Αρχεία Βοιωτίας: Συνθέσεις Λαϊκών Επιτροπών Κορώνειας

Κορωνεια 2 001Kορώνεια 3 001

Advertisements

Ο Θατσερισμός και η καταγωγή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών

Του Μιχάλη Λυμπεράτου


Η εποχή της Θάτσερ στη Μ. Βρετανία άλλαξε την πολιτική και την οικονομική εικόνα του κόσμου. Προσδιόρισε και προσδιορίζει τόσο την κρίση του παγκόσμιου εργατικού κινήματος, όσο και τις πολιτικές που εφαρμόζονται σε επίπεδο διεθνών οργανισμών, κρατών, κεφαλαίων και περιφερειακών οικονομικών ολοκληρώσεων τύπου Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γιατί τα μνημόνια, οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές παρεμβάσεις, οι στρατηγικές του κεφαλαίου σε κάθε χώρα, οι δημοσιονομικές πολιτικές προσδιορίζονται από αυτό που στην οικονομική θεωρία ονομάζεται νεοφιλελευθερισμός, παρότι κάποιοι με αστεία προσχήματα δείχνουν να το ξεχνούν (προφασιζόμενοι την ανάπτυξη). Ήταν η οικονομική πρακτική που εγκαινίασε και υλοποίησε απολύτως ακραία και αποφασιστικά η Θάτσερ στη Βρετανία στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και για περίπου 20 χρόνια, που δεν αναιρέθηκε επί της ουσίας ποτέ,  αλλά είναι το κρατούν οικονομικό δόγμα και σήμερα, εδραιωμένο στην αναπαραγωγή όξυνσης των παγκόσμιων οικονομικών και ταξικών διαφορών,  επιδικάζοντας ένα μέλλον κοινωνικής περιθωριοποίησης για ένα μεγάλο τμήμα του βρετανικού λαού και της παγκόσμιας κοινωνίας.

Ο νεοφιλελευθερισμός ή και μονεταρισμός στη χρηματική εκδοχή του που εφάρμοσε πρώτη σε τέτοια έκταση η Θάτσερ, στηρίζεται σε μια βασική ιδέα: ότι το κράτος επεμβαίνει και δε ρυθμίζει τη ζήτηση, αλλά την προσφορά. Η ρύθμιση της ζήτησης, που εμφανίστηκε ιστορικά με τη μορφή του κευνσιανισμού, προσπάθησε να αντιμετωπίσει τις κρίσεις υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου, βελτιώνοντας τους όρους ζήτησης του κεφαλαίων και των προϊόντων που παρήγαγε. Γιατί κρίση υπερσυσσώρευσης σημαίνει αύξηση του όγκου και του κόστους παραγωγής, καθήλωση των διεθνών ποσοστών του κέρδους, πτώση των τιμών λόγω υπερβάλλουσας προσφοράς. Ο κευνσιανισμός, μπροστά στην τεράστια κρίση που προκλήθηκε στα 1929 επένδυσε κρατικά κεφάλαια στην οικονομία, προώθησε μεγάλη προσφορά χρήματος και χαμηλά επιτόκια, ώστε να κινηθεί ο παραγωγικός μηχανισμός λόγω και της επέκτασης της ζήτησης. Κυρίως, όμως, βελτίωσε τα εισοδήματα των εργαζομένων ώστε να ενισχυθεί η κατανάλωση και αντιμετώπιζε με παροχή εργασίας και ανάπτυξη τα υψηλά ποσοστά ανεργίας που προκαλούσε η κρίση υπερσυσσώρευσης και η καταστροφή κεφαλαίων που συνεπαγόταν. Συνέχεια

Ψήφισμα αλληλεγγύης στον Π. Αντωνόπουλο και καταδίκης του κυβερνητικού αυταρχικού κατήφορου

Σε ακραίο αυταρχικό κατήφορο οδηγείται με γοργούς ρυθμούς η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ‐ΑΝΕΛ για να εφαρμόσει απρόσκοπτα και χωρίς ενοχλητικές παρεμβολές τη συμφωνία ΕΕ‐Τουρκίας που υπέγραψε και η ίδια.

Υπηρετώντας τους σχεδιασμούς κυβέρνησης Ε.Ε. αντιδραστικού κατεστημένου η ασφάλεια Λιμενικού κάλεσε σε προκαταρκτική εξέταση με βάση εισαγγελική παραγγελία τον εκπαιδευτικό συνδικαλιστή Παύλο Αντωνόπουλο μέλος του Συντονισμού για το Προσφυγικό‐Μεταναστευτικό Εργατικών Σωματείων Φοιτητικών Συλλόγων και Συλλογικοτήτων μέλος του ΔΣ της Ε’ ΕΛΜΕ και του ΔΣ του ΚΕΜΕΤΕ της ΟΛΜΕ με κατηγορίες για διασπορά ψευδών ειδήσεων και για διέγερση. Προφανώς η κλήση σχετίζεται με την ανακοίνωση του Συντονισμού που μοιράζεται στους πρόσφυγες στο λιμάνι του Πειραιά για τη συμφωνία Ε.Ε. – Τουρκίας και για τα δικαιώματά τους η οποία έγραφε αριθμό τηλεφώνου του Συντονισμού που ήταν στο όνομα του. Αποτελεί συνέχεια της ενοχρηστρωμένης επίθεσης συκοφαντιών και διαστρεβλώσεων από την Ένωση Λιμενικών Υπαλλήλων και από συστημικά ΜΜΕ και της στοχοποίησης των αλληλέγγυων που δεν ακολουθούν τις κυβερνητικές κατευθύνσεις. Συνέχεια

Η Λαϊκή Αυτοδιοίκηση στη Βοιωτία 1943-1945 

 

Της Χρυσαφούλας Πατρόκλου*

Οι ανάγκες της επιβίωσης, η δυναμική των συνθηκών,  η γεωγραφική θέση της Ρούμελης ως κέντρο της χώρας  και πέρασμα των μεγάλων δρόμων , απηχήσεις  και βιώματα κοινοτισμού που κουβαλούσαν οι χωρικοί καθόρισαν τις δομές αυτό-οργάνωσης που εμφανίστηκαν στην περιοχή την περίοδο της γερμανο-ιταλικής  Κατοχής.  Γιατί  για τους  κατοίκους της υπαίθρου, ήδη από τον προηγούμενο αιώνα, ήταν εύκολο  να σκεφτούν  ότι μπορούν να ζήσουν  χωρίς  κεντρική διοίκηση, ευρισκόμενοι  πιο κοντά  στις προκαπιταλιστικές μορφές οικονομίας,  κουβαλώντας   την παράδοση της μικρής  οικιακής  οικονομίας, την παράδοση της αυτάρκειας, την παράδοση της έμπρακτης αλληλεγγύης, την παράδοση των  «δανεικαρικών», τις αγγαρείες   κλπ ).

Η κατάρρευση του παλαιού κρατικού μηχανισμού κατά τη διάρκεια της Κατοχής,, η αδήριτη ανάγκη διοίκησης των απελευθερωμένων περιοχών και της συλλογικής αντιμετώπισης των προβλημάτων που προέκυπταν, καθώς  και η  κρίσιμη στήριξη του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ήταν οι αποφασιστικοί εκείνοι  παράγοντες, που την δεδομένη χρονική στιγμή  όχι μόνον  στήριξαν, αλλά  και ανέπτυξαν περαιτέρω τους παλιούς θεσμούς αυτοδιοίκησης, πλουτίζοντας τους με την εμπειρία και την επιστημονική γνώση των αγωνιστών,  των νομικών και των διανοούμενων του αντιστασιακού κινήματος. Όλα τα παραπάνω επιτάχυναν τη δημιουργία των πρώτων μορφών λαϊκής εξουσίας,  που βρήκαν την πλήρη έκφραση τους  στο νομοθετικό και πολιτικοκοινωνικό έργο της ΠΕΕΑ, της κυβέρνησης των Βουνών. Συνέχεια

Η ΕΠΟΝ

Του Μιχάλη Λυμπεράτου


Η ΕΠΟΝ, η Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων, ιδρύθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 1943, με πρωτοβουλία της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ Νέων. Σε αυτή ενσωματώθηκαν η Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας του ΚΚΕ, η ΟΚΝΕ, που στον μεσοπόλεμο οργάνωσε όλους τους νεανικούς αγώνες της εποχής, η Σοσιαλιστική Επαναστατική Πρωτοπορία της Ελλάδας του ΣΚΕ (του κόμματος του Γ. Πασαλίδη), η Λαϊκή Επαναστατική Νεολαία της ΕΛΔ (του εαμικού κόμματος του Ηλ. Τσιριμώκου), η Αγροτική Νεολαία Ελλάδας (του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδας του Κ. Γαβριηλίδη), η Ενιαία Εθνικοαπελευθερωτική Εργατοϋπαλληλική Νεολαία του Εργατικού ΕΑΜ, η Ενιαία Μαθητική Νεολαία, ο θεσσαλικός «Ιερός Λόχος», η «Λεύτερη Νέα», η Ένωση Νέων Αγωνιστών Ρούμελης, η Φιλική Εταιρεία Νέων.

Η ΕΠΟΝ γρήγορα εξελίχθηκε σε μια οργάνωση που συσπείρωσε την πλειοψηφία της νεολαίας της χώρας, κατακτώντας τον πρωτοφανή, για τα μέχρι τότε δεδομένα της χώρας, αριθμό των 600.000 μελών, με 32.000 μέλη της να συμμετέχουν ένοπλα και στον ΕΛΑΣ. Με κύριο πολιτικό της όργανο την εφημερίδα «Νέα Γενιά», η ΕΠΟΝ βοήθησε στην ίδρυση σχολείων, οργάνωσε συσσίτια, προσέφερε κοινωφελές έργο, βοήθησε στη Μάχη της Σοδειάς, κατέγραψε τις τεράστιες εκπαιδευτικές ελλείψεις, δημιούργησε λαϊκές βιβλιοθήκες και αναγνωστήρια, βοήθησε στη δημιουργία δεκάδων εφημερίδων και νεανικών εντύπων κλπ. Συνέχεια

«Και οι Δήμιοι πεθαίνουν»

Εξ’ αφορμής της προβολής της ταινίας που θα «ανοίξει» σήμερα τη διημερίδα:

Λαϊκές Εξουσίες και Δομές Αυτο-οργάνωσης:

Η έμπρακτη διεκδίκηση μιας άλλης κοινωνίας.

Τα ιστορικά παραδείγματα.
19-20 Μαρτίου 2016 στη Λιβαδειά (θέατρο Μελίνα Μερκούρη – Ζάππειο)
λίγα λόγια…

ΗΠΑ 1943, Φριτς Λανγκ-Μπέρτολτ Μπρεχτ

Ο Μπρεχτ έγραψε το σενάριο της ταινίας όταν ως εξόριστος δούλευε στο Χόλυγουντ. Η βασική του πρόθεση ήταν αφενός να έρθει σε επαφή με τις νέες τεχνικές κινηματογράφου που εμφανίστηκαν στην Αμερική, αφετέρου να τις αξιοποιήσει ώστε να χρησιμοποιήσει τη μαζική τέχνη που λέγεται κινηματογράφος για τον αγώνα ενάντια στο φασισμό. Στηριζόμενος στη ρεαλιστική αφήγηση αξιοποίησε μια καταπληκτική θεματική πολυμέρεια: ιστορίες για δικτάτορες, για κλόουν και εγκληματίες, γι’ αντιστασιακούς αγωνιστές και συνεργάτες του εχθρού, για ιστορικές προσωπικότητες και ανθρώπους της καθημερινής ζωής,  αλλά και μύθους εμπνευσμένους από μια όπερα ή από μια άλλη δραματική ιστορική ταινία.

Ο Μπρεχτ ήθελε, όμως, να ανατρέψει το καθεστώς σεναρίων στο Χόλιγουντ, όπου ακόμα και τα πιο σοβαρά θέματα προσελάμβαναν  αισθηματικό περιεχόμενο, πράγμα που διαπιστώθηκε ήδη το 1942 κατά το γράψιμο του σεναρίου του «Και οι δήμιοι πεθαίνουν». Αρχικά ο Μπρεχτ δούλεψε για μια κινηματογραφική βερσιόν του «Το τραγούδι της γυναίκας του ναζί στρατιώτη» από το έργο «Ο Σβέικ στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο». Όμως η ανάνηψη του Γερμανού στρατιώτη, η δημοκρατική αναμόρφωσή του, δεν ανταποκρινόταν πια στο κλίμα που προανήγγειλε τον ερχομό του ψυχρού πολέμου και απορρίφθηκε από τα κινηματογραφικά studio. Συνέχεια

Οι «εσωτερικοί πρόσφυγες» του εμφυλίου πολέμου. Ζητήματα χαρακτηρισμού και πρόνοιας.  

Της Βασιλικής Λάζου*


Το ζήτημα των εσωτερικών προσφύγων κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου αποτελεί ένα θέμα σχεδόν ανεξερεύνητο στην ελληνική βιβλιογραφία[1]. Φτωχή βιβλιογραφική παραγωγή υπάρχει και σχετικά με την προνοιακή πολιτική την περίοδο του εμφυλίου πολέμου[2]. Στην περίπτωση αυτή το βιβλιογραφικό κενό είναι ακόμα μεγαλύτερο ιδιαίτερα αν συσχετιστεί με τη διερεύνηση της κρατικής οικονομικής πολιτικής[3].  Παρά τη φτωχή βιβλιογραφική παραγωγή,  η οποία μπορεί να αποδοθεί στην περιορισμένη αρχειακή διαθεσιμότητα και στο μικρό μέχρι πρόσφατα ενδιαφέρον των ερευνητών για τις κοινωνικές πτυχές του εμφυλίου, υπάρχουν πολλά ζητήματα σχετικά με το ζήτημα των εσωτερικών προσφύγων τα οποία μπορούν να διερευνηθούν. Αναφέρονται ενδεικτικά τα αίτια της μετακίνησης των εσωτερικών προσφύγων, η άφιξη και εγκατάστασή τους στα κέντρα ασφαλείας, τα κριτήρια προσδιορισμού τους ως  «συμμοριόπληκτων», ο αριθμός τους σε κάθε χρονική περίοδο, οι μορφές που έλαβε η Κοινωνική Πρόνοια την περίοδο του εμφυλίου πολέμου και οι κοινωνικές και πολιτικές της προεκτάσεις. Εκτός από την περιγραφή του θεσμικού πλαισίου πρόνοιας, η οποία είναι απαραίτητη, επειδή απουσιάζουν από τη βιβλιογραφία τέτοιου είδους μελέτες και ιδιαίτερα σε τοπικό επίπεδο, μπορούν να εξεταστούν, στο μέτρο του δυνατού, τα οικονομικά μεγέθη, οι πιστώσεις δηλαδή που δόθηκαν για τη γενικότερη περίθαλψη των προσφύγων. Επιπρόσθετα, μπορεί να διερευνηθεί η εμπειρία της εγκατάστασης και της διαβίωσης των προσφύγων στα κέντρα ασφαλείας και η αλληλεπίδρασή τους με το μόνιμο πληθυσμό. Μπορούν να εξεταστούν οι κρατικές ενέργειες για τον επαναπατρισμό των εσωτερικών προσφύγων κατά τη διάρκεια και κυρίως μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου. Μια ενδιαφέρουσα πτυχή τέλος αποτελούν οι δημογραφικές επιπτώσεις της μετακίνησης των πληθυσμών στα κέντρα ασφαλείας, αν και η διερεύνηση του ζητήματος αυτού απαιτεί μια ειδικότερη και πιο εκτεταμένη χρονικά μελέτη. Συνέχεια