργίες που τις αναπαρήγαγαν. Σε αυτές ο ρόλος της εκπαίδευσης ήταν καθοριστικός στον βαθμό που διαφύλασσε την απρόσκοπτη συνέχεια της κοινωνίας και τη μετάδοση των πολιτιστικών και μορφωτικών χαρακτηριστικών της στη νεότερη γενιά. Χωρίς τη διαδικασία αυτή και οι υπόλοιπες τομές διαφύλαξης της κοινωνίας αυτής που προώθησε η Αντίσταση, όπως τα δίκτυα αλληλεγγύης που συγκροτήθηκαν, τις λαϊκές εξουσίες που γεννήθηκαν, ο αγώνας κατά της πείνας και της ωμής καταπίεσης που δόθηκε, θα έμεναν μετέωρα.

Το ευτύχημα ήταν ότι η Αντίσταση κλήθηκε να αντιμετωπίσει όχι μόνο την εκπαιδευτική καταστροφή που προκάλεσε η Κατοχή, αλλά και τα μορφωτικά εμπόδια που ταλάνιζαν την κοινωνία, διαλύοντας όλα τα ταξικά φράγματα που είχε φιλοδωρήσει τη χώρα το καθεστώς της 4ης Αυγούστου 1936, και δημιουργώντας το νέο σχολείο, εκείνο που απευθυνόταν σε όλα τα παιδιά, από κάθε κοινωνική τάξη, αγόρια και κορίτσια ισότιμα. Ένα σχολείο που αντιμετώπιζε και τον αναλφαβητισμό των μεγάλων, που επέβαλε στην κοινωνία να αναλαμβάνει αυτή και να ελέγχει την εκπαιδευτική διαδικασία, να πολεμά την πείνα και την αβιταμίνωση, ένα σχολείο που καταργούσε τη καθαρεύουσα, την αποστήθιση και τον παθητικό μαθητή, που επέκτεινε το εκπαιδευτικό έργο στην κοινωνία και το καθιστούσε τμήμα της, που το συνέδεε με την τέχνη και το θέατρο, τη μαθητική πρωτοβουλία και αγωνιστικότητα, και επέκτεινε τον κοινωνικό ρόλο του εκπαιδευτικού σε διαμορφωτή της κοινωνικής ζωής. Συνέχεια

ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΧΑΜΕΝΟ

Η Αποτίμηση μιας Διημερίδας στη Λιβαδειά

Η Ομάδα Μελέτης Σύγχρονης Ιστορίας Ν. Βοιωτίας διοργανώσαμε διημερίδα στη Λιβαδειά,  τον Μάρτιο  2016, με θέμα «Λαϊκές Εξουσίες και Δομές Αυτό-οργάνωσης. Η έμπρακτη διεκδίκηση μιας άλλης κοινωνίας: Τα ιστορικά παραδείγματα».

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Η Διημερίδα αυτή ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι στην Ομάδα, τον τελευταίο χρόνο, καταπιαστήκαμε με το μεγάλο αυτό κεφάλαιο των Λαϊκών Εξουσιών, έτσι όπως αυτές  διαμορφώθηκαν στις πόλεις και τα χωριά της Ελληνικής επικράτειας  κατά την διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής. Το μελετήσαμε εκ παραλλήλου με την τοπική μας ιστορία, με τη λογική ότι οι ελληνικές εκδοχές του φαινομένου είναι κομμάτι της πανελλήνιας και παγκόσμιας ιστορικής προσπάθειας χειραφέτησης των ανθρώπων. Άξονας μας ήταν ο νομός Βοιωτίας και η προαγωγή της ιστοριογραφίας της περιοχής, επιχειρώντας να συγκρίνουμε το παράδειγμα των λαϊκών εξουσιών που εδώ συγκροτήθηκαν με ανάλογες εκδοχές τους στην παγκόσμια ιστορία. Συνέχεια

Η Λαϊκή Αυτοδιοίκηση στη Βοιωτία 1943-1945 

 

Της Χρυσαφούλας Πατρόκλου*

Οι ανάγκες της επιβίωσης, η δυναμική των συνθηκών,  η γεωγραφική θέση της Ρούμελης ως κέντρο της χώρας  και πέρασμα των μεγάλων δρόμων , απηχήσεις  και βιώματα κοινοτισμού που κουβαλούσαν οι χωρικοί καθόρισαν τις δομές αυτό-οργάνωσης που εμφανίστηκαν στην περιοχή την περίοδο της γερμανο-ιταλικής  Κατοχής.  Γιατί  για τους  κατοίκους της υπαίθρου, ήδη από τον προηγούμενο αιώνα, ήταν εύκολο  να σκεφτούν  ότι μπορούν να ζήσουν  χωρίς  κεντρική διοίκηση, ευρισκόμενοι  πιο κοντά  στις προκαπιταλιστικές μορφές οικονομίας,  κουβαλώντας   την παράδοση της μικρής  οικιακής  οικονομίας, την παράδοση της αυτάρκειας, την παράδοση της έμπρακτης αλληλεγγύης, την παράδοση των  «δανεικαρικών», τις αγγαρείες   κλπ ).

Η κατάρρευση του παλαιού κρατικού μηχανισμού κατά τη διάρκεια της Κατοχής,, η αδήριτη ανάγκη διοίκησης των απελευθερωμένων περιοχών και της συλλογικής αντιμετώπισης των προβλημάτων που προέκυπταν, καθώς  και η  κρίσιμη στήριξη του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ήταν οι αποφασιστικοί εκείνοι  παράγοντες, που την δεδομένη χρονική στιγμή  όχι μόνον  στήριξαν, αλλά  και ανέπτυξαν περαιτέρω τους παλιούς θεσμούς αυτοδιοίκησης, πλουτίζοντας τους με την εμπειρία και την επιστημονική γνώση των αγωνιστών,  των νομικών και των διανοούμενων του αντιστασιακού κινήματος. Όλα τα παραπάνω επιτάχυναν τη δημιουργία των πρώτων μορφών λαϊκής εξουσίας,  που βρήκαν την πλήρη έκφραση τους  στο νομοθετικό και πολιτικοκοινωνικό έργο της ΠΕΕΑ, της κυβέρνησης των Βουνών. Συνέχεια

Η ΕΠΟΝ

Του Μιχάλη Λυμπεράτου


Η ΕΠΟΝ, η Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων, ιδρύθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 1943, με πρωτοβουλία της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ Νέων. Σε αυτή ενσωματώθηκαν η Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας του ΚΚΕ, η ΟΚΝΕ, που στον μεσοπόλεμο οργάνωσε όλους τους νεανικούς αγώνες της εποχής, η Σοσιαλιστική Επαναστατική Πρωτοπορία της Ελλάδας του ΣΚΕ (του κόμματος του Γ. Πασαλίδη), η Λαϊκή Επαναστατική Νεολαία της ΕΛΔ (του εαμικού κόμματος του Ηλ. Τσιριμώκου), η Αγροτική Νεολαία Ελλάδας (του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδας του Κ. Γαβριηλίδη), η Ενιαία Εθνικοαπελευθερωτική Εργατοϋπαλληλική Νεολαία του Εργατικού ΕΑΜ, η Ενιαία Μαθητική Νεολαία, ο θεσσαλικός «Ιερός Λόχος», η «Λεύτερη Νέα», η Ένωση Νέων Αγωνιστών Ρούμελης, η Φιλική Εταιρεία Νέων.

Η ΕΠΟΝ γρήγορα εξελίχθηκε σε μια οργάνωση που συσπείρωσε την πλειοψηφία της νεολαίας της χώρας, κατακτώντας τον πρωτοφανή, για τα μέχρι τότε δεδομένα της χώρας, αριθμό των 600.000 μελών, με 32.000 μέλη της να συμμετέχουν ένοπλα και στον ΕΛΑΣ. Με κύριο πολιτικό της όργανο την εφημερίδα «Νέα Γενιά», η ΕΠΟΝ βοήθησε στην ίδρυση σχολείων, οργάνωσε συσσίτια, προσέφερε κοινωφελές έργο, βοήθησε στη Μάχη της Σοδειάς, κατέγραψε τις τεράστιες εκπαιδευτικές ελλείψεις, δημιούργησε λαϊκές βιβλιοθήκες και αναγνωστήρια, βοήθησε στη δημιουργία δεκάδων εφημερίδων και νεανικών εντύπων κλπ. Συνέχεια

Οι «εσωτερικοί πρόσφυγες» του εμφυλίου πολέμου. Ζητήματα χαρακτηρισμού και πρόνοιας.  

Της Βασιλικής Λάζου*


Το ζήτημα των εσωτερικών προσφύγων κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου αποτελεί ένα θέμα σχεδόν ανεξερεύνητο στην ελληνική βιβλιογραφία[1]. Φτωχή βιβλιογραφική παραγωγή υπάρχει και σχετικά με την προνοιακή πολιτική την περίοδο του εμφυλίου πολέμου[2]. Στην περίπτωση αυτή το βιβλιογραφικό κενό είναι ακόμα μεγαλύτερο ιδιαίτερα αν συσχετιστεί με τη διερεύνηση της κρατικής οικονομικής πολιτικής[3].  Παρά τη φτωχή βιβλιογραφική παραγωγή,  η οποία μπορεί να αποδοθεί στην περιορισμένη αρχειακή διαθεσιμότητα και στο μικρό μέχρι πρόσφατα ενδιαφέρον των ερευνητών για τις κοινωνικές πτυχές του εμφυλίου, υπάρχουν πολλά ζητήματα σχετικά με το ζήτημα των εσωτερικών προσφύγων τα οποία μπορούν να διερευνηθούν. Αναφέρονται ενδεικτικά τα αίτια της μετακίνησης των εσωτερικών προσφύγων, η άφιξη και εγκατάστασή τους στα κέντρα ασφαλείας, τα κριτήρια προσδιορισμού τους ως  «συμμοριόπληκτων», ο αριθμός τους σε κάθε χρονική περίοδο, οι μορφές που έλαβε η Κοινωνική Πρόνοια την περίοδο του εμφυλίου πολέμου και οι κοινωνικές και πολιτικές της προεκτάσεις. Εκτός από την περιγραφή του θεσμικού πλαισίου πρόνοιας, η οποία είναι απαραίτητη, επειδή απουσιάζουν από τη βιβλιογραφία τέτοιου είδους μελέτες και ιδιαίτερα σε τοπικό επίπεδο, μπορούν να εξεταστούν, στο μέτρο του δυνατού, τα οικονομικά μεγέθη, οι πιστώσεις δηλαδή που δόθηκαν για τη γενικότερη περίθαλψη των προσφύγων. Επιπρόσθετα, μπορεί να διερευνηθεί η εμπειρία της εγκατάστασης και της διαβίωσης των προσφύγων στα κέντρα ασφαλείας και η αλληλεπίδρασή τους με το μόνιμο πληθυσμό. Μπορούν να εξεταστούν οι κρατικές ενέργειες για τον επαναπατρισμό των εσωτερικών προσφύγων κατά τη διάρκεια και κυρίως μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου. Μια ενδιαφέρουσα πτυχή τέλος αποτελούν οι δημογραφικές επιπτώσεις της μετακίνησης των πληθυσμών στα κέντρα ασφαλείας, αν και η διερεύνηση του ζητήματος αυτού απαιτεί μια ειδικότερη και πιο εκτεταμένη χρονικά μελέτη. Συνέχεια

Η Ευρώπη: μια ήπειρος της προσφυγιάς. Μετακινήσεις πληθυσμών στον ευρωπαϊκό χώρο τον 20ο αιώνα

Του Μιχάλη Λυμπεράτου


Ίσως μια από τις μεγαλύτερες μετακινήσεις πληθυσμών στην παγκόσμια ιστορία ήταν αυτή που συντελέστηκε μετά το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη. Οι προσφυγικές ροές, κυρίως σε χώρες του ανεπτυγμένου κέντρου της ηπείρου, είχαν το αντίστοιχό τους, στις εποχές των μεγάλων λιμών ή των μετακινήσεων πληθυσμών στον Ύστερο Μεσαίωνα, ή σε σχέση με τους θρησκευτικούς πολέμους,  τον 16ο αιώνα στη Γαλλία και την Ισπανία και τον Τριακονταετή Πόλεμο στο πρώτο μισό του 17ου, τουλάχιστον από την άποψη πληθυσμιακών μεγεθών. Υπερτερούσαν, επιπλέον, της μεγάλης προσφυγικής κρίσης που προκάλεσε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος.

Πράγματι, κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου η Ευρώπη υπέστη το πρώτο τεράστιο σοκ μετανάστευσης και προσφυγιάς του σύγχρονου κόσμου. Τον Αύγουστο του 1914 η ρωσική κατοχή στην Ανατολική Πρωσία ανάγκασε 1.000.000 Γερμανούς να φύγουν από τις εστίες τους. Μετά από λίγο η Κατοχή από τις Κεντρικές Δυνάμεις του Βελγίου, της Βόρειας Γαλλίας, της Πολωνίας και της Λιθουανίας προκάλεσε μια αντίστοιχη μετακίνηση πληθυσμών στα εδάφη αυτά. Μόνο οι Βέλγοι πρόσφυγες στα 1914-1915 που έφτασαν στην Αυστρία και την Ολλανδία ήταν 400 χιλιάδες, ενώ 160.000 από αυτούς κατέφυγαν στο Ηνωμένο Βασίλειο, διαβιώντας σε πρόχειρα καταλύματα στις παρυφές των πόλεων. Η εισβολή της Αυστρίας στην Σερβία προκάλεσε νέα μετακίνηση πληθυσμών από κατοίκους που προσπάθησαν να διαφύγουν από το κατοχικό καθεστώς που δημιουργήθηκε. Μισό εκατομμύριο Σέρβοι κατέφυγαν σε σερβικές περιοχές μέσω των αλβανικών βουνών ή πήγαν στην Κέρκυρα, την Κορσική και την Τυνησία. Πιθανότατα, 200.000 από αυτούς πέθαναν κατά τη μετακίνησή τους. Άλλοι εγκλείστηκαν σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας στην Αυστρία.  Συνέχεια